Αιμίλιος Χειλάκης – Αλέκος Συσσοβίτης: Οταν η πολιτική παίζει θέατρο

Από τη διαφθορά και τα Τέμπη μέχρι τις ιδεολογίες, την Αριστερά, τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού, ο Αιμίλιος Χειλάκης και ο Αλέκος Συσσοβίτης μιλούν ανοιχτά για τη ζωή πάνω και κάτω από τη σκηνή.

Αιμίλιος Χειλάκης – Αλέκος Συσσοβίτης: Οταν η πολιτική παίζει θέατρο

Κάθονται ακριβώς απέναντί μου. Από τον τρόπο που «πειράζουν» ο ένας τον άλλον και από την αυθόρμητη οικειότητα που δηλώνουν οι κινήσεις τους, μοιάζουν, πέρα από δύο καλούς συναδέλφους, να είναι πιθανότατα και δύο καλοί φίλοι. Ο Αιμίλιος Χειλάκης, λοιπόν, και ο Αλέκος Συσσοβίτης – ή, αν θέλετε, ο υπουργός Περιβάλλοντος Ζήσιμος Αυγουστίνος και το επιφανές στέλεχος της αντιπολίτευσης και φιλόδοξος επιχειρηματίας Βλάσσης Στασινόπουλος αντίστοιχα, όπως είναι οι χαρακτήρες που ερμηνεύουν στο θεατρικό σύμπαν του νέου έργου του Ακη Δήμου με τίτλο «Τακούνια στον βάλτο», στο οποίο πρωταγωνιστούν αυτό το καλοκαίρι στην Ταράτσα του Θεάτρου Λαμπέτη, ενώ παράλληλα η παράσταση θα κάνει και περιοδεία στην Ελλάδα.

Ακριβώς πίσω τους ανοίγεται η σκηνή του θερινού θεάτρου, η οποία παραπέμπει στην κρεβατοκάμαρα του υπουργού Ζήσιμου Αυγουστίνου, όπου η Αθηνά Μαξίμου, ως η σύζυγός του Ηρα Βασταρδή, ψάχνει μανιωδώς να αποφασίσει ποιο ζευγάρι παπουτσιών από τα εκατοντάδες που κατακλύζουν τις ντουλάπες της θα φορέσει στην αποψινή δεξίωση που παραθέτει το υπουργικό ζεύγος για την επέτειο δέκα χρόνων γάμου. Τα πρόσωπα του έργου συμπληρώνει η φίλη της, με το σχεδόν επικό όνομα Κούκη Λάζου Μπέικερ, μια συγγραφέας αμφιβόλου ποιότητος ροζ λογοτεχνίας, κάτι σαν μια ελληνική, πιο τολμηρή εκδοχή της Μπάρμπαρα Κάρτλαντ, την οποία υποδύεται η Μαριάννα Τουμασάτου, αλλά και ένας νεαρός, φιλόδοξος δημοσιογράφος που ενσαρκώνει ο Δημήτρης Φιλιππίδης. Η άφιξη του Αλέκου Συσσοβίτη ως Βλ. Στασινόπουλου θα ανατρέψει τη βραδιά. Ο ίδιος κομίζει ένα αίτημα προς τον υπουργό: την αποξήρανση ενός βάλτου, ώστε να ανεγερθεί στη θέση του μια θηριώδης ξενοδοχειακή μονάδα. Αλλωστε ο Ζήσιμος Αυγουστίνος χρωστάει στον Βλάσση, καθώς εκείνος παλαιότερα τον είχε βοηθήσει να μπαζώσει το ρέμα και να χτίσει επάνω του τη βίλα στην οποία σήμερα παραθέτει, ως ευαίσθητος υπουργός Περιβάλλοντος, τη δεξίωσή του. Πρέπει τώρα ο Ζήσιμος να ανταποδώσει τη χάρη. Και αν δεν είναι πρόθυμος, υπάρχουν και άλλοι τρόποι…

Αυτή είναι συνοπτικά η πλοκή του έργου «Τακούνια στον βάλτο», που παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Μανώλη Δούνια και Αιμίλιου Χειλάκη. Μιας ποπ πολιτικής κωμωδίας, όπως τη χαρακτηρίζουν οι συντελεστές της, η οποία πραγματεύεται όλα τα κακώς κείμενα της σύγχρονης πολιτικής ζωής: τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις και τα ρουσφέτια, τη δημόσια υποκρισία και τη lifestyle χυδαιότητα.

