Σε μια περίοδο αυξημένης ανησυχίας για την οδική ασφάλεια, ένα νέο μέτρο ελέγχου θα εφαρμοστεί σε ένα δίμηνο στους ελληνικούς δρόμους, αλλάζοντας τα δεδομένα στην αντιμετώπιση της οδήγησης υπό την επήρεια ουσιών.
Ειδικότερα, έως το Πάσχα αναμένεται να ξεκινήσει, με την υπογραφή της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης, η τελική φάση για τους ελέγχους με ναρκοτέστ στους ελληνικούς δρόμους. Στόχος είναι ο περιορισμός των θανατηφόρων ατυχημάτων, που υπολογίζονται σε 3%-5% του συνόλου και αποδίδονται και στη χρήση ναρκωτικών από ασυνείδητους οδηγούς, οι οποίοι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει σήμερα νομοθετική πρόβλεψη ούτε τεχνική δυνατότητα για τέτοιου είδους ελέγχους.
Δεν είναι τυχαίο ότι αξιωματικοί της Τροχαίας παρατήρησαν, μετά την εντατικοποίηση των ελέγχων για αλκοόλ, ότι ολοένα και περισσότεροι οδηγοί -κυρίως νεαρής ηλικίας- φαίνονται να βρίσκονται σε προβληματική κατάσταση και να οδηγούν επικίνδυνα, αλλά τα τεστ για ανίχνευση μέθης να βγαίνουν αρνητικά, δημιουργώντας υπόνοιες ότι βρίσκονταν υπό την επήρεια ναρκωτικών.
Δείγμα σιέλου και έπειτα αιματολογικές
Οπως αποκαλύπτει το «Β», οδηγοί που σε αστυνομικούς ελέγχους φαίνονται ζαλισμένοι ή σε κακή κατάσταση και έχουν αρνητική μέτρηση αλκοόλ θα καλούνται να δώσουν δείγματα σιέλου σε ειδικούς υποδοχείς μιας χρήσης. Το δείγμα θα αναλύεται άμεσα με φορητή συσκευή (έχει εξεταστεί η προμήθεια τέτοιων συσκευών από Ιταλία και Γερμανία). Ετσι θα διαπιστώνεται αν έχει γίνει χρήση κυρίως κάνναβης, όπως και άλλων ναρκωτικών ουσιών, χωρίς ωστόσο να υπάρχει βαθμονόμηση, δηλαδή ποσοτικός προσδιορισμός της χρήσης ναρκωτικών ουσιών.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, τότε το ΙΧ του οδηγού ο οποίος θα εντοπίζεται θετικός από την ειδική συσκευή θα ακινητοποιείται. Στη συνέχεια θα γίνεται αιματολογική εξέταση, όπως συμβαίνει στις περισσότερες χώρες του εξωτερικού, προκειμένου να προσδιορισθεί η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών στο αίμα του και να διαπιστωθεί αν αυτή επηρέαζε τελικά την ικανότητά του να οδηγεί με ασφάλεια. Θα μπορεί επίσης να ελέγχεται αν η χρήση έγινε σε παλαιότερο χρόνο και τελικά δεν επηρέαζε την οδηγική του συμπεριφορά ή αν υπεισέρχονται κι άλλες παράμετροι. Επιπλέον, θα ελέγχονται άμεσα και οι ενστάσεις σε περιπτώσεις π.χ. που ο οδηγός λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή που μπορεί να δικαιολογεί την ανίχνευση τέτοιου είδους ουσιών.
Τα πρόστιμα για οδήγηση με πρόσφατη χρήση ναρκωτικών αναμένεται να είναι εξαιρετικά υψηλά. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί αν θα εφαρμοσθεί η λογική της «μηδενικής ανοχής» για χρήση μικρής ποσότητας ή αν θα τεθούν όρια, όπως συμβαίνει σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., από τις αρχές του 2024 έως το πρώτο εξάμηνο του 2025 (18 μήνες) σημειώθηκαν 41 θανατηφόρα ατυχήματα (δηλαδή περισσότερα από δύο κάθε μήνα) που οφείλονταν σε χρήση ναρκωτικών από τους οδηγούς, όπως διαπιστώθηκε από την εκ των υστέρων εξέταση αίματος. Με δεδομένο ότι στο ίδιο διάστημα καταγράφηκαν συνολικά 856 θανατηφόρα συμβάντα, διαπιστώνεται ότι περίπου το 5% -ένα στα είκοσι- σχετίζεται με μη ελεγχόμενη χρήση ναρκωτικών.
