Η Βενεζουέλα του Χοσέ Μπάλσα και η Ελλάδα

Ο βενεζουελανός συγγραφέας, λίγο πριν από το φονικό χτύπημα του Εγκέλαδου στην πατρίδα του, μίλησε στο ΒΗΜΑgazino για τον γλύπτη της αρχαιότητας, τον Καζαντζάκη και τη σχέση του με τον ελληνικό κόσμο.

Ο Χοσέ Μπάλσα (Δέλτα του Ορινόκο, 1939), βραβευμένος με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Βενεζουέλας, είναι μία από τις πιο ιδιότυπες φωνές της λατινοαμερικανικής πεζογραφίας· πανεπιστημιακός με σπουδές στην ψυχολογία και τη θεωρία της λογοτεχνίας, στρέφει την εμπεριστατωμένη ματιά του στη συνείδηση, τη μνήμη και την αντίληψη. Με τους «Εφτακόσιους φοίνικες φυτεμένους στο ίδιο σημείο» (πρωτότυπος τίτλος «Setecientas palmeras plantadas en el mismo lugar») έρχεται για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Σμίλη (μετάφραση – επίμετρο Λευτέρης Μακεδόνας) και μας ταξιδεύει στη Βενεζουέλα της δεκαετίας του 1960.

Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1974, έναν χρόνο μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, όταν οι τιμές του «μαύρου χρυσού» είχαν εκτοξευθεί. Η Βενεζουέλα – μία από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες – βρισκόταν τότε στο απόγειο της οικονομικής της ανάπτυξης.

Ταυτόχρονα, ο ορυκτός πλούτος της χώρας είχε δημιουργήσει βαθιές κοινωνικές ανισότητες. Τη δεκαετία του 1970 αποφασίζεται σταδιακά η κρατικοποίηση της εξόρυξης, με στόχο την κοινωνική διανομή του πλούτου – που, ωστόσο, δεν έγινε ποτέ πραγματικά εφικτή.

Το βιβλίο του Μπάλσα, αν και δεν είναι πολιτικό, αποτυπώνει την κοινωνική πραγματικότητα αυτών των συγκυριών. Γραμμένο εναλλάξ σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο, αφηγείται προσωπικές στιγμές του συγγραφέα και καταγράφει την εκρηκτική ανάπτυξη του Καράκας, καθώς η αστικοποίηση εντείνεται με επίκεντρο την πρωτεύουσα. Από εκεί μεταφερόμαστε στο Σαν Ραφαέλ, τη γενέτειρά του στο Δέλτα του μακρινού Ορινόκο, όπου η ζωή μέσα στη ζούγκλα κυλά αργά. Με γραφή αυτοβιογραφική, ροής συνείδησης (stream of consciousness), ο Μπάλσα μάς μεταφέρει εμπρός και πίσω στον χρόνο, ανάμεσα στο Καράκας και τον Ορινόκο, αλλά και ανάμεσα στην επιθυμία του να γυρίσει μια ταινία για τον Πραξιτέλη και την αδυναμία του να συγκεντρώσει υλικό.

Κεντρικό σημείο αναφοράς σε όλο το βιβλίο είναι η αναζήτηση του Πραξιτέλη – κι αυτό ακριβώς το φέρνει κοντά στον έλληνα αναγνώστη. O Πραξιτέλης απεικονίζει το τέλειο σε ανθρώπινη κλίμακα, ένα ιδεώδες ομορφιάς που κατεβάζει τους θεούς στην καθημερινή διάσταση. Η αναζήτησή του μοιάζει με απόδραση από τη σκληρή καθημερινότητα προς μια ιδανική πραγματικότητα.

