Εφέτος συμπληρώνει δέκα χρόνια δημιουργικής παρουσίας. Μια διαδρομή με συναυλίες, εκπαιδευτικές δράσεις και σημαντικές ηχογραφήσεις, με έμφαση στην ανάδειξη της λόγιας ελληνικής μουσικής.
Η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών συνεχίζει δυναμικά δίνοντας το «παρών» και στις ημέρες του Πάσχα: τη Μεγάλη Δευτέρα, 6 Απριλίου, στο Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» του Ωδείου Αθηνών θα παρουσιάσει το εμβληματικό ορατόριο «Παύλος» του Φέλιξ Μέντελσον με τη συμμετοχή της Ακαδημαϊκής Χορωδίας Νέων Αθηνών (ΑΧΝΑ), της Μεικτής Χορωδίας του Εθνικού Ωδείου και του Apollo Voice Ensemble από το Ηράκλειο της Κρήτης, και με σολίστες την υψίφωνο Ελένη Καλένος, τη μεσόφωνο Ειρήνη Καράγιαννη, τον τενόρο Ανδρέα Καραούλη και τον βαθύφωνο Χριστόφορο Σταμπόγλη.
Διευθύνει ο μαέστρος και συνιδρυτής της ορχήστρας, καθηγητής Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Μαλιάρας, ο οποίος με αφορμή τη συναυλία ανατρέχει στην ιστορία της Φιλαρμόνιας και αποκαλύπτει τα όνειρά του για το μέλλον της.

Φωτο: Vidalis Nikiforos
Ποια ήταν η ανάγκη που σας οδήγησε στη δημιουργία της ορχήστρας και σε ποιον βαθμό νιώθετε ότι αυτή έχει δικαιωθεί σήμερα;
«Η αρχική ανάγκη προήλθε από τη διαπίστωση τη δική μου και του στενού φίλου και συνεργάτη Βύρωνα Φιδετζή τού πόσο σπάνια παίζεται η ελληνική έντεχνη – ή “λόγια” – ελληνική μουσική από τις ελληνικές ορχήστρες και πόσο σπάνια την ακούμε στις αίθουσες συναυλιών. Η διαπίστωση αυτή είναι πολύ δυσάρεστη, αν σκεφτεί κανείς το πόσο διαφορετική είναι η εικόνα σε άλλες χώρες της “γειτονιάς” μας ή της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Ορχήστρες από χώρες όπως η Βουλγαρία, η Κροατία, η Σερβία, η Ρουμανία, ακόμη και η Αλβανία ή η Τουρκία, μελετούν, ερμηνεύουν, δισκογραφούν, δημιουργούν βίντεο, εκδίδουν σε παρτιτούρες και εν γένει προβάλλουν και αναδεικνύουν το έργο των εγχώριων συνθετών τους.
Υπάρχει φυσικά κρατική μέριμνα για αυτό, διότι όλοι καταλαβαίνουν ότι είναι καθήκον τους να προωθήσουν την πολιτιστική τους κληρονομιά. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο στην Ελλάδα δεν συμβαίνει στον βαθμό που θα θέλαμε, παρόλο που η νεότερη ελληνική έντεχνη μουσική μετράει ήδη πάνω από δύο αιώνες ιστορίας. Πιστεύω ότι η Φιλαρμόνια, που έθεσε αυτό ακριβώς ως κύριο στόχο της ύπαρξής της, δικαιώνεται, τουλάχιστον στα μάτια εκείνων που ενδιαφέρονται και συμμερίζονται τις σκέψεις αυτές. Νομίζω ότι έχει πια δημιουργήσει την ιδιαίτερη προσωπικότητα και φυσιογνωμία της, και χαιρόμαστε ιδιαίτερα όταν και άλλοι αναγνωρίζουν την προσφορά της και ακολουθούν το παράδειγμά της».
