Συναντιόμαστε με τη Μαρία Σαββίδου σε έναν χώρο προβών, επί της οδού Καλλιδρομίου, στα Εξάρχεια. Την αμέσως προηγούμενη ημέρα, δυσκολευόμουν να την εντοπίσω, «είχα µε τους µαθητές µου την πτυχιακή τους παράσταση στο Μέγαρο». Αυτά για το Ωδείο Αθηνών, όπου εξακολουθεί να διδάσκει υποκριτική (είχε βρεθεί κατά το παρελθόν, επίσης, στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου).
Το πρόσωπό της φωτίζεται όποτε μιλάει για «τα παιδιά» και η αλήθεια είναι ότι πολλά έχουν περάσει από τα χέρια της εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Αυτόν τον συγχρωτισμό τον αποκαλεί «χαρά και αποστολή της ζωής μου». Η Σαββίδου, μια έμπειρη και αξιόμαχη ηθοποιός, ερμήνευσε υπέροχα πριν από λίγους μήνες τον ρόλο της Εκάβης στο «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. Και τώρα, πάλι με τον Στάθη Λιβαθινό, καθώς η ίδια ανήκει στη στενή ομάδα συνεργατών του σκηνοθέτη, αφήνει εκείνη την πληθωρική, νεοελληνική εκδοχή της Εκάβης και ετοιμάζεται να αναμετρηθεί με τη φοβερή, την αρχετυπική ηρωίδα του Ευριπίδη.

Credits: Σίσσυ Μόρφη
Η παράσταση «Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας» ανεβαίνει στο Ηρώδειο (στις 25 και 26 Ιουνίου, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και του εορτασμού της εκατονταετηρίδας της Ακαδημίας Αθηνών) και θα είναι, μάλιστα, η τελευταία θεατρική παραγωγή εκεί προτού κλείσει για την προβλεπόμενη ανακαίνισή του. «Η συγκεκριμένη τραγωδία του Ευριπίδη ίσως μοιάζει να είναι δύο έργα μέσα σε ένα.
Κι όμως, όσο πιο πολύ βυθίζομαι στο υλικό της, τόσο περισσότερο νιώθω την πρωτοποριακή της σύλληψη. Η Εκάβη είναι οριακή υπό την εξής έννοια: ξεκινά εκεί ακριβώς που οι άλλες τελειώνουν. Ομως, τι είναι αυτό που μετατρέπει την Εκάβη σε τέρας; Ο κυρίαρχος ρόλος της, ασφαλώς, είναι ο μητρικός. Υποφέρει από τα όσα συμβαίνουν εξαιτίας του πολέμου Αχαιών και Τρώων. Με τη δολοφονία του Πολύδωρου, ωστόσο, φαίνεται να βιώνει μια προδοσία διαφορετικής τάξεως.
Προσβάλλεται και καταρρέει κάτι ανθρώπινο μέσα της, ακόμα πιο βαθιά, πυρηνικά θα έλεγα. Δεν πρόκειται μόνο για ηθική αλλά υπαρξιακή προδοσία, μια ρήξη ανείπωτη, ανεπανόρθωτη. Τότε είναι που η Εκάβη χάνει εντελώς την ταυτότητά της, την πίστη της, μια πίστη σχεδόν μεταφυσική, και αρχίζει να γίνεται εκείνη η τρομακτική σκύλα σύμφωνα με τον μύθο» εξηγεί στο ΒΗΜΑgazino η Σαββίδου.
«Εχουμε κάθε λόγο να τη συμπονέσουμε, να ταυτιστούμε μαζί της. Ο Ευριπίδης, όμως, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη μεταστροφή και την εκδίκηση της Εκάβης. Μας καλεί να σκεφτούμε το ακραίο. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα, έκανα πίσω αναστατωμένη, είχα διαρκώς την αγωνία ότι βρισκόμουν μέσα σε κινηματογραφική ταινία του Ντέιβιντ Λιντς. Τι πιο διαχρονικό και τι πιο σύγχρονο! Στην περίπτωση της Εκάβης βλέπουμε, από τη μια μεριά, για ποια πράγματα είναι ικανός ο άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα και, από την άλλη, προβληματιζόμαστε έντονα για το κανονικό και το βίαιο. Στην εποχή μας, αυτή την ακραία και σκοτεινή εποχή, μπορούμε να αναλογιστούμε, μέσα από τη διαδρομή της Εκάβης, τι αγώνας και τι επίτευγμα είναι να μην καταλήγουμε κτήνη, να μη γινόμαστε απάνθρωποι» προσθέτει.