Οπως γράφει ο συγγραφέας: «Ο Πραξιτέλης θα μου έδειχνε πώς ακριβώς να σμιλεύσω τις ώρες και τα συναισθήματα, στον βαθμό που αυτά σφυρηλατούν με τη σειρά τους την αντίληψή μου. Ομως αυτή ήταν μόνο η μία όψη του ζητήματος. Η άλλη, που είναι πολύ πιο βαθιά, ακόμη μου διαφεύγει. Ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να την αντιληφθώ. Το μόνο που καταλαβαίνω για αυτή είναι ότι πρόκειται για μια δύναμη η οποία με φέρνει πιο κοντά σε όλο αυτό που υπάρχει γύρω μου – ανθρώπους και πράγματα – και με ωθεί να αναζητήσω την ομορφιά που υπάρχει μέσα τους».

Η εικαστική ματιά του Μπάλσα δεν περιορίζεται στην εμμονή του με τον Πραξιτέλη: είναι και ο ίδιος εικαστικός. Ζωγραφίζει σχέδια, ορισμένα από τα οποία μας παραχώρησε, σε πρώτη ελληνική δημοσίευση, για την εικονογράφηση του παρόντος άρθρου.

Ο λιτός τρόπος περιγραφής του Μπάλσα φανερώνει την αγάπη του για τις καθαρές γραμμές της αρχαίας ελληνικής αισθητικής. Τονίζοντας το φως και απλές εικόνες της φύσης, έρχεται σε αντίθεση με συγγραφείς όπως ο Προυστ, τον οποίο αναφέρει σαρκαστικά: «Εκείνη εκεί η αδερφή ο Προυστ (το βιβλίο του οποίου, παρεμπιπτόντως, επρόκειτο να τελειώσει σύντομα) θα είχε χρειαστεί τουλάχιστον δεκαοκτώ σελίδες, γεμάτες οπτικές και γευστικές εικόνες, για να περιγράψει το ίδιο ακριβώς γεύμα».

Παράλληλα βλέπουμε τον αφηγητή να φεύγει από τον μακρινό Ορινόκο για σπουδές στο Καράκας, παρακολουθώντας μια ξέφρενη ζωή: «Τι να ήταν άραγε αυτό που συνέβαινε στα υπόλοιπα παιδιά, τους φίλους του, ώστε να θέλουν να ληστεύουν, να ξεχνούν εντελώς τον εαυτό τους και να σκοτώνουν εν ψυχρώ; Και γιατί επίσης η Ρακέλ και οι άνθρωποι του κοινωνικού της κύκλου δεν άντεχαν ούτε αυτοί τα επιχρυσωμένα όρια των δικών τους ζωών;».

Καθοριστικό ρόλο στην πρόσληψη του βιβλίου παίζουν οι σημειώσεις και το επίμετρο του μεταφραστή Λευτέρη Μακεδόνα, ο οποίος, στα τρία χρόνια της μετάφρασης, ήταν σε επαφή με τον συγγραφέα για διευκρινίσεις, ιστορικά στοιχεία και αναφορές για τη χώρα, επεξηγώντας ακόμη και τα ονόματα άγνωστων φυτών.

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, ο κόσμος που σκιαγραφεί ο Μπάλσα διαβάζεται σχεδόν σαν προφητεία: η εξάρτηση από το πετρέλαιο και η άνιση κατανομή του πλούτου βύθισαν τη Βενεζουέλα σε παρατεταμένη κρίση, με πάνω από οκτώ εκατομμύρια ανθρώπους να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα από το 2014. Και μόλις τον περασμένο Ιανουάριο η χώρα έζησε μια δραματική τομή, όταν, ύστερα από αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στο Καράκας, ο τότε πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο συνελήφθη και οδηγήθηκε στη Νέα Υόρκη για να δικαστεί για διακίνηση ναρκωτικών.

Πέρα από την ιστορική πραγματικότητα της εποχής του, το βιβλίο είναι ένα όμορφο ταξίδι σε έναν άλλο τρόπο σκέψης και σε μια άλλη χώρα, με τα «κλειδιά» του Πραξιτέλη στο χέρι. Αφήνει στον αναγνώστη την ελευθερία να ταξιδέψει και να ανοικοδομήσει τη δική του πραγματικότητα.

