Ενας από τους αδιαμφισβήτητους πρωταγωνιστές των ημερών στα ΜΜΕ είναι ένα… ψάρι, ο λαγοκέφαλος, και όχι τυχαία, αφού πρωταγωνιστεί, εν μέσω θέρους, σε ελληνικές θάλασσες όπως ο Σαρωνικός. Ενα είδος ξενικό, μετανάστης από την Ερυθρά Θάλασσα, που «κατοικοεδρεύει» στα ελληνικά αλμυρά νερά εδώ και περίπου 20 χρόνια και το οποίο, (και) λόγω της «τροπικοποίησης» των θαλάσσιων υδάτων στη χώρα μας εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, όχι μόνο ζει αλλά πλέον «βασιλεύει» και θεριεύει.
Ενα είδος χωροκατακτητικό αφού η αύξηση του πληθυσμού του πιέζει σημαντικά τα υπάρχοντα αυτόχθονα είδη ψαριών αλλά και άκρως τοξικό, σε περίπτωση κατανάλωσης, αφού φέρει στη σάρκα και στα εντόσθιά του μια ισχυρή νευροτοξίνη, η οποία είναι επικίνδυνη για την ανθρώπινη ζωή.
Δεν είναι όμως μόνο ο λαγοκέφαλος που αλλάζει τις ελληνικές θάλασσες αλλά και πολλά άλλα ξενικά είδη και το ΒΗΜΑ-Science, με τη βοήθεια ειδημόνων, απαντά σε βασικές ερωτήσεις που μπορεί να έχει ο καθένας μας σχετικά με τους κινδύνους (αλλά και τις ευκαιρίες, όπως θα διαβάσετε) που συνδέονται με αυτούς τους εισβολείς – και πολλούς άλλους που, όπως όλα δείχνουν, θα ακολουθήσουν καθώς η θερμοκρασία της Μεσογείου παίρνει συνεχώς την ανιούσα.
Οπως προκύπτει και από τα λόγια των ειδικών πάντως, το κύριο μήνυμα που πρέπει όλοι να κρατήσουμε είναι πως η θάλασσα δεν γίνεται εχθρική αν δεν της φερθούμε εχθρικά.
Γιατί τόσος θόρυβος τώρα σχετικά με τους λαγοκέφαλους;
Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) έχει εγκλιματιστεί και εδραιωθεί στις ελληνικές θάλασσες. Ωστόσο, όπως εξηγεί στο ΒΗΜΑ-Science ο αναπληρωτής καθηγητής στην Αλιεία του Τμήματος Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Δημήτρης Κλαουδάτος «το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι απλώς η συνεχής επέκταση της εξάπλωσής του, καθώς έχει ήδη εδραιώσει την παρουσία του στον Σαρωνικό και στο Βόρειο Αιγαίο, αλλά το γεγονός ότι εντοπίζεται ολοένα συχνότερα σε ρηχά νερά και κοντά σε παραλίες, ενώ καταγράφονται και μικρά άτομα, ένδειξη επιτυχούς αναπαραγωγής και μόνιμης εγκατάστασης του είδους».

Photo Credits: shutterstock
Η αυξημένη δημοσιότητα του θέματος λοιπόν, κατά τον καθηγητή, οφείλεται τόσο στην περαιτέρω εξάπλωση του είδους που φαίνεται να ευνοείται από την άνοδο της θερμοκρασίας της θάλασσας όσο και στην έναρξη της θερινής περιόδου, κατά την οποία η ανθρώπινη παρουσία στο νερό αυξάνεται σημαντικά και, μαζί της, η πιθανότητα «συναντήσεων» με λαγοκέφαλους.
Ο κ. Κλαουδάτος σημειώνει ότι «ο κίνδυνος που εγκυμονεί το συγκεκριμένο είδος είναι διπλός: αφενός τοξικολογικός, λόγω της τετροδοτοξίνης (ΤΤΧ), μιας εξαιρετικά ισχυρής νευροτοξίνης που δεν καταστρέφεται με το μαγείρεμα και για την οποία δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο, και αφετέρου μηχανικός, καθώς το ισχυρό ραμφοειδές σαγόνι του μπορεί να προκαλέσει ακόμη και σοβαρούς τραυματισμούς από δάγκωμα».
Πρόσφατη μελέτη στην Ανατολική Μεσόγειο κατέγραψε 27 θανάτους από κατανάλωση λαγοκέφαλου και 28 περιστατικά δαγκωμάτων σε ανθρώπους κατά την περίοδο 2004-2023. Στην Ελλάδα πάντως δεν έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα θάνατοι.