Φωτο: Γιώργος Βελλης

Με αφορμή ένα τέτοιο έργο, αλλά και στον απόηχο της εκδήλωσης για την ίδρυση του κόμματος Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) του Αλέξη Τσίπρα, με παρουσιαστές τον Αιμίλιο Χειλάκη και τη Μαριάννα Τουμασάτου, η συζήτησή μας με τον Αιμίλιο Χειλάκη και τον Αλέκο Συσσοβίτη έλαβε αναπόφευκτα πολιτική χροιά.

«Στο πρώτο μου διάβασμα αυτό το έργο μού έβγαλε κάτι από παλιά ελληνική κωμωδία» αναφέρει ο Αιμίλιος Χειλάκης. «Με έναν τρόπο έβλεπα στον ρόλο μου, αυτόν του υπουργού Περιβάλλοντος Ζήσιμου Αυγουστίνου, κάτι και λίγο από Λάμπρο Κωνσταντάρα. Στα “Τακούνια στον βάλτο”, πέρα από το χιούμορ και τα κωμικά στοιχεία του, ο Ακης Δήμου κρύβει κάτω από τις λέξεις ένα βαθύ “γαμώτο”, ένα μεγάλο “γιατί”. Γιατί ενώ θα μπορούσαμε να είμαστε καλύτεροι, τα πράγματα τελικά λειτουργούν έτσι. Το έργο γράφτηκε το 2021, εν μέσω κορωνοϊού. Εντελώς καιροσκοπικά – επιτρέψτε μου τη λέξη – το ανεβάζουμε σήμερα, πέντε χρόνια μετά την πρώτη γραφή του, και μοιάζει ουσιαστικά σαν να μιλάει για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ η λέξη αυτή δεν θα ακουστεί ποτέ μέσα στο έργο. Αυτοί οι δύο πολιτικοί, δυστυχώς, είναι καθρέπτες του πολιτικού μας συστήματος.

Φωτο: Γιώργος Βελλης

Εχει απαξιωθεί βαθιά η πολιτική στην Ελλάδα, γιατί οι περισσότεροι μεγαλοσχήμονες πολιτικοί αποδείχθηκαν μικροί άνθρωποι. Οχι όλοι. Απλώς, αριθμητικά, είναι περισσότεροι εκείνοι που αποδεικνύονται κενοί περιεχομένου. Και τους βλέπεις να βγαίνουν στα κανάλια, να φωνασκούν και να ανατρέπουν όσα έλεγαν μέχρι χθες, διαφωνώντας δομικά με τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτή η κατάντια του πολιτικού κόσμου σε αυτό το έργο συνθέτει τη συνταγή της κωμωδίας. Μιας κωμωδίας σαν αυτές του Ακη Δήμου, η οποία σε μαθαίνει να τρως τη σφαλιάρα και να γελάς, όχι να ρίχνεις τη σφαλιάρα για να γελάσεις. Αυτή είναι η ουσία της κωμωδίας. Η κωμωδία δεν πρέπει να είναι εκδικητική. Πρέπει να είναι παρηγορητική. Να λες “κοίτα τι έπαθαν αυτοί” και, με το παράδειγμά τους, να καταλαβαίνεις ότι εσύ δεν πρέπει να κάνεις τα ίδια».

«Το περιεχόμενο του έργου είναι βαθύτατα επίκαιρο» αναφέρει με τη σειρά του ο Αλέκος Συσσοβίτης. «Το διακύβευμα είναι διαχρονικότατο: η πολιτική κατάσταση κάθε κοινωνίας, που πάντα θα βρίσκει την ολιγαρχία απέναντι στους πληβείους. Ο Ακης Δήμου στήνει καθάριους χαρακτήρες. Ο δικός μου, για παράδειγμα, ο Βλάσσης Στασινόπουλος, είναι ένας άνθρωπος που έζησε, έκανε πράγματα, έπαθε, και κάποια στιγμή έρχεται η ίδια η ζωή – για την ακρίβεια, η υγεία του – και τον οδηγεί σε ένα σημείο που αποδέχεται τη δική του διαφθορά, τη διαφθορά της κοινωνίας, και κάνει θεώρημά του το “ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε”. Ο ίδιος βρίσκεται στα πολιτικά πράγματα, αλλά θέλει να κάνει και ένα ξενοδοχείο, να αρπάξει κάποια χρήματα, να βολευτεί. Υπάρχει μια χαρακτηριστική φράση του στο έργο: “Οι ιδεολογίες τελειώσανε, το ίδιο και οι αυταπάτες” λέει. “Ο κόσμος πια πάει μπροστά με σπρωξιές και αγκωνιές, όχι με χάδια στο μάγουλο. Τα αγόρια που ήμασταν χθες, σήμερα γίνανε τα χειρότερα κωλόπαιδα. Μόνο ένας τυφλός δεν βλέπει την κατάντια μας. Καριέρες, λεφτά και μια καρδιά που χτυπάει φάλτσα… Ας είμαστε ρεαλιστές κι ας το παραδεχθούμε”».