Η ταινία για τη ζωή του Πραξιτέλη, που ονειρεύεται ο συγγραφέας, φαίνεται τελικά να είναι η ταινία της δικιάς μας ζωής. Eτσι, οι εφτακόσιοι φοίνικες φαίνονται λίγοι, φυτεμένοι στο ίδιο σημείο, ενώ στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότεροι – όσες και οι αναγνώσεις της ιστορίας. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου στα ελληνικά, ο Χοσέ Μπάλσα μίλησε στο ΒΗΜΑgazino.

Γιατί διαλέξατε τον Πραξιτέλη – έναν γλύπτη, δημιουργό σωμάτων στην πέτρα – και όχι έναν ποιητή ή φιλόσοφο ως την ελληνική φιγούρα του αφηγητή σας; Τι σας δίνει η γλυπτική που δεν σας το δίνουν οι λέξεις;

Πρόκειται για μία αφήγηση (αισθησιακή, συγκεκριμένη, οπτική) και όχι για κάποια αφηρημένη μελέτη. Εχω ζήσει όλη μου τη ζωή φέροντας μέσα μου κάτι το ελληνικό (όπως πιστεύω ότι ισχύει και για εκατομμύρια άλλους ανθρώπους ανά τον κόσμο, πάντα) και μάλιστα εκείνη την εποχή είχα και μια άμεση εντύπωση από τον ελληνικό κόσμο, διότι περιηγήθηκα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας με ένα Volkswagen.

Φυσικά τους “Φοίνικες” είχα ξεκινήσει να τους γράφω από το 1966. Αποτέλεσμα έρευνας, βιβλιογραφίας (θυμάμαι, για παράδειγμα, το “O βίος των Ελλήνων” – “The Life of Greece” – του Γουίλ Ντουράντ) και προσωπικών οραμάτων. Οταν όμως είχα ετοιμάσει περί τις 200 σελίδες, ένας φίλος που εκτιμούσα πολύ, στην ίδια ηλικία με εμένα, τις διάβασε και μου είπε: “Αυτό το πράγμα δεν έχει ζωή μέσα του”.

Τότε ξεκίνησα από την αρχή, σε διαφορετικό τόνο. Εγραψα αυτό το δεύτερο βιβλίο από το 1968 μέχρι το 1973. Στο τέλος, συνέπτυξα όλο εκείνο, ό,τι είχα γράψει, σε ένα μεγάλης έκτασης διήγημα, φόρο τιμής στον Καζαντζάκη (“μαζεύω τα σύνεργά μου” – μια φράση που παραπέμπει στην “Αναφορά στον Γκρέκο”), με τον τίτλο “Αλέξης ο Διαλείπων”. Οι πρώτες εικόνες των Φοινίκων ανήκουν στην πραγματικότητα σε εκείνο το διήγημα.

Ενα θέμα που με ενδιέφερε τότε (με ενδιαφέρει ακόμη) ήταν η δύναμη του πνεύματος που απορρέει από το σώμα. Ενας γλύπτης είναι το σώμα του και το σώμα των έργων του· κι εμείς μπορούμε να γίνουμε επίσης τα έργα του. Ο Πραξιτέλης με καλούσε. Από την άλλη μεριά, βέβαια, έχω περάσει όλη μου τη ζωή βλέποντας κινηματογράφο ή έστω κινηματογράφο μέσω της τηλεόρασης. Ο αφηγητής των Φοινίκων στοχάζεται πάνω σε μια ταινία.

Για εμένα, οι λέξεις είναι αυτές που δημιουργούν τον όγκο και την πυκνότητα του κόσμου· ένας συγγραφέας μπορεί να είναι ένας κρυφός γλύπτης.

