Αναζητώντας την αρχή του 21ου αιώνα

Αισίως το 2025 συμπληρώσαμε ημερολογιακά το πρώτο τέταρτο του αιώνα μας. Ποια μπορεί όμως να θεωρηθεί η πραγματική απαρχή του ως διακριτής εποχής από την προηγούμενη με βάση τα παγκόσμια γεγονότα που ζήσαμε ως σήμερα;

Την 1η Ιανουαρίου 2000 η παγκόσμια κοινότητα εξέπνευσε έναν στεναγμό συλλογικής ανακούφισης. Αεροπορικά και σιδηροδρομικά δρομολόγια γίνονταν κανονικά, δημόσιες υπηρεσίες και ιδιωτικές επιχειρήσεις λειτουργούσαν χωρίς πρόβλημα, ο ιατρικός εξοπλισμός των νοσοκομείων παρέμενε ανεπηρέαστος. Ο συναγερμός του Y2K, της πιθανής δυσλειτουργίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών εξαιτίας της ανάγνωσης της ημερομηνίας 1/1/00, είχε αποφευχθεί, οι Κασσάνδρες που διέδιδαν σενάρια πλανητικής αταξίας με ζημιές 400 έως 800 δισεκατομμυρίων δολαρίων είχαν διαψευστεί, η Γη μπορούσε να συνεχίσει να γυρίζει καθησυχασμένη. «Η πρώτη πρόκληση του 21ου αιώνα που θα αντιμετωπιζόταν με επιτυχία», όπως την είχε ορίσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, ήταν όντως παρελθόν.

Μια στιγμή, όμως. Του 21ου αιώνα; Ημερολογιακά, οι αιώνες μετρούνται από το έτος 1, επομένως το 2000 ήταν η τελευταία χρονιά του 20ού αιώνα, η πρώτη του επόμενου θα ξεκινούσε την 1η Ιανουαρίου 2001. Με την παράλληλή τους έννοια, αυτή της διακριτής εποχής, ωστόσο, η έναρξή τους εξαρτάται από τα γεγονότα. Για παράδειγμα, ελάχιστοι σήμερα αμφισβητούν την περιοδολόγηση του βρετανού ιστορικού Ερικ Χόμπσμπομ ο οποίος, προσπερνώντας το τυπικό, άχρωμο 1801 και το παντελώς αδιάφορο 1899, έκανε πρώτος λόγο για έναν «μακρό 19ο αιώνα» από τη Γαλλική Επανάσταση το 1789 ως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914. Και ήδη, στα 26 χρόνια του δικού μας, δεν είναι λίγοι οι σταθμοί που μπορούν να διεκδικήσουν το προνόμιο της αληθινής απαρχής του.

Η επίσημη έναρξη

Για την κανονική χρονολογική απαρχή δεν χρειάζεται να γίνει και πολύς λόγος, το hangover του Millennium είχε τέτοιες διαστάσεις ώστε επισκίασε πλήρως την Πρωτοχρονιά του 2001. Η επίσημη πρώτη ημέρα του 21ου αιώνα δεν θα είχε δύο επετειακά προεδρικά διαγγέλματα στη Ρωσία, του αιφνιδίως παραιτηθέντος Μπορίς Γέλτσιν και του εν πολλοίς άγνωστου αντικαταστάτη του, Βλαντίμιρ Πούτιν, τους Europe να παίζουν το «Final Countdown» στη Στοκχόλμη,  τον Νέλσον Μαντέλα να ανάβει ένα κεράκι στο κελί της φυλακής του Ρόµπεν Αϊλαντ, όπου είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της κάθειρξής του από το καθεστώς του απαρτχάιντ, την ψηφιακή οθόνη στον Πύργο του Αϊφελ να μετρά ανάποδα, το σήμα του Χόλιγουντ να φωταγωγείται με τα χρώματα της αμερικανικής σημαίας.

Η αισιοδοξία των 90s ότι ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος θα συνεχιζόταν στο ίδιο ανέμελο μοτίβο ευμάρειας, κατανάλωσης και αμεριμνησίας, αυτό που ο Φράνσις Φουκουγιάμα είχε επενδύσει ιδεολογικά με την έκδηλη στους εορτασμούς της Χιλιετηρίδας έννοια του «τέλους της Ιστορίας», διαπερνούσε το 2001 – αλλά θα κρατούσε μόλις οκτώ μήνες ακόμη.