Φωτο: Γιώργος Βελλης

Το τέλος των ιδεολογιών;

«Αλήθεια, ασπάζεστε την άποψη ότι οι ιδεολογίες σήμερα έχουν πεθάνει;» τον ρωτώ. «Ναι» απαντά. «Βλέπετε να μπορεί να σταθεί σήμερα η Κούβα, η Βενεζουέλα ή τα υπόλοιπα κράτη που πάνε να σηκώσουν σημαία; Ζούμε σίγουρα στην περίοδο της φθοράς του καπιταλισμού, πνιγόμαστε μέσα στα απόνερά του, με το χρήμα να κυριαρχεί πάνω στα πάντα. Βέβαια, μάλλον έτσι ήταν ανέκαθεν. Ο πλούτος, το ατομικό συμφέρον και η ανάγκη ορίζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Μπροστά στην επιταγή του χρήματος, που λέγεται πετροδολάριο, δεν μένει όρθια καμία ιδεολογία. Γι’ αυτό δεν τηρείται κανένα διεθνές δίκαιο, ουδείς εγκληματίας πολέμου δικάζεται. Εχουν υπάρξει κυβερνήσεις που ήξεραν πολύ καλά τι έπρεπε να κάνουν, αλλά επειδή φοβήθηκαν την ήττα τους, καθώς στηρίζονταν σε μεγάλα συμφέροντα, δεν στήριξαν την ιδεολογία τους. Ακούγεται κυνικό, αλλά ίσως, για να κάνουμε μια νέα αρχή, πρέπει να ξεκινήσουμε αποδεχόμενοι τη φύση μας, η οποία είναι βαθιά αμφίσημη, καθόλου ισορροπημένη και πράττει κατά κανόνα ωφελιμιστικά. “Τακούνια στον βάλτο”, λοιπόν. Για εμένα σημαίνει ότι θέλουμε να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, αλλά τα παπούτσια μας μάς βουλιάζουν στις λάσπες, τα ωφελιμιστικά μας κίνητρα δεν μας αφήνουν. Και εκεί έρχεται η αντιπαράθεση των δύο ανδρών, που ο ένας είναι το alter ego του άλλου: ο πρώτος μπαζώνει ένα ρέμα για να χτίσει τη βίλα του και ο άλλος ζητά να αποξηρανθεί ένας βάλτος για να αναγερθεί ένα ξενοδοχείο. Αυτό κάνει ο άνθρωπος: καταστρέφει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει, γιατί το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η τσέπη του. Και οι δύο χαρακτήρες εκφράζουν τον σύγχρονο άνθρωπο που στρέφεται ενάντια στη φύση καθαυτή, στη φύση μέσα στην οποία θα μεγαλώσουν τα παιδιά του».