Στο βιβλίο, το παιδί βρίσκει στη λάσπη της πατρίδας του ένα μικρό αρχαίο γυναικείο γλυπτό που, σύμφωνα με μία εκδοχή, «ήταν το ίδιο που αντίκριζε και ο Πραξιτέλης στο στάδιο της Αθήνας» – και που στη συνέχεια παίρνουν μαζί τους «οι γιάνκηδες από την πλησιέστερη πετρελαϊκή εταιρεία». Η σκηνή, που «κατά κάποιον τρόπο σήμανε μια προσωπική ταπείνωση για τον ίδιο: την πτώση της θεότητας η οποία θα προστάτευε τα παιδικά του χρόνια», μοιάζει να συμπυκνώνει την εξόρυξη, την ξένη παρέμβαση και την κουλτούρα που χάνεται προς όφελος του μικρού κέρδους – «μερικές μποτίλιες ουίσκι της χειρίστης ποιότητας». Τη σκεφτήκατε εξαρχής ως σύμβολο ή γεννήθηκε πρώτα ως μνήμη και η συμβολική της διάσταση προέκυψε αργότερα;

Η ίδια η ερώτησή σας είναι ταυτόχρονα και η απάντησή της. Και συμφωνώ απολύτως με όσα λέτε. Μπορώ μόνο να προσθέσω ότι τόσο εκείνη την εποχή (τη δεκαετία του ’60) όσο και σήμερα η γηγενής τέχνη, δηλαδή η τέχνη των ιθαγενών πληθυσμών – είτε μιλάμε για την τέχνη του λόγου, τον χορό ή την υφαντουργία –, δεν έχαιρε της εκτίμησης που της άξιζε στη χώρα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Οι μεγάλοι βραχώδεις όγκοι κα τα βουνά της Βενεζουέλας αποκαλύπτουν τομές, ολόκληρα χαρακτικά επάνω στην πέτρα, τα οποία στην πραγματικότητα αποτελούν το αρχικό οπτικό μας ιδίωμα. Τρισχιλιετή μηνύματα που πέρασαν εντελώς απαρατήρητα. Πρακτικής ή ιερής σημασίας. Το ίδιο συμβαίνει και με κύπελλα, τεφροδόχους, αμφορείς, γλυπτές μορφές. Σήμερα, από το 1980 και μετά, κάτι έχει αλλάξει, κυρίως διότι έχει αρχίσει να εκτιμάται η αξία των έργων καλαθοπλεκτικής και άλλων αντικειμένων της λαϊκής τέχνης.

Ηταν λοιπόν λογικό ο πρωταγωνιστής των “Φοινίκων” να πιστεύει ότι κατάγεται από κάποια αρχαία δυναστεία, ανθρώπινη ή θεία, ή ότι είναι ο απόγονος κάποιων αρχαίων μυστικών καλλιτεχνών. Είναι μάλιστα πιθανό όλοι μας, σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, να φυλάμε μέσα μας ένα αντίστοιχο συναίσθημα, ακόμη κι αν δεν το γνωρίζουμε. Προσέθεσα στο ειδώλιο και κάποιες υπερβατικές δυνάμεις – ελληνικές φυσικά – ώστε να τονίσω την ταπεινότητα αλλά και την επιρροή που ασκούσε.

Και, όπως λέτε κι εσείς, επαφίεται στον αναγνώστη να προσδιορίσει ποια είναι η ακριβής φύση αυτών των δυνάμεων.

Πώς μπήκε ο ελληνικός πολιτισμός για πρώτη φορά στη ζωή σας – υπήρξε κάποιο βιβλίο ή ταξίδι που σας έκανε να νιώσετε ότι η Ελλάδα θα γινόταν ένας από τους «εσωτερικούς τόπους» του έργου σας; Και αν έπρεπε να επιλέξετε έναν έλληνα φιλόσοφο που συνοδεύει τη σκέψη ή τη γραφή σας, ποιος θα ήταν και γιατί;