Από την πλευρά της η διευθύντρια Ερευνών στο Ινστιτούτο Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων και Εσωτερικών Υδάτων του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) Παρασκευή Καραχλέ βρίσκει τον πανικό που έχει επικρατήσει σχετικά με τον λαγοκέφαλο υπερβολικό. «Ο λαγοκέφαλος πρωτοπαρατηρήθηκε στις ελληνικές θάλασσες το 2005 – συγκεκριμένα στη Ρόδο και στην Κρήτη – και έκτοτε έχει εξαπλωθεί, με τις μεγαλύτερες πυκνότητες να εμφανίζονται σήμερα στην Κρήτη και στα Δωδεκάνησα. Θεωρώ πάντως ότι η πιθανότητα να τραυματιστεί κάποιος από λαγοκέφαλο είναι πολύ μικρή.
Το πιο σημαντικό πρόβλημα που προκαλεί η εξάπλωση των λαγοκέφαλων αφορά τη βιοποικιλότητα, τους αλιείς, καθώς προξενεί εκτεταμένες ζημιές στα εργαλεία τους και οδηγεί σε απώλεια εισοδήματος και την κατανάλωσή τους. Πρέπει όλοι όμως να θυμόμαστε ότι δεν τρώμε ποτέ ένα ψάρι που δεν γνωρίζουμε και δεν ξέρουμε ότι είναι 100% ασφαλές».
Πόσα άλλα ξενικά είδη υπάρχουν στις ελληνικές θάλασσες και ποια από αυτά μπορεί να είναι επικίνδυνα;
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα, περισσότερα από 240-250 ξενικά θαλάσσια είδη έχουν καταγραφεί στις ελληνικές θάλασσες, ενώ σε επίπεδο Μεσογείου ο συνολικός αριθμός των μη αυτόχθονων ειδών ξεπερνά πλέον τα 1.000, εάν συμπεριληφθούν όλες οι ταξινομικές ομάδες, από μικροφύκη και ασπόνδυλα έως ψάρια.
Ο κ. Κλαουδάτος αναφέρει ότι από άποψη δυνητικού κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία, ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν εκτός από τον λαγοκέφαλο, το λεοντόψαρο (Pterois miles) με τα δηλητηριώδη αγκάθια του και η νομαδική μέδουσα (Rhopilema nomadica), η οποία μπορεί να προκαλέσει επώδυνα τσιμπήματα. Ο γαλάζιος κάβουρας (Callinectes sapidus) δεν είναι τοξικός, αλλά μπορεί να προκαλέσει τραυματισμούς με τις ισχυρές δαγκάνες του.

Ο γαλάζιος κάβουρας (Callinectes sapidus) δεν είναι τοξικός, αλλά μπορεί να προκαλέσει τραυματισμούς με τις ισχυρές δαγκάνες του. Photo Credits: shutterstock
Παράλληλα τα είδη της οικογένειας Siganidae, όπως η αγριόσαλπα (Siganus rivulatus) και ο μαύρος γερμανός (Siganus luridus), είναι βρώσιμα, αλλά διαθέτουν δηλητηριώδη αγκάθια που απαιτούν προσεκτικό χειρισμό.
Μέσω ποιων οδών εισέρχονται τα ξενικά είδη;
Οι ειδικοί περιγράφουν ότι η κύρια οδός εισόδου ξενικών ειδών στις ελληνικές θάλασσες και γενικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο είναι η Διώρυγα του Σουέζ, μέσω της λεγόμενης λεσεψιανής μετανάστευσης που αφορά τροπικά και υποτροπικά είδη της Ερυθράς Θάλασσας και του Ινδο-Ειρηνικού τα οποία διέρχονται τη Διώρυγα και εγκαθίστανται στη Μεσόγειο.
Η οδός αυτή ευθύνεται για τη μεγαλύτερη μερίδα εισαγωγών, καθώς μέχρι σήμερα από τα πλέον των 1.000 ξενικά είδη της Μεσογείου, το 50% είναι λεσεψιανά (συγκεκριμένα στην Ανατολική Μεσόγειο μάλιστα το ποσοστό ανέρχεται σε 57%).
Δεύτερη σημαντική οδός είναι τo θαλάσσιο έρμα των πλοίων και η βιορύπανση από τα κύτη των εμπορικών πλοίων, μέσω των οποίων έχουν εισαχθεί πολλά ξενικά είδη (περίπου το 45% επί του συνόλου). Τρίτη οδό αποτελεί η υδατοκαλλιέργεια, μέσω σκόπιμων εισαγωγών ή ακούσιας διαφυγής οργανισμών από εγκαταστάσεις εκτροφής.
Τέλος, μια άλλη οδός αφορά τις απελευθερώσεις ξενικών ειδών που γίνονται από ενυδρεία ιδιωτών. «Για δικούς τους λόγους δεν μπορούν να τα συντηρήσουν, επειδή για παράδειγμα τα ψάρια έχουν μεγαλώσει πολύ σε μέγεθος» λέει η κυρία Καραχλέ.