Οι Δίδυμοι Πύργοι

«Το πρωί της Τρίτης 11 Σεπτεμβρίου, από το παράθυρό μου στο Κάτω Μανχάταν, παρακολουθούσα την έναρξη του 21ου αιώνα» σημείωνε o καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης Τόνι Τζαντ στο περιοδικό «New Republic» την επαύριο της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους. Σε αυτό το μικρό δοκίμιο, γραμμένο εν θερμώ το βράδυ του γεγονότος, ο βρετανός ιστορικός εστίαζε με απίστευτη οξυδέρκεια στην αλλαγή των όρων διεξαγωγής του πολέμου: «Στον 20ό αιώνα ο πόλεμος στρεφόταν κατά των αμάχων. Στον 21ο αιώνα οι άμαχοι θα έχουν τον πρώτο λόγο στον πόλεμο».

Η πτήση 175 της Umited Airlines προσκρούει στον νότιο Πύργο το μοιραίο πρωινό της 11ης Σεπτεμβρίου

Πέρα από τη διορατική περιγραφή των ασύμμετρων συγκρούσεων, ο Τζαντ υπαινισσόταν μια ακόμη πιο θεμελιώδη συνθήκη, της οποίας η πλήρης σημασία θα γινόταν κατανοητή αργότερα: τη γενικότερη εξέγερση κατά της συγκεντρωτικής εξουσίας χωρίς «συγκεκριμένο σκοπό ή με στόχο την τελική νίκη, αλλά για να τονιστεί ένα επιχείρημα». Στον γκρίζο από τους καπνούς ορίζοντα της Νέας Υόρκης έβλεπε όχι απλώς την αντίδραση των ισλαμιστών κατά των δυτικών ελίτ, αλλά το φάσμα μιας στάσης των κάθε λογής δυσαρεστημένων ενάντια στους ευνοημένους της τρέχουσας τάξης πραγμάτων.

Μπρούτζινο άγαλμα στα συντρίμμια δύο μέρες μετά την επίθεση

Το πρώτο μέρος της διάγνωσης του Τόνι Τζαντ βέβαια ήταν εκείνο που έγινε άμεσα ορατό: ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» που εξήγγειλαν οι τότε πρόεδρος και αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους ο νεότερος και Ντικ Τσέινι, αντίστοιχα, προέκρινε μια στρατιωτική λύση η οποία, μετά το θριαμβευτικό «Mission Accomplished» πάνω στο αεροπλανοφόρο «Αβραάμ Λίνκολν» για την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, θα εκφυλιζόταν σε αιματηρούς ανταρτοπολέμους διάρκειας μιας δεκαετίας στο Ιράκ και 20 χρόνων στο Αφγανιστάν. Και στο εσωτερικό των δυτικών δημοκρατιών, υπό τον διάχυτο φόβο του τζιχαντιστή τρομοκράτη, η προβολή του ιδανικού του 21ου αιώνα μεταβλήθηκε: δεν θα ήταν η ελευθερία, αλλά η ασφάλεια.

Το Facebook και το iPhone

Οι καιροί όμως δεν έχουν απαραίτητα ευδιάκριτες καμπές. Κάτι που περνά απαρατήρητο αρχικά μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό εκ των υστέρων. Τι το ιδιαίτερο, για παράδειγμα, είχε η 4η Φεβρουαρίου 2004; Ο ΟΗΕ ανακοίνωσε μεν την ολοκλήρωση του αφοπλισμού των 72.600 μαχητών στη Σιέρα Λεόνε, που προβλεπόταν από τη Συμφωνία της Λομέ το 1999, και άρα το οριστικό τέλος του πολύχρονου εμφυλίου της χώρας, δεν επρόκειτο όμως για συμβάν πλανητικών διαστάσεων. Τουλάχιστον είχε αναμφισβήτητη περιφερειακή σημασία, σε αντίθεση με τη δημιουργία στο εσωτερικό δίκτυο του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ ενός ιστοτόπου με το όνομα TheFacebook, ο οποίος το πολύ να επηρέαζε μερικούς κοιτώνες – μια και η πρώτη χρήση του αφορούσε την αξιολόγηση ευειδών συμφοιτητριών.

Ο Ρικ Φρίντμαν, ένας από τους πρώτους φωτογράφους που απαθανάτισε τον Μάρκ Ζάκερμπεργκ και τον Κρις Χιουζ, συνιδρυτές του Facebook από κοινού με τους Εντουάρντο Σαβερίν, Αντριου Μακ Κόλουμ και Ντάστιν Μόσκοβιτς, έλεγε στο περιοδικό «Saturday» του «The Guardian» στις 27 Δεκεμβρίου 2025 ότι τον έστειλαν στο Χάρβαρντ να φωτογραφίσει «δύο παιδιά με τους υπολογιστές τους». Καθώς στην τότε ηρωική εποχή του Διαδικτύου startups αναδύονταν, κατέγραφαν μετεωρικές τροχιές και αφανίζονταν σε εβδομαδιαία βάση, κανείς προφανώς δεν περίμενε ότι 22 χρόνια αργότερα η εταιρεία τους θα διέθετε 3,04 δισεκατομμύρια χρήστες και θα άξιζε 1,64 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Μάρκ Ζάκερμπεργκ στα γραφελαι του Facebook στο Πάλο Άλτο (2007)