Οταν ήμουν παιδί, μέσα στις ζούγκλες του Ορινόκο, σχεδόν κανείς δεν είχε βιβλία. Ωστόσο, στο Σαν Ραφαέλ του Μανάμο, εκείνο το μικροσκοπικό χωριό στο οποίο ζούσα, υπήρχαν τρία άτομα που είχαν βιβλία. Ετυχε λοιπόν να δω κι ένα βιβλίο τέχνης γραμμένο στα αγγλικά. Λίγο κείμενο αλλά πάρα πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Εκεί είδα κάποιες Καρυάτιδες, οι οποίες μου θύμισαν τις γυναίκες που πλένονταν στο δικό μου ποτάμι, τον Ορινόκο· απεικονίσεις φυλλωμάτων του Αλμπρεχτ Αλτντορφερ που έμοιαζαν με αυτά του σπιτιού μου· και μια Αφροδίτη του Πραξιτέλη.

Οταν έφτασα στο Καράκας, στα δεκαεπτά μου χρόνια, άρχισα να διαβάζω μανιωδώς τα πάντα: αφηγήματα, δοκίμια, ποίηση. Δεν άργησα να έρθω σε επαφή με τους έλληνες τραγικούς, τον Κάφκα, τον Μπόρχες, τον Θερβάντες. Και, προς μεγάλη μου έκπληξη, ξανασυναντήθηκα με τις Καρυάτιδες, τα γλυπτά του Πραξιτέλη (απομιμήσεις ή πιθανώς και γνήσια).

Το 1963 είδα μια ανορθόδοξη ταινία στην οποία η Μπριζίτ Μπαρντό περνούσε δίπλα από κάποιους θεούς (από χαρτόνι): “Η περιφρόνηση”, νομίζω, του Γκοντάρ. Ηδη εκείνη την εποχή είχα μελετήσει ορισμένα πράγματα από φιλοσοφία. Είχα παρακολουθήσει ένα σεμινάριο για τον Πλάτωνα. Η Ελλάδα, με τον Σεφέρη, τον Καρυωτάκη – που μοιάζει τόσο πολύ με τον δικό μας Χοσέ Αντόνιο Ράμος Σούκρε – και τη Μελίνα Μερκούρη, αποτελούσε κομμάτι της ζωής μου, της κουλτούρας μου, των μπαρ στα οποία σύχναζα με τους φίλους μου.

Το 1972, με τον φίλο μου Βίκτορ Φουενμαγιόρ νοικιάσαμε ένα Volkswagen στην Αθήνα και γυρίσαμε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα. Η σκληρή εποχή των συνταγματαρχών. Τα βράδια στα χωριά τραγουδούσα στα ελληνικά τραγούδια του Χατζιδάκι – παρότι δεν ήξερα τη γλώσσα. Παρακολούθησα θέατρο στην Επίδαυρο, έμεινα μερικές μέρες στους Δελφούς. Από τότε είμαι σταθερά πιστός στον ελληνικό κόσμο. Οταν έγραφα τους “Φοίνικες”, ήταν φυσικό ο πρωταγωνιστής να θέλει να στοχαστεί τον Πραξιτέλη ως το αποκορύφωμα του τι μπορεί να είναι ένας καλλιτέχνης. Δεν ήταν (δεν είναι) και πολλά πράγματα γνωστά για αυτόν· λίγα μόνο έργα του αποδίδονται σε αυτόν με βεβαιότητα: κενό αρκετά μεγάλο ώστε να χωρέσει κι εμένα μέσα του.

Συνεχίζει να με ενδιαφέρει η ύψιστη πνευματική ζωή εκείνου του κόσμου, αλλά και η δυναμική καθημερινότητα του σήμερα (για παράδειγμα, η μουσική του Σταύρου Λάντσια). Και είμαι πρακτικός άνθρωπος: μέσα σε λίγες ημέρες ή λίγους μήνες μπορώ να προσαρμοστώ απολύτως στη σκέψη κι ενός ακόμη έλληνα φιλοσόφου: του Ηράκλειτου, του Αναξίμανδρου ή του Πινδάρου (ναι, του ποιητή)· ή οποιουδήποτε άλλου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version