Πόσο δύσκολο είναι, τελικά, να πείσεις το κοινό να ακούσει «άγνωστο» ελληνικό ρεπερτόριο;
«Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Και υπάρχουν λόγοι για αυτό. Στην Ελλάδα, πολύς κόσμος πιστεύει ότι η έντεχνη ή η κλασική μουσική είναι κάτι απόμακρο, ελιτίστικο, που δεν ανήκει στην πολιτιστική ιστορία και την παράδοση του τόπου. Είναι μια εντελώς ακατανόητη και, κατά τη γνώμη μου, απερίφραστα λαθεμένη άποψη. Οταν ένας τεράστιος τομέας της ευρωπαϊκής έντεχνης μουσικής, που είναι η όπερα, ξεκίνησε την ιστορία της στην ύστερη Αναγέννηση ως προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και χρησιμοποιούσε στις υποθέσεις της αιώνιους αρχαιοελληνικούς μύθους, τότε πώς μπορούμε να λέμε ότι η όπερα είναι ξένη προς την ελληνική παράδοση και τον ελληνικό πολιτισμό; Το ίδιο ισχύει για όλα τα είδη κλασικής μουσικής.
Εμείς όμως προτιμάμε την εύπεπτη “δημοφιλή” εμπορική μουσική και θεωρούμε ότι αυτή αντιπροσωπεύει καλύτερα τον ελληνικό πολιτισμό. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι αναληθές. Και αυτή η μουσική πρέπει να υπάρχει, αλλά έχει άλλους στόχους, άλλες προδιαγραφές, διαφορετική λειτουργία μέσα στην κοινωνία. Το ένα ούτε μπορεί να αντικαταστήσει ούτε και πρέπει να αποκλείει το άλλο. Για να προσεγγίσει όμως το κοινό και το πιο απαιτητικό και “άγνωστο” ελληνικό ρεπερτόριο, χρειάζεται να το ακούει συχνότερα, ώστε να το εκτιμήσει ως προς την αξία του. Κατά τη γνώμη μου, δηλαδή, θα έπρεπε οι φορείς εκείνοι που χρηματοδοτούν καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, όπως το Δημόσιο και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά και οι μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες και τα κοινωφελή ιδρύματα που συχνά τις στηρίζουν μέσω επιδοτήσεων ή χορηγιών, να στρέψουν την προσοχή τους και προς άλλες κατευθύνσεις, εκτός της χιλιοακουσμένης εμπορικής μουσικής, ώστε το κοινό να έχει την ευκαιρία να την προσεγγίσει».

Σε μια χώρα όπου οι περισσότερες ορχήστρες είναι κρατικές ή επιχορηγούμενες, τι σημαίνει στην πράξη να λειτουργεί μια ορχήστρα που στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία;
«Σημαίνει σίγουρα πολύ μεγάλο αγώνα και προσπάθεια. Το κόστος της λειτουργίας της Φιλαρμόνιας είναι υψηλό, εφόσον είναι μια επαγγελματική ορχήστρα που πρέπει να αμείβει όλους όσοι συνεργάζονται μαζί της. Μέχρι σήμερα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχουμε καμία κρατική ούτε ιδιωτική στήριξη από χορηγούς, ενώ φυσικά τα εισιτήρια από τις συναυλίες μας, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν αρκούν για να καλύψουν τα έξοδά μας.
Σημειώνω επίσης ότι όλες οι άλλες κρατικές ορχήστρες, εκτός από τον κρατικό προϋπολογισμό, που καλύπτει όλα τους τα τρέχοντα έξοδα, έχουν και αρκετές επιπλέον ευρωπαϊκές επιδοτήσεις ή ιδιωτικές χορηγίες. Εχουν επιπροσθέτως ελεύθερη και πολύ συχνή πρόσβαση στις μεγάλες αίθουσες συναυλιών και τα θέατρα, όπως τα Μέγαρα Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, το νέο κτίριο της Λυρικής Σκηνής, το θέατρο Ολύμπια, το Ηρώδειο. Και καλώς τα έχουν. Ποτέ δεν θα έλεγα να στερηθούν αυτές τις ευκολίες.