Το Facebook υπήρξε ο γενάρχης των κοινωνικών μέσων, η εφαρμογή που μπόρεσε όχι μόνο να λύσει το πρόβλημα του βιώσιμου διαφημιστικού μοντέλου, αλλά και να αποτελέσει πρότυπο για την αποτελεσματική απομύζηση και επεξεργασία των δεδομένων των χρηστών της. Από τις δικές του πρακτικές, τροποποιώντας ή επεκτείνοντάς τες, άντλησε παραδείγματα πλήθος άλλων μιμητών, οικοδομώντας στην πορεία τον σημερινό «καπιταλισμό της πλατφόρμας». Η δημιουργία ενός ολόκληρου νέου πεδίου οικονομικής δραστηριότητας, ο μετασχηματισμός συμπεριφορών, από τις αγορές ως το dating, και η δραστική μεταβολή της αντίληψής μας για την έννοια της ιδιωτικής ζωής, έργα όλα των social media, καθιστούν την ημερομηνία ίδρυσης του Facebook σοβαρή υποψηφιότητα για εναρκτήρια του 21ου αιώνα.

Ή ίσως πρέπει να πάμε λίγο πιο κάτω στον χρόνο, γιατί τα κοινωνικά μέσα από μόνα τους, αν είχαν παραμείνει εγκλωβισμένα στην οθόνη ενός PC ή ενός laptop, δύσκολα θα είχαν τον αντίκτυπο που απέκτησαν. Συνυφασμένα με το αέναο, smooth σκρολάρισμα σε ένα κινητό τηλέφωνο, επωφελήθηκαν από την έλευση ενός γοητευτικού υποδείγματος του είδους και του ανταγωνισμού που προκάλεσε. Κάποια μέρα του 2005, όπως παραδίδει ο Γουόλτερ Αϊζακσον στο βιβλίο «Steve Jobs – Η επίσημη βιογραφία» (εκδ. Ψυχογιός, 2011), ο ιδρυτής της Apple, ενοχλημένος από τα αδιέξοδα που αντιμετώπιζαν διάφορα τρέχοντα σχέδια της εταιρείας, «πήγε στο γραφείο, συγκέντρωσε την ομάδα του και είπε: “Θέλω να φτιάξω ένα tablet PC χωρίς πληκτρολόγιο και γραφίδα”». Το κρίσιμο στοιχείο ήταν η κατασκευή μιας «πολυαπτικής οθόνης», η οποία θα είχε τη δυνατότητα να επεξεργάζεται πολλά σήματα ταυτόχρονα. Οταν μερικούς μήνες μετά ο Τζόνι Αϊβ τού έδειξε το τελικό αποτέλεσμα, ο Τζομπς σχολίασε: «Αυτό είναι το μέλλον».

Fast forward στις 9 Ιανουαρίου 2007, στην ετήσια επίδειξη Macworld του Σαν Φρανσίσκο, όπου αφού πρώτα φρόντισε να ευλογήσει τα γένια του αναφερόμενος στις επαναστάσεις που είχαν φέρει ο υπολογιστής Macintosh και το iPod, πέρασε στο κυρίως πιάτο της ημέρας: «Σήμερα θα αναγγείλουμε τρία επαναστατικά προϊόντα. Το πρώτο είναι ένα iPod με μεγάλη οθόνη και έλεγχο αφής. Το δεύτερο είναι ένα επαναστατικό κινητό τηλέφωνο. Και το τρίτο είναι μια πρωτοποριακή συσκευή διαδικτυακής επικοινωνίας. […] Καταλάβατε; Δεν είναι τρεις ξεχωριστές συσκευές, είναι μία συσκευή, και την ονομάσαμε iPhone».

Δεκαοκτώ χρόνια μετά, η αξία της Apple αποτιμάται στα 4 τρισεκατομμύρια δολάρια και σε μεγάλο βαθμό το οφείλει στο iPhone και τα 3 δισεκατομμύρια τεμάχια που έχει πουλήσει. Ταυτισμένο με την έννοια του smartphone, απέβη σύμβολο τεχνολογικής καινοτομίας και στυλ, όπως και στόχος ενός παγκόσμιου ανταγωνισμού με τις Samsung, Xiaomi, Motorola, μέσω του οποίου τα έξυπνα κινητά έγιναν το κατεξοχήν εργαλείο της καθημερινότητας.