Credits: Σίσσυ Μόρφη
Το δραματουργικό πλησίασμα του Λιβαθινού στην ευριπίδεια τραγωδία έχει ως κεντρικό άξονα τη συνομιλία με τον Πλάτωνα και, ειδικότερα, με τον περίφημο, αλληγορικό «Μύθο του Σπηλαίου». Κάπως έτσι, το δίκαιο και το άδικο, η πλάνη και η αλήθεια έρχονται και συμπλέκονται στοχαστικά επί σκηνής, «όπου θα είναι σαν να παρακολουθούμε έναν πολλαπλό εφιάλτη και όπου εμείς οι ηθοποιοί θα έχουμε τα προσωπεία μας, θα φοράμε μάσκες» συμπληρώνει η Σαββίδου.
Καθοριστικά σημεία μιας σταθερής πορείας
Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Καβάλα, «σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης, ο πατέρας μου εκπαιδευτικός, η μητέρα μου τραπεζική υπάλληλος, χωρίς ιδιαίτερη επαφή με τα καλλιτεχνικά, αλλά υποστηρικτικοί σε ό,τι θέλησα να ακολουθήσω», η Σαββίδου γνώριζε ήδη από το Δημοτικό – «όπου υπήρξα πολύ τυχερή, είχα εμπνευσμένους δασκάλους» – ότι θα ταχθεί στο θέατρο.
«Ναι, ακούγεται παράξενο, αλλά από τότε ήταν πεντακάθαρο σε εμένα. Απλώς δεν ήξερα από ποια πλευρά, αν θα είμαι πάνω, κάτω ή δίπλα στη σκηνή. Είναι στη φύση μου αυτό, νομίζω. Εννοείται ότι η βασική μου ιδιότητα είναι ηθοποιός. Ανέκαθεν, όμως, ήθελα να έχω μια σχέση με το όλον, όχι μόνο με τους ρόλους, αλλά και με τα έργα, τη θεατρική διαδικασία συνολικά. Με τον ίδιο τρόπο, φυσικά, προέκυψε και η διδασκαλία. Κατόπιν, ήρθε και η σκηνοθεσία στη ζωή μου. Γιατί σκηνοθετώ κιόλας. Οχι συστηματικά, αλλά το κάνω, και δεν το κάνω τυχαία. Το κάνω για παιδιά και εφήβους. Αυτό από μόνο του, οι παραστάσεις για μικρότερους και νεότερους θεατές, είναι το θέμα – και δεν υπάρχει σπουδαιότερο θέμα. Δεν ξεχνώ ποτέ ότι μια τέτοια παράσταση μπορεί να διαμορφώσει την πορεία ενός ανθρώπου, όπως ακριβώς συνέβη και σε εμένα» θυμάται συγκινημένη.

Credits: Σίσσυ Μόρφη
Τη δική της πορεία καθόρισε η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου κατά το διάστημα 2001-2007, με επικεφαλής τον Λιβαθινό, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Νίκου Κούρκουλου. «Μια εμπειρία σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα. Για εμένα, οι καλλιτεχνικές μου αποσκευές. Το να πω ότι με άλλαξε είναι λίγο, με έκανε ό,τι είμαι σήμερα. Αξέχαστη περίοδος, αυθεντικής δημιουργίας και πλήρους αφοσίωσης. Από τις πρόβες στις παραστάσεις και από τις παραστάσεις στις πρόβες, αδιάλειπτα, από το μεσημέρι μέχρι το βράδυ. Ηρθαμε σε επαφή με σημαντικούς ρώσους σκηνοθέτες και δασκάλους, με τη μεθοδολογία, τον πειραματισμό. Μια σταθερή ομάδα ηθοποιών ενηλικιωθήκαμε ως ερμηνευτικό σύνολο που εφευρίσκει τη δική του γλώσσα, τον δικό του σκηνικό κώδικα. Και αυτό δεν ήταν θεωρητικό, ήταν πρακτικό, ιδρώναμε κάθε μέρα. Εργάτες, με όλη τη σημασία της λέξης. Και πληρωνόμασταν για αυτό. Μόνο ένας δημόσιος οργανισμός θα μπορούσε να το εξασφαλίσει αυτό» σχολιάζει η Σαββίδου.
Και κλείνει την κουβέντα μας η ίδια: «Κοιτάξτε, οι ηθοποιοί χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Αφενός, υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι η διαδρομή τους έχει έναν στόχο, να γίνουν διάσημοι, να βγάλουν όσο περισσότερα χρήματα μπορούν, δηλαδή το “εγώ” ως αυτοσκοπός. Αφετέρου, υπάρχουν αυτοί που θεωρούν ότι η παρουσία τους στην υποκριτική έχει μια άλλη υφή, ότι το “εγώ” δεν είναι παρά ένα μέσο που, εφόσον καλλιεργείται και βαθαίνει, υπηρετεί όσο καλύτερα μπορεί κάτι που έχει γράψει κάποιος άλλος. Ο ρόλος είναι κάθε φορά ο άνθρωπος που υποστηρίζω στη σκηνή. Δίνω φωνή σε αυτόν τον άνθρωπο επειδή, χωρίς εμένα, δεν έχει φωνή. Αυτό σημαίνει ότι υπηρετώ κάποιον άλλον μέσα από εμένα, μέσα από την ψυχοσωματική μου συγκρότηση, δηλαδή μέσα από ένα “εγώ” που δεν είναι αυτοσκοπός. Το κοινό, ξέρετε, δεν θα έρθει να δει τη Σαββίδου, αλλά την Εκάβη, την Εκάβη όπως μπορεί ενδεχομένως να την υπηρετήσει η Σαββίδου. Αυτή είναι η τεράστια διαφορά. Κι αυτό είναι όλο».
INFO:
«Εκάβη – Στη σκιά της Πολιτείας»: Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στις 25 και 26 Ιουνίου.