Ομως η Φιλαρμόνια, εδώ και δέκα χρόνια, έχει μόνο μία με δύο συναυλίες τον χρόνο στο Μέγαρο, ενώ στο Φεστιβάλ Αθηνών, στο Ηρώδειο, παίξαμε όλες κι όλες δύο φορές. Οταν καλείται να συμμετάσχει σε ένα φεστιβάλ, για παράδειγμα, σε έναν δήμο, χρειάζεται μια αμοιβή για να μπορέσει να καλύψει τις αμοιβές των μουσικών που θα χρησιμοποιήσει. Μια κρατική ορχήστρα δεν χρειάζεται να ζητήσει αμοιβή, διότι οι αμοιβές των μουσικών της και τα λοιπά έξοδά της θα καλυφθούν από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αρα, ο δήμος πολύ πιο δύσκολα θα καλέσει τη Φιλαρμόνια. Ολα αυτά δεν είναι ευνοϊκά, ούτε συνιστούν ίση μεταχείριση. Παρακαλώ να μην παρεξηγηθώ. Οι κρατικές ορχήστρες καλώς χρηματοδοτούνται και μακάρι να χρηματοδοτούνταν ακόμη περισσότερο. Νομίζω όμως ότι, έπειτα από δέκα χρόνια αδιάλειπτης και συνεπούς λειτουργίας, θα έπρεπε να αναγνωριστεί από τους υπεύθυνους και η ιδιάζουσα θέση και η μέχρι τώρα πλούσια προσφορά της Φιλαρμόνιας στην ελληνική μουσική και να αναζητηθεί τρόπος να στηριχθεί».
Αν σας ζητούσα να ξεχωρίσετε μία στιγμή από αυτή τη δεκαετία που συμπυκνώνει την ταυτότητα της Φιλαρμόνιας, ποια θα ήταν;
«Θα αναφερθώ σε δύο στιγμές: Η πρώτη είναι η πλήρης εκτέλεση των “36 Ελληνικών Χορών” του Νίκου Σκαλκώτα στο Ηρώδειο το επετειακό 2021. Πρόκειται για ένα εμβληματικό έργο – κατά τη γνώμη μου, από τα κορυφαία της ελληνικής μουσικής δημιουργίας. Η συναυλία εκδόθηκε σε τριπλό ψηφιακό δίσκο από τη γαλλική εταιρεία Mélisme στο Παρίσι. Ηταν η πρώτη πλήρης ηχογράφηση και δισκογράφηση ολόκληρης της σειράς των “Χορών” από ελληνική ορχήστρα. Υπάρχει δηλαδή μια πρωτιά της Φιλαρμόνιας, η οποία θα ακολουθηθεί και από μια δεύτερη, την προετοιμαζόμενη συνολική έκδοση της παρτιτούρας και του ορχηστρικού υλικού των “Χορών”.
Η δεύτερη μεγάλη στιγμή, επίσης παγκόσμια πρώτη, είναι η αναβίωση, μετά από μουσικολογική έρευνα και επιμέλεια, ενός ακόμη εμβληματικού έργου ενός μεγάλου έλληνα συνθέτη, της όπερας “Διδώ” του Διονυσίου Λαυράγκα. Από το μουσικό αρχείο Λαυράγκα, που φιλοξενείται στο Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης του Ωδείου Αθηνών, και με τη μέριμνα της υπεύθυνης, κυρίας Στέλλας Κουρμπανά, πήραμε το διαθέσιμο χειρόγραφο υλικό του έργου, από το οποίο παρήχθη μια νέα, σύγχρονη παρτιτούρα, σπαρτίτο και ορχηστρικό υλικό. Το έργο ηχογραφήθηκε από τη Φιλαρμόνια υπό τον Φιδετζή τον Μάιο του 2025 και ήδη εκδόθηκε και κυκλοφορεί σε ένα τριπλό CD με άλλα συμφωνικά έργα του Λαυράγκα. Ταυτόχρονα ετοιμάζεται η έκδοση της παρτιτούρας και του λιμπρέτου».
Πόσο έχει αλλάξει το τοπίο της συμφωνικής μουσικής στην Ελλάδα από το 2016 μέχρι σήμερα; Υπάρχει μεγαλύτερη εξοικείωση του κοινού;
«Νομίζω πως σιγά-σιγά το τοπίο όντως αρχίζει να αλλάζει. Το κοινό ακούει πιο συχνά το ελληνικό ορχηστρικό ρεπερτόριο. Υπάρχουν πλέον αρκετές σύγχρονες ποιοτικές εκδόσεις από τη Φιλαρμόνια, αλλά και από άλλους φορείς, που καθιστούν τα έργα πιο εύκολα προσβάσιμα. Το Διαδίκτυο επίσης βοηθάει πάρα πολύ στην πρόσβαση σε σπάνια έργα. Και βλέπουμε ότι όλο και περισσότερες ορχήστρες προσεγγίζουν την ελληνική μουσική.