Ο Αιμίλιος Χειλάκης μοιάζει σκεπτικός. «Εγώ δεν συμφωνώ με τον Αλέκο. Οι ιδεολογίες δεν έχουν πεθάνει» αναφέρει. «Οι ιδεολογίες είναι εκεί. Απλώς αυτή τη στιγμή δεν είναι χρήσιμες. Δεν θα κυβερνήσει κανείς δίνοντας το πρόσημο της ιδεολογίας του στον ψηφοφόρο του, γιατί πλέον δεν υπάρχουν κυβερνήτες. Υπάρχουν διαχειριστές. Ο Μητσοτάκης, για παράδειγμα, διαχειρίζεται την Ελλάδα σαν να είναι CEO. Θέλει να έχει κέρδος η ΔΕΗ. Δεν τον ενδιαφέρει όμως ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να πληρώσουν το ρεύμα τους. Οι ιδεολογίες είναι η έκφραση της ανάγκης. Και η ανάγκη υπάρχει. Απλώς η ανάγκη δεν γίνεται πλέον πολιτικός διάλογος ανάμεσα στον ψηφοφόρο και τον πολιτικό. Υπάρχει λοιπόν ο άνθρωπος που πιστεύει βαθιά ότι πρέπει να υπάρχει ελεύθερη αγορά. Υπάρχει όμως και ο άνθρωπος που λέει ότι ο εργαζόμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες και να ζει αξιοπρεπώς. Για παράδειγμα, εγώ πιστεύω ότι η πολιτική πρέπει να είναι υπηρεσία του κράτους προς τον πολίτη. Επιστρέφοντας στο έργο, νομίζω ότι το καθήκον μας ως καλλιτέχνες είναι να βάζουμε τον θεατή σε σκέψη. Την επόμενη φορά που θα πας να ψηφίσεις να πεις: “Είχα δει τον Συσσοβίτη και τον Χειλάκη σε εκείνο το έργο, σε εκείνη την πολιτική κωμωδία. Εγώ δεν θέλω τέτοιους διεφθαρμένους πολιτικούς, να γελάω και να κλαίω με τα χάλια τους”. Να σας θυμίσω ότι η ταινία “Υπάρχει και φιλότιμο”, με τον Κωνσταντάρα ως Μαυρογιαλούρο, γέννησε τότε μια νέα γενιά ανθρώπων που δεν ήθελε αυτό το πρότυπο πολιτικού. Ασχετα που μετά ήρθε η Χούντα και τους πάτησε κάτω».

«Οι πολιτικοί όμως που στέλνουμε στη Βουλή, με έναν τρόπο δεν είναι ο καθρέπτης μας;» τους ρωτώ. «Φυσικά οι πολιτικοί είναι ο καθρέπτης των πολιτών» απαντά ο Αλέκος Συσσοβίτης. «Με έναν τρόπο η Βουλή είναι το ψυχογράφημά μας. Ιστορικά ως Ελληνες είμαστε και ήρωες και προδότες. Αυτή είναι η ιδιοσυγκρασία μας. Ταυτόχρονα, δεν μας αρέσει η κριτική και γι’ αυτό ίσως δεν εξελισσόμαστε όσο θα μπορούσαμε να είχαμε εξελιχθεί. Εχουμε μέσα μας μία έμφυτη γενναιότητα και μία έμφυτη δειλία. Εάν με ρωτάτε προσωπικά, πάντα πηγαίνω στην κάλπη να ψηφίσω. Δεν θα έλεγα ότι τοποθετούμαι κάπου ιδεολογικά. Είμαι ρευστός. Εχω ψηφίσει τους πάντες και έχω απογοητευθεί από τους πάντες».

Τα πολιτικά πιστεύω του Αιμίλιου Χειλάκη την ίδια στιγμή είναι γνωστά. Δηλώνει ανέκαθεν αριστερός, ενώ έχει μιλήσει ευθαρσώς για τη στήριξή του προς το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, υπογράφοντας και την ιδρυτική διακήρυξη. «Δεν θα με δείτε με κάποιον θεσμικό ρόλο» απαντά μόλις τον ρωτώ σχετικά. «Ούτε σκέφτομαι να κατεβώ στην ενεργό πολιτική. Εχω δουλειά, έχω καριέρα. Για να ασχοληθώ με την πολιτική πρέπει να αφήσω κάτι που λατρεύω τα τελευταία 38 χρόνια της ζωής μου: το θέατρο. Την ίδια στιγμή, φέρω και μία ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι. Κάθε φορά που έχουμε μια ιδέα για μια παράσταση με την Αθηνά Μαξίμου και τον Μανώλη Δούνια, με έναν τρόπο δίνουμε ψωμί και σε άλλες οικογένειες. Ετσι κι αλλιώς, το ότι έχω ιδεολογική άποψη ή ένα χάρισμα στον λόγο δεν σημαίνει ότι κάνω για πολιτικός. Και για να το ξεκαθαρίσουμε, δεν με ενδιαφέρει να γίνω υπουργός Πολιτισμού».