Παρατηρείται αύξηση των ξενικών ειδών στη Μεσόγειο λόγω της κλιματικής κρίσης;
Η αύξηση των ξενικών ειδών στη Μεσόγειο είναι τεκμηριωμένη και η κλιματική κρίση φαίνεται να επιταχύνει την εγκατάσταση και εξάπλωσή τους, επισημαίνει ο κ. Κλαουδάτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι μελέτη που δημοσιεύτηκε στο «Mediterranean Marine Science» έδειξε ότι ο αριθμός των εδραιωμένων ξενικών ειδών στη Μεσόγειο αυξήθηκε κατά περίπου 40% μέσα σε μόλις 11 χρόνια.
«Η άνοδος της θερμοκρασίας της θάλασσας καθιστά τα ελληνικά νερά ολοένα και πιο κατάλληλα για τροπικά είδη που παλαιότερα δεν μπορούσαν να επιβιώσουν σε αυτά τα γεωγραφικά πλάτη, ενώ παράλληλα μεταβάλλει τη δομή των οικοσυστημάτων και δημιουργεί νέες οικολογικές ευκαιρίες για την εγκατάστασή τους.
Βιοκλιματικές προβολές δείχνουν ότι πολλά ξενικά είδη αναμένεται να συνεχίσουν να επεκτείνονται βορειότερα και δυτικότερα, προς το Αιγαίο, το Ιόνιο και την Αδριατική. Η Μεσόγειος, ως ημίκλειστη θάλασσα με υψηλό βαθμό οικολογικής απομόνωσης, τείνει να συσσωρεύει ξενικά είδη, γεγονός που εντείνει σταδιακά τις πιέσεις στα αυτόχθονα θαλάσσια οικοσυστήματα».
Υπάρχουν στοιχεία καταγραφής αυτών των ειδών στις ελληνικές θάλασσες;
Οπως σημειώνει η κυρία Καραχλέ, ήδη από το 2007 το ΕΛΚΕΘΕ δημιούργησε και λειτουργεί το Ελληνικό Δίκτυο για τα Υδρόβια Χωροκατακτητικά Είδη (ELNAIS: elnais.hcmr.gr). «Το ELNAIS είναι μια δυναμική διαδικτυακή πλατφόρμα πληροφορίας που στοχεύει στη συλλογή και αναφορά χωρικής πληροφορίας για τα Υδρόβια Ξενικά Είδη, περιλαμβάνοντας όχι μόνο καλά εγκατεστημένα ξενικά είδη αλλά επίσης και περιστασιακές αναφορές.
Δημιουργήθηκε καθώς οι επιστήμονες του ΕΛΚΕΘΕ αναγνώρισαν από νωρίς την ανάγκη για εθνική και διεθνή συνεργασία στην έρευνα, για ανταλλαγή επιστημονικών πληροφοριών και διαχείριση των υδρόβιων ξενικών ειδών στην Ελλάδα». Πάντως τα στοιχεία που υπάρχουν στη σχετική ιστοσελίδα αφορούν είδη που έχουν καταγραφεί μέχρι το 2020 και μετά από μια επικαιροποίηση το 2023 αναμένεται σύντομα ανανέωση των πληροφοριών.
Τι δείχνουν λοιπόν τα υπάρχοντα στοιχεία; Οτι η κατανομή των ξενικών ειδών στις ελληνικές θάλασσες δεν είναι ομοιόμορφη. Η μεγαλύτερη συγκέντρωσή τους παρατηρείται στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο, στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, που αποτελούν την κύρια πύλη εισόδου των λεσεψιανών ειδών, όπου μελέτες παρακολούθησης της αλιείας δείχνουν ότι το ποσοστό συμμετοχής των ξενικών ειδών στα αλιεύματα αυξάνεται σταθερά, τόσο ως προς τη βιομάζα όσο και ως προς τον αριθμό των ειδών.
Ο λαγοκέφαλος είναι πλέον ευρέως εγκατεστημένος από τα Δωδεκάνησα έως τον Σαρωνικό και το Βόρειο Αιγαίο, ενώ το λεοντόψαρο έχει ήδη επεκταθεί και εκείνο προς Βορρά, τόσο στο Αιγαίο όσο και στο Ιόνιο. Στα νερά του Παγασητικού Κόλπου και στις ακτές της Θεσσαλίας έχουν επίσης καταγραφεί ξενικά είδη, αν και η αφθονία και η ποικιλότητά τους παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με το Νότιο Αιγαίο – το ίδιο ισχύει και για τον Κορινθιακό Κόλπο.