Γενικά, στον χώρο της κλασικής μουσικής – όχι μόνο της ελληνικής – το τοπίο έχει αλλάξει. Εχουμε πλέον ορχήστρες πολύ υψηλού επιπέδου, εφάμιλλες των ευρωπαϊκών. Οι χώροι που είναι αφιερωμένοι στη μουσική έχουν αυξηθεί στην Αθήνα και στην περιφέρεια. Οι υποδομές έχουν βελτιωθεί. Αν στηριχθούν και οι προσπάθειες ανάδειξης της ελληνικής μουσικής παραγωγής περισσότερο, τότε θα μπορούμε να είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι».
Ως πανεπιστημιακός και μουσικολόγος, πώς γεφυρώνετε την ακαδημαϊκή έρευνα με την καλλιτεχνική πράξη μέσα από την ορχήστρα;
«Για εμένα ως μουσικολόγο, είναι αδιανόητο να διαχωρίζεται η επιστημονική έρευνα από την καλλιτεχνική πράξη: είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και η στενή σχέση των δύο είναι κατ’ εμέ αυτονόητη και απαραίτητη. Αλλωστε και στη θητεία μου στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου διδάσκω εδώ και 30 χρόνια, ίδρυσα τη Μεικτή Χορωδία και την Ορχήστρα Δωματίου, για να δοθεί καλλιτεχνική διέξοδος στους φοιτητές και τις φοιτήτριες. Ειδικά στην περίπτωση της ελληνικής μουσικής, όμως, η σύνδεση έρευνας και ερμηνείας είναι και αναπόφευκτη, αν αναλογιστεί κανείς πόση έρευνα και επιστημονική μελέτη πρέπει να γίνει για να ανασυρθεί από τη λήθη και να επανέλθει στο ρεπερτόριο το ελληνικό έργο στην ιστορική του διάσταση. Η ιδιότητά μου ως πανεπιστημιακού και η σχετική εμπειρία ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που με οδήγησαν στην απόφαση για την ίδρυση και τη λειτουργία της Φιλαρμόνιας.
Η επιστημονική μου έρευνα τα τελευταία χρόνια έχει επικεντρωθεί και αυτή στην ελληνική έντεχνη μουσική. Σχετικά είναι και τα θέματα των εργασιών που εκπονούνται από φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες. Μέσα από αυτή τη δραστηριότητα, πολλοί νέοι άνθρωποι την πλησιάζουν επιστημονικά, ερευνητικά και, εν τέλει, καλλιτεχνικά. Αυτό φυσικά δεν είναι μόνο δική μου επιτυχία. Πάρα πολλοί συνάδελφοι, καθηγητές, αλλά και νέοι επιστήμονες σε όλα τα μουσικολογικά τμήματα των πανεπιστημίων μας έχουν παραγάγει ή έχουν καθοδηγήσει εξαιρετικά ευρύ έργο σχετικά με την ελληνική μουσική, και οι γνώσεις μας έχουν πολλαπλασιαστεί σε εκθετικό βαθμό. Υπάρχουν όμως και άλλα ιδρύματα και φορείς που συνεισφέρουν τα μέγιστα, όπως για παράδειγμα το Αρχείο Ελληνικής Μουσικής της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος “Λίλιαν Βουδούρη” του Συλλόγου “Οι Φίλοι της Μουσικής”, που είναι πλουσιότατο και οργανωμένο κατά τα επιστημονικά πρότυπα. Ολα αυτά δημιουργούν υποδομές επιστημονικές και καλλιτεχνικές αξιοζήλευτες, και αναμένουμε από τον καλλιτεχνικό μας κόσμο να τις αξιοποιήσει περισσότερο».
Ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για τα επόμενα δέκα χρόνια; Η εξωστρέφεια, οι ηχογραφήσεις, η εκπαίδευση νέου κοινού ή κάτι άλλο;
«Νομίζω ότι είναι όλα αυτά μαζί. Να υπογραμμίσω ότι η Φιλαρμόνια βλέπει τη θέση της ανάμεσα στις άλλες ορχήστρες όχι ανταγωνιστικά, αλλά συνεργατικά. Αν οι άλλοι έχουν περισσότερα μέσα από τη Φιλαρμόνια, καλώς τα έχουν, και τους καλούμε να τα αξιοποιήσουν προς την κατεύθυνση της αναβάθμισης της καλλιτεχνικής δημιουργίας των ελλήνων δημιουργών: της στήριξης στο έργο τους, της παροχής περισσότερων ευκαιριών για να αναδειχθεί, να γίνει γνωστό στο ελληνικό και στο διεθνές κοινό μέσω συναυλιών, ηχογραφήσεων, βίντεο στις γνωστές διεθνείς πλατφόρμες, εκδόσεων κ.λπ.