«Γιατί, τότε, έχετε επιλέξει να εκτεθείτε τόσο ανοιχτά; Εχετε μήπως σκεφτεί ότι αυτό θα μπορούσε σε έναν βαθμό να σας κάνει και κακό;» θα επιμείνω. «Κανένα κακό. Οχι, δεν έχω σκεφτεί ποτέ ότι κάποιος δεξιός δεν θα έρθει να με δει στο θέατρο μόνο και μόνο επειδή είμαι αριστερός. Τι εμφυλιακή λογική είναι αυτή; Η στήριξή μου προς τον Αλέξη Τσίπρα εκπορεύεται από την πίστη μου ότι είναι ο μόνος που ξέρει το manual του κυβερνάν. Εχει παραδεχθεί τα λάθη του, άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί του. Εχει κάνει την αυτοκριτική του και δηλώνει σήμερα: “Εγώ έρχομαι χωρίς βαρίδια του παρελθόντος, χωρίς συνιστώσες, να αναλάβω την κυβερνητική ευθύνη και να οδηγήσω την Ελλάδα έξω από το αδιέξοδο”».

«Δεν απογοητευθήκατε όμως από την “Πρώτη φορά Αριστερά”;» επανέρχομαι. «Γιατί να απογοητευθώ; Ο Αλέξης Τσίπρας έγινε πρωθυπουργός σε ένα ακραία καπιταλιστικό περιβάλλον και κλήθηκε να διαχειριστεί ένα μνημόνιο που του είχε αφήσει παρακαταθήκη η συντηρητική κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Από τον Ιανουάριο μέχρι το δημοψήφισμα του Ιουλίου διαχειριζόταν το αν θα συνεχίσουμε με αυτό το μνημόνιο. Ο ίδιος, σε κάθε τόνο, διαμήνυε ότι ψηφίστηκε για να μην το εφαρμόσει. Αυτές, όμως, ήταν οι επιταγές των Ευρωπαίων, ενώ τους έλεγε ότι δεν ήταν οικονομικά βιώσιμο. Μετά τη νύχτα της διαπραγμάτευσης γύρισε έχοντας πετύχει ένα πρόγραμμα που είχε ρητή αναφορά στη ρύθμιση και την απομείωση του χρέους, βγάζοντάς μας από τα μνημόνια. Αυτά δεν είναι πράγματα που τα λέω εγώ. Τα γράφει ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας στο βιβλίο του. Αυτή τη στιγμή η αντίληψη της κυβερνώσας Αριστεράς, όπως την εκπροσωπεί ο Αλέξης Τσίπρας, είναι η μόνη που μπορεί να βγάλει την Ελλάδα από το αδιέξοδο. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η αγορά ορίζει πλέον τα πράγματα. Σε μια χώρα δε, όπου δεν υπάρχει παραγωγή αλλά μόνο παροχή υπηρεσιών, ο αριστερός με τον δεξιό διαχωρίζονται από την αντίληψη που έχουν για το κοινωνικό κράτος. Για να το πω απλά, το ερώτημα είναι πού και σε ποιους θα μοιραστεί το όποιο κέρδος, το όποιο περίσσευμα. Αν, για παράδειγμα, τα χρήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ καταλήγουν σε ημετέρους που ισχυρίζονται ότι έπιασαν 25 φορές το Τζόκερ ή αν πηγαίνουν στον πραγματικό αγρότη. Αυτή είναι η διαφορά μας. Δεν χρειάζεται πολιτική αλλαγή. Αλλαγή πολιτικής χρειάζεται. Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνουν τα πράγματα. Ακόμη και αν η Νέα Δημοκρατία κερδίσει ξανά τις εκλογές, πρέπει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο διοικεί».

Για το «φαινόμενο Καρυστιανού», αλήθεια, τι πιστεύει; «Κατ’ αρχήν να πω ότι σέβομαι τον άνθρωπο Καρυστιανού. Αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ. Οτι σεβόμαστε τον προσωπικό της πόνο δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε και με την ιδεολογία της. Δεν έχω καταλάβει εάν η Καρυστιανού έχει ιδεολογία τον βαθύ της πόνο ή αν η ιδεολογία της είναι να αλλάξει το πολιτικό σύστημα…».