Οι μεγάλες κρίσεις

Ισως, όμως, ο 21ος αιώνας να μην έχει ως αφετηρία του μια οικονομική επιτυχία. Ισως, αντίθετα, να έχει τις ρίζες του σε μια πτώση: αυτή της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου 2008. Η χρεοκοπία της πυροδότησε την «πρώτη κρίση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», όπως έγραψε ο οικονομικός ιστορικός του Πανεπιστημίου Κολούμπια Ανταμ Τουζ στο βιβλίο «Πολιτική οικονομία μιας κατάρρευσης – Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις που άλλαξαν τον κόσμο» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2022), αποδεικνύοντας ότι σε μια διασυνδεδεμένη παγκόσμια αγορά καμία επιχείρηση δεν είναι νησί.

Διαδηλωτές αποδοκιμάζουν τον διευθύνοντα σύμβουλο της Lehman Brothers στις 6 Οκτωβρίου 2008

Μέσα σε λίγες ώρες, η αυταπάτη ότι τα ασφάλιστρα κινδύνου (τα περίφημα CDS) είχαν εξαφανίσει το ρίσκο από τις επενδύσεις αποκαλύφθηκε, τρισεκατομμύρια δολάρια χάθηκαν, ηγετικές προσωπικότητες του τραπεζικού τομέα όπως ο διευθύνων σύμβουλος της Lehman Ρίτσαρντ Φαλντ καταβαραθρώθηκαν, νέοι παίκτες όπως ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης Τίμοθι Γκάιτνερ ανέβηκαν στη σκηνή, η προεκλογική εκστρατεία για την προεδρία των ΗΠΑ κρίθηκε υπέρ του υποψηφίου που πρέσβευε την αλλαγή, του Μπαράκ Ομπάμα. Αν ο 21ος αιώνας νοηθεί μέχρι στιγμής ως ο αιώνας των αναταράξεων, η κρίση του 2008 είναι η καταστατική του αρχή.

Σε αυτήν και στην όμορή της κρίση χρέους της ευρωζώνης το 2010 οφείλεται η αποδιάρθρωση του δυτικού πολιτικού τοπίου (όπως ακριβώς συνέβη στη δεκαετία του ’30 μετά τη «Μεγάλη Υφεση» του 1929), η οποία προσέφερε τον ζωτικό χώρο για την άνοδο των λαϊκιστικών κομμάτων και την εξάπλωση της Ακροδεξιάς, ενώ στο γκρίζο αυτό φόντο η προσάρτηση της Κριμαίας και η εισβολή της Ρωσίας του Πούτιν στην Ουκρανία το 2022 συμπληρώνουν το σχήμα των διαδοχικών, επαναλαμβανόμενων κρίσεων.

Αλλα σημαντικά ορόσημα

Οι πιθανότητες βέβαια δεν εξαντλούνται εδώ. Για όσους δίνουν έμφαση στη διολίσθηση των δημοκρατικών θεσμών, το βρετανικό δημοψήφισμα για το Brexit και η πρώτη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016 αποτελούν μια ισχυρή υποψηφιότητα. Η άνοδος του Σι Τζινπίνγκ στην εξουσία το 2012 έχει το πλεονέκτημα να σηματοδοτεί τη στιγμή της προβολής ισχύος της Κίνας ως υπερδύναμης. Ενδιάμεσος κρίκος στην αλυσίδα της πολυκρίσης αλλά και μείζον γεγονός αυτής, η πανδημία της Covid-19, με 7,1 εκατομμύρια επιβεβαιωμένους θανάτους και εκτιμήσεις που ανεβάζουν τον πραγματικό αριθμό σε 18 ως 33,5 εκατομμύρια, σύμφωνα με όσα έγραφε το περιοδικό «The Economist» στις 25 Οκτωβρίου 2022, αποτελεί μια ασφαλή επιλογή για εκείνους που τονίζουν τον αντίκτυπο της φθοράς του περιβάλλοντος στον πλανήτη.

Γιατροί σε νοσοκομείο του Βελιγραδίου τον Απρίλιο του 2020

Ελλείψει προς το παρόν άλλης, πιο ικανοποιητικής χρονολογίας, η εμφάνιση του ChatGPT το 2022 μπορεί να θεωρηθεί το σημείο εκκίνησης του 21ου αιώνα, αν τον εκλάβουμε ως εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης. Πιθανόν είναι επίσης όλα τα παραπάνω να αποδειχθούν μελλοντικά η «σκόνη της Ιστορίας», όπως αποκαλούσε ο κορυφαίος γάλλος ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ τα γεγονότα της βραχείας διάρκειας, να υποσκελιστούν από κάτι που παραμένει ακόμη στην αφάνεια ή δεν έχει καν συμβεί. Ή από τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», του οποίου τα αριθμητικά δεδομένα μεταβάλλονται σταθερά προς το χειρότερο, δίνοντας διαρκώς νέα ορόσημα: στην αδιάκοπη επέλαση της κλιματικής αλλαγής η θερμότερη χρονιά στα καταγεγραμμένα χρονικά ήταν το 2024.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version