Το υπουργείο Παιδείας και το υπουργείο Πολιτισμού να κάνουν ό,τι είναι εφικτό ώστε το ελληνικό κοινό να έχει ευκολότερη και συχνότερη πρόσβαση στο ελληνικό ρεπερτόριο, για να το γνωρίσει και να το αγαπήσει. Το ίδιο πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να κάνουν όλοι οι σχετικοί φορείς. Η Εθνική Λυρική Σκηνή έχει ανεβάσει πολύ το επίπεδό της και ερμηνεύει πλέον έργα του διεθνούς ρεπερτορίου δυσπρόσιτα στο παρελθόν. Αναμένουμε όμως να δούμε συχνότερα έργα ελλήνων συνθετών σε πλήρη σκηνοθετημένη μορφή στο ρεπερτόριο όχι της Εναλλακτικής Σκηνής, αλλά της κεντρικής. Τουλάχιστον – γιατί όχι – ένα με δύο κάθε σεζόν!
Η Φιλαρμόνια με τις δικές της δυνάμεις θα συνεχίσει στον ίδιο δρόμο και θα προσπαθήσει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον τομέα της ηχογράφησης, της παραγωγής βίντεο και των εκδόσεων. Επιθυμία μας είναι ένα μέρος των εκδόσεων, που δεν επιβαρύνεται με πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών, να είναι διαθέσιμο στο Διαδίκτυο δωρεάν ή να σταλεί δωρεάν στις μεγαλύτερες ορχήστρες και λυρικά θέατρα του κόσμου».
Σε μια εποχή ταχύτητας και ψηφιακής κατανάλωσης, τι μπορεί να προσφέρει σήμερα μια συμφωνική συναυλία που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από το «σκρολάρισμα» σε μια οθόνη;
«Νομίζω πως όλοι όσοι πηγαίνουν σε συναυλίες θα συμφωνήσουν μαζί μου ότι είναι μια εμπειρία που δεν αντικαθίσταται από την αναπαραγωγή μέσω μιας οθόνης. Η αισθητική απόλαυση από όλη την ατμόσφαιρα και η ενέργεια της ζωντανής συναυλίας δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αντικατασταθεί. Ομως, οι δύο αυτοί τρόποι προσέγγισης της μουσικής δεν είναι αντιθετικοί μεταξύ τους. Το Διαδίκτυο μας προσφέρει τη δυνατότητα να ακούσουμε εύκολα πολλές διαφορετικές εκτελέσεις του ίδιου έργου από διάφορες ορχήστρες. Μπορούμε επίσης να βρούμε έργα σπάνια, που δεν τα ακούς εύκολα σε μια συναυλία, και να τα γνωρίσεις. Με τον ίδιο τρόπο βοηθιέται και η ίδια η μουσικολογική έρευνα. Είναι πολλές δεκάδες τα βίντεο με έργα ελλήνων συνθετών που είναι δωρεάν διαθέσιμα στην ιστοσελίδα της Φιλαρμόνιας. Και υπάρχουν άλλα τόσα στο αρχείο μας που περιμένουν την επεξεργασία τους. Και σκοπεύουμε στα επόμενα χρόνια να ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο τον τομέα αυτόν».
Πρόκειται να ερμηνεύσετε το ορατόριο «Παύλος», ένα έργο με έντονη δραματουργία και θεολογικό βάθος. Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στη διεύθυνσή του;
«Ο “Παύλος” του Μέντελσον αφηγείται την ιστορία του Αποστόλου των Εθνών, που από απηνής διώκτης του χριστιανισμού μεταστράφηκε θαυματουργικά στον πιο ένθερμο κήρυκά του. Τα κείμενα στα οποία βασίζεται προέρχονται κυρίως από την Καινή Διαθήκη (Πράξεις των Αποστόλων), με εξαίρεση μερικά αποσπάσματα της Παλαιάς (Ψαλμοί, Προφήτες κ.λπ.). Η δραματουργική δομή του έργου είναι πράγματι πολύ έντονη, ενδιαφέρουσα, με μεταπτώσεις, παραστατικές αφηγήσεις των διωγμών των πρώτων χριστιανών και των πρώτων μαρτύρων (Στέφανος), την αναπαράσταση της εμφάνισης του Χριστού στον Παύλο κ.λπ.