«Ξέρετε από πού ξεκινά, όμως, το πρόβλημα για εμένα εν γένει; Από το ότι η διαφθορά τρυπώνει παντού και ότι κανένας πολιτικός δεν παραδέχεται ποτέ τα λάθη του» παρατηρεί ο Αλέκος Συσσοβίτης. «Παραδέχθηκε κανείς τα Τέμπη; Το Μάτι; Τις φωτιές της Ηλείας; Εγώ είμαι Μακεδόνας και το θέμα της Μακεδονίας προσωπικά με πλήγωσε πολύ. Κανείς σε αυτή τη χώρα δεν πλήρωσε ποτέ για τίποτα… Ναι, χρειάζεται αλλαγή πολιτικής. Το θέμα είναι πώς θα γίνει αυτό πρακτικά».

Επιστρέφουμε στο εμπνευσμένο κείμενο της παράστασης, στο οποίο, πέρα από επιθεωρησιακές πινελιές και αναφορές που εκτείνονται από τον Αδωνι Γεωργιάδη και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου μέχρι τον Γιάνη Βαρουφάκη, υπάρχει και μια σατιρική ματιά στον μικρόκοσμο του ελληνικού θεάτρου που παρελαύνει από το πάρτι του υπουργού. «Κόλαση του Δάντη γίνεται εκεί έξω. Είδαν οι Πέρσες τις Τρωάδες και σκιάχτηκαν. Ο Ρωμαίος φλερτάρει απροκάλυπτα με τον Φάουστ και η Ιουλιέτα βγάζει τα μάτια της στην τουαλέτα με τον Οιδίποδα» αναφωνεί σε κάποια στιγμή ο χαρακτήρας της Μαριάννας Τουμασάτου.

Ο Αλέκος Συσσοβίτης χαμογελά: «Εχετε την εντύπωση ότι ο δικός μας χώρος δεν είναι εξίσου ανταγωνιστικός με την πολιτική σκηνή; Κάλλιστα θα μπορούσα να μας δω μέσα σε μια Βουλή να τρωγόμαστε, μολονότι θα περίμενε κανείς ότι η ενασχόλησή μας με τον πολιτισμό θα μας είχε “εξημερώσει”».

Η μεγαλύτερη ασθένεια, λοιπόν, σήμερα στο ελληνικό θέατρο ποια είναι; «Νομίζω η έλλειψη μεγάλων κειμένων» απαντά ο Αλέκος Συσσοβίτης. «Παλαιότερα βλέπαμε πιο σημαντικά έργα. Νομίζω ότι πάνω στην ανάγκη του νέου, στο να παρουσιάσουμε κάτι φρέσκο και διαφορετικό, ο θεατής δεν ακούει πλέον μεγάλα κείμενα. Δεν καταπιανόμαστε πια με έργα που έχουν τη δύναμη να μείνουν στον χρόνο και να συνομιλήσουν ουσιαστικά με την εποχή τους».

«Για εμένα είναι η επιστροφή αυτής της λεγόμενης “αβανγκαρντίλας”» παρεμβαίνει ο Αιμίλιος Χειλάκης. «Αυτοί οι τύποι που σου λένε “ξέρω καλύτερα από σένα”, “κάνω διαφορετικό θέατρο”. Πολύ ωραία. Πέρνα μπροστά, λοιπόν. Αυτός ο τύπος που νομίζει ότι επειδή κάνει διαφορετικό θέατρο κάνει και καλύτερο θέατρο, με διαλύει. Το ελληνικό θέατρο είναι σαν τους πάγκους στη λαϊκή – όλοι πουλάνε πατάτες, ο ένας τις πουλάει με το χώμα, ο άλλος μπορεί να τις έχει πλύνει. Και υπάρχει και αυτός ο τρίτος, ο “αβανγκαρντίλας”, που θα σου πει ότι δεν πουλάει πατάτες, αλλά γεώμηλα…».