Το πρόβλημα μάλιστα φαίνεται να επιτείνεται. Κι αυτό με δεδομένο ότι το 2024 το ποσοστό ανίχνευσης αλκοόλ σε οδηγούς μετά από τροχαία προσεγγίζει το 1,5%-2%. Αντίστοιχο είναι και το ποσοστό οδηγών που εντοπίζονται σε κατάσταση μέθης μετά τους εντατικούς ελέγχους στους δρόμους.
Επιπλέον, όπως προκύπτει από σχετικές αναλύσεις του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε δεκάδες δείγματα αίματος οδηγών που σκοτώθηκαν σε τροχαία σχεδόν το 13% είχε κάνει χρήση ναρκωτικών. Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες της Αθήνας για το ποσοστό των χρηστών ναρκωτικών που προκαλούν πολύνεκρα ατυχήματα.
Το πρόβλημα θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό και στις ευρωπαϊκές χώρες. Ερευνες δείχνουν ότι 16% των οδηγών ηλικίας 17-34 ετών παραδέχθηκαν ότι οδήγησαν μετά από λήψη ναρκωτικών. Παράλληλα, τα ατυχήματα που αποδίδονται σε χρήση ναρκωτικών έχουν αυξηθεί πάνω από 50%.
Οι χρόνοι ανίχνευσης
Στην Ελλάδα, τη μελέτη για την καθιέρωση των ναρκοτέστ σε οδικούς ελέγχους έχει αναλάβει πολυμελής επιτροπή που έχει συσταθεί με στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., υπευθύνους τοξικολογικών εργαστηρίων, ιατρούς και ιατροδικαστές. Μεταξύ άλλων συνεκτιμώνται και οι χρόνοι παραμονής των ναρκωτικών ουσιών στο αίμα. Για παράδειγμα, η κάνναβη μπορεί να ανιχνεύεται στον οργανισμό 6-24 ώρες αν η χρήση είναι περιστασιακή και έως 7 ημέρες σε βαριά χρήση. Αντίστοιχα η κοκαΐνη παραμένει στο αίμα 6-12 ώρες, η ηρωίνη μόλις λίγες ώρες, οι αμφεταμίνες και το ecstasy 12-24 ώρες (ή έως 48 ώρες σε υψηλές δόσεις). Κύριο ζητούμενο είναι και η τυχόν ανίχνευση των μεταβολιτών αυτών των ουσιών.
Η κατάσταση με τα τεστ ανίχνευσης ναρκωτικών στους οδηγούς διαφέρει στις ευρωπαϊκές χώρες και στις Ηνωμένες Πολιτείες και εξαρτάται από το νομικό πλαίσιο και τις πρακτικές εφαρμογής των ελέγχων. Για παράδειγμα, σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Σουηδία ισχύει μηδενική ανοχή, για τον εντοπισμό κυρίως κάνναβης. Αλλες χώρες, πάλι, έχουν καθορισμένα όρια σε σάλιο και αίμα. Στη Γερμανία και την Ολλανδία υπάρχει παράβαση όταν η ποσότητα κάνναβης υπερβαίνει τα 3-3,5 ng/ml (νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο). Στο Βέλγιο, στη Νορβηγία, στην Ιρλανδία κ.α. το όριο είναι χαμηλότερο, της τάξης του 1-1,5 ng/ml.
Στις ΗΠΑ, σε όλες τις Πολιτείες απαγορεύεται η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών. Δεν υπάρχει όμως ενιαίο ομοσπονδιακό όριο ανίχνευσης κατά τους ελέγχους στους δρόμους, κυρίως κάνναβης, όπως ισχύει για το αλκοόλ. Επίσης, οι νόμοι διαφέρουν σημαντικά μεταξύ Πολιτειών.
Σημειώνεται ωστόσο ότι στις ΗΠΑ η αστυνομία μπορεί να χρησιμοποιήσει τεστ συμπεριφοράς των οδηγών και ειδικά προγράμματα εκπαίδευσης των αξιωματικών για να εντοπίζει σημάδια επίδρασης ναρκωτικών, προτού ενεργοποιήσει τη σχετική συσκευή. Εκτός από τα κανναβινοειδή, άλλες ουσίες, όπως η κοκαΐνη, οι αμφεταμίνες, τα οπιοειδή κ.ά., ανιχνεύονται με διαφορετική ευαισθησία και δυσκολία.