Ισως το πιο ενδιαφέρον και το πιο απαιτητικό στοιχείο για έναν μαέστρο είναι ο ερμηνευτικός χειρισμός των χορωδιακών μερών, διότι ο συνθέτης χρησιμοποιεί τη χορωδία σε πολλούς διαφορετικούς ρόλους μέσα στο έργο. Η χορωδία υποδύεται τον οργισμένο λαό των Ιουδαίων που θεωρούν ότι ο Στέφανος εχθρεύεται τη διδασκαλία του Μωυσή και γι’ αυτό τον λιθοβολούν, κατόπιν προσεύχεται μέσω των χορικών στον Θεό των χριστιανών παρακαλώντας να τους δώσει θεία φώτιση, προστασία, παρηγοριά. Η χορωδία επίσης υποδύεται τη φωνή του ίδιου του Ιησού, που καλεί τον Παύλο να Τον ακολουθήσει και η ίδια, ως “Φωνή της Χριστιανοσύνης”, δοξάζει τον Θεό μέσα από τα επιβλητικά χορωδιακά».
Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή ή χορωδιακό μέρος στο έργο που θεωρείτε κομβικό ή συγκινησιακά καθοριστικό;
«Κατά τη γνώμη μου, το πιο απρόσμενο και ευρηματικό στοιχείο στο ορατόριο είναι η στιγμή που ο ίδιος ο Ιησούς παίρνει φωνή και μιλάει στον Σαούλ πριν από τη μεταστροφή του, ρωτώντας το περίφημο “Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;”. Στο σημείο αυτό, ο συνθέτης δίνει τη φωνή του Ιησού, εντελώς αναπάντεχα, στη γυναικεία χορωδία! Είναι ένα εύρημα που νομίζω ότι δεν έχει προηγούμενο και κάνει τον Μέντελσον να ξεφεύγει από την επιρροή του Μπαχ και να αποκαλύπτει την ανόθευτη ρομαντική του φύση».
Βλέπετε στο έργο αυτό επίκαιρες αναγνώσεις ή νοήματα που συνομιλούν με το σήμερα;
«Νομίζω ότι το θρησκευτικό συναίσθημα και οι θρησκευτικές παραδόσεις που συμπορεύονται με αυτό είναι ακόμη και στην εποχή μας ένας καθοριστικός παράγων στην καθημερινότητα του καθενός από εμάς, ακόμη και αν μερικές φορές δυσκολευόμαστε να το παραδεχθούμε. Αυτό συμβαίνει, κατά την άποψή μου, ακόμη και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Μπορεί κανείς να αρνηθεί, για παράδειγμα, ότι πίσω από την τελευταία πολεμική σύγκρουση που ξέσπασε στην περιοχή μας, διακρίνουμε – εκτός των οικονομικών, γεωπολιτικών και άλλων στόχων – και την προαιώνια σύγκρουση μεταξύ των τριών μεγάλων θρησκειών της περιοχής: χριστιανισμού, ιουδαϊσμού και Ισλάμ; Υπό την έννοια αυτή, ένα έργο όπως ο “Παύλος”, που μιλά γι’ αυτήν ακριβώς τη μεταστροφή από τον ιουδαϊσμό στον χριστιανισμό, έχει άμεση και ευθεία αναφορά στην εποχή μας και σε κάθε εποχή. Ακόμη και όσοι δεν πιστεύουν στον χριστιανισμό δεν μπορούν, νομίζω, να του αρνηθούν τον ιστορικό ρόλο του ως καθοριστικού πυλώνα στην πορεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Και για εμάς τους Ελληνες νομίζω ότι είναι από τα έργα που τονίζουν και υπογραμμίζουν τις πολιτιστικές σχέσεις μας με την Ευρώπη. Η σεπτή μορφή του Αποστόλου των Εθνών πρέπει ως σύμβολο να ενώνει, να συμφιλιώνει και να κηρύττει την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Ας θυμηθούμε το γνωστό χωρίο από την Προς Κορινθίους Επιστολή του: “…ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν καὶ κύμβαλον ἀλαλάζον…” (…αν όμως δεν έχω αγάπη, έχω γίνει σαν χαλκός που ηχεί ή σαν κύμβαλο που αλαλάζει…)».