Αλήθεια, ένιωσαν ποτέ να προσπάθησαν να τους φορέσουν ταμπέλα; «Μιλάς για δύο ανθρώπους που προσπάθησαν να τους φορέσουν την ταμπέλα του “ωραίου άνδρα” και δυστυχώς η ομορφιά στο είδος του θεάτρου που και εμένα και τον Αλέκο απασχόλησε, όταν ξεκινούσαμε θεωρούνταν σχεδόν κουσούρι» απαντά ο Αιμίλιος Χειλάκης. «Η σχέση του ηθοποιού με τον θεατή είναι πολλές φορές ειδωλολατρική» επισημαίνει ο Αλέκος Συσσοβίτης. «Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι η ομορφιά είναι η καλύτερη συστατική επιστολή. Οσοι είναι κακεντρεχείς, τώρα, θα βρουν να σου την προσάψουν σαν ελάττωμα και εκεί καλείσαι να αποδείξεις ότι έχεις και περιεχόμενο. Για εμένα, πρέπει να είναι αυτοσκοπός για τον άνθρωπο να εξελίξει το πνεύμα του, όσο συντηρεί και την ομορφιά του. Γιατί το πνεύμα θα σου δώσει λύσεις. Πρώτα πρέπει να κάνεις την εσωτερική σου διεργασία και μετά να σε αφορά τι θα πει ο κόσμος. Εάν μείνεις εγκλωβισμένος στο τι θέλουν να δουν από εσένα και μείνεις μόνο στην εικόνα σου, τότε δεν θα έχεις εξέλιξη και τελικά το κοινό θα σε εγκαταλείψει, γιατί το θέατρο είναι λόγος και η κάμερα θέλει ψυχή».

Αμφότεροι έχουν πατήσει το χώμα της Επιδαύρου. Θα τους λείψει αυτό το καλοκαίρι; «Ο Αιμίλιος έχει παίξει πολύ περισσότερο από εμένα στην Επίδαυρο. Προσωπικά, την τελευταία φορά βρέθηκα εκεί το 2023 με την “Εκάβη” που σκηνοθέτησε η Ιώ Βουλγαράκη, όπου είχα την τύχη να παίξω τον Αγαμέμνονα. Δεν υπάρχει ηθοποιός που να μην του λείπει η Επίδαυρος» απαντά ο Αλέκος Συσσοβίτης.

«Υπάρχει! Εµένα δεν µου λείπει η Επίδαυρος. Εχω να παίξω 10 χρόνια!», παρεµβαίνει ο Αιµίλιος Χειλάκης και συνεχίζει: «Τι είναι η Επίδαυρος; Ενας χώρος είναι, ένα ακόµη θέατρο, ένας ακόµη σταθµός µιας περιοδείας. Το να ασχοληθείς µε το αρχαίο δράµα είναι το σπουδαίο. Οχι να πας στην Επίδαυρο. Η Επίδαυρος δεν είναι ένα βραβείο. Γιατί, ξέρετε πόσοι έχουν παίξει στην Επίδαυρο που κανονικά δεν θα έπρεπε να περάσουν ούτε έξω από το Λυγουριό;».

«Γιατί όμως εσείς, ένας “βετεράνος” κατά τα άλλα της Επιδαύρου, έχετε να παίξετε εκεί δέκα χρόνια;» τον ρωτώ αυθόρμητα. «Α, είναι πολύ απλό. Γιατί οι παραστάσεις αρχαίου δράματος που έκανα δεν αφορούσαν τους διευθυντές του Φεστιβάλ Αθηνών. Δικό τους θέμα» απαντά.

«Κοιτάξτε, εγώ δεν συμφωνώ ακριβώς με τον Αιμίλιο» επεμβαίνει ο Αλέκος Συσσοβίτης. «Πήγα για πρώτη φορά στην Επίδαυρο το 2008 με τον “Ορέστη” του Ευριπίδη. Θυμάμαι όταν κάναμε πρόβες στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ένιωθα ότι αυτά που λέω είναι μεγαλόστομα. Φτάνουμε όμως στην Επίδαυρο, η οποία είναι γεμάτη, και βγαίνω, πηγαίνω στον Σλόμπονταν Ουνκόφσκι, τον σκηνοθέτη μας, και του λέω: “Τώρα κατάλαβα τι λέω, τι παίζω και τι είναι το έργο!”».

Το τρίτο κουδούνι χτυπά. Η σκηνή του θερινού Θεάτρου Λαμπέτη τούς καλεί. Και εμείς για δύο ώρες θα απολαύσουμε καλό θέατρο με μία φρέσκια πολιτική κωμωδία. Στην πολιτική ζωή της χώρας, τώρα, το κακό θέατρο εν πολλοίς συνεχίζεται…

INFO

«Τακούνια στον βάλτο»: Θέατρο Λαµπέτη – Ταράτσα (Λεωφ. Αλεξάνδρας 106, Αθήνα), κάθε Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη & Τετάρτη, µε παράλληλη περιοδεία στην Ελλάδα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version