Πρέπει να ληφθούν μέτρα ελέγχου των ξενικών ειδών και ποια;
Τα μέτρα ελέγχου είναι πλέον αδήριτη ανάγκη, αν και πρέπει να είμαστε ρεαλιστές: η πλήρης εξάλειψη ενός ξενικού είδους που έχει ήδη εδραιωθεί στην ανοιχτή θάλασσα είναι πρακτικά αδύνατη, υπογραμμίζει ο κ. Κλαουδάτος. «Αυτό που μπορούμε να επιδιώξουμε είναι η συγκράτηση των πληθυσμών και ο περιορισμός των επιπτώσεών τους.
Για τον λαγοκέφαλο, η απαγόρευση εμπορίας και κατανάλωσης πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά, με ταυτόχρονη ενίσχυση της ενημέρωσης πολιτών και αλιέων, ενώ θετικό βήμα είναι η πρόσφατη απόφαση των αρμοδίων αρχών για στοχευμένη απομάκρυνσή του. Για το λεοντόψαρο, οργανωμένες εκστρατείες αφαίρεσης από δύτες, σε συνδυασμό με την εμπορική αξιοποίησή του, μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις τοπικές πυκνότητες του είδους, όπως έχει δείξει η εμπειρία της Καραϊβικής.
Για τον γαλάζιο κάβουρα η ανάπτυξη της αγοράς και των εξαγωγών μπορεί να συμβάλει στον έλεγχο των πληθυσμών του και ταυτόχρονα να δημιουργήσει οικονομικές ευκαιρίες για τις παράκτιες κοινότητες».
Παράλληλα, όπως τονίζει η κυρία Καραχλέ, απαιτείται εγρήγορση και από την επιστημονική κοινότητα η οποία πρέπει να αναζητά βιώσιμες λύσεις. «Για παράδειγμα, στο ΕΛΚΕΘΕ υλοποιήθηκε ερευνητικό έργο, με το ακρωνύμιο LAGOmeal (www.lagomeal.gr), όπου έγιναν προσπάθειες να αξιοποιηθεί ο λαγοκέφαλος, για την παραγωγή ιχθυαλεύρων με στόχο τη χρήση τους στις υδατοκαλλιέργειες.
Τα πρώτα αποτελέσματα σε πειραματικό επίπεδο ήταν ενθαρρυντικά». Αλλά και ο καθένας από εμάς μπορεί να παίξει τον δικό του ρόλο στη σωτηρία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, συμπληρώνει η ειδικός του ΕΛΚΕΘΕ.
«Είναι καλό να μάθουμε να καταναλώνουμε τα είδη εκείνα που είναι βρώσιμα καθώς είναι και νόστιμα αλλά και πλούσια σε θρεπτικά συστατικά και ω-3 λιπαρά οξέα – με αυτόν τον τρόπο βοηθάμε και τα αυτόχθονα είδη αφού μετατοπίζεται έτσι το βάρος της αλιευτικής πίεσης.
Και ο κάθε πολίτης στο πλαίσιο της “επιστήμης των πολιτών” μπορεί να βοηθήσει τους επιστήμονες στο έργο τους, επικοινωνώντας τις καταγραφές του. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μέσα από το δίκτυο ELNAIS του ΕΛΚΕΘΕ».
Πώς προβλέπεται τελικά το μέλλον για τις ελληνικές θάλασσες;
Δυστυχώς, η γενική τάση είναι σαφής και οι σημερινές προβολές δεν υποδεικνύουν αναστροφή του φαινομένου στο προβλέψιμο μέλλον, απαντά ο κ. Κλαουδάτος. «Η Μεσόγειος θερμαίνεται ταχύτερα από τον μέσο παγκόσμιο ωκεανό, γεγονός που καθιστά τα ελληνικά νερά ολοένα πιο κατάλληλα για τροπικά και θερμόφιλα είδη και λιγότερο ευνοϊκά για ορισμένα αυτόχθονα είδη.
Αυτό που ήδη παρατηρείται στην Κρήτη, όπου αυξάνεται η συμμετοχή των ξενικών ειδών στα αλιεύματα και μεταβάλλεται η σύνθεση των ιχθυοκοινοτήτων, ενδέχεται να αποτελεί προπομπό των αλλαγών που θα ακολουθήσουν σε βορειότερες ελληνικές θάλασσες. Βιοκλιματικά μοντέλα προβλέπουν περαιτέρω μετατόπιση των ειδών προς βορειότερες και δυτικότερες περιοχές της Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένων του Αιγαίου και της Αδριατικής.
Σε ορίζοντα δεκαετιών, είναι πιθανό να δούμε μια περισσότερο “τροπικοποιημένη” Μεσόγειο, με σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση των θαλάσσιων κοινοτήτων και αυξημένη παρουσία θερμόφιλων και ξενικών ειδών».
Πάντως τόσο ο κ. Κλαουδάτος όσο και η κυρία Καραχλέ αναφέρουν ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η φύση έχει πάντα την ικανότητα να προσαρμόζεται. Οι ελληνικές θάλασσες του μέλλοντος θα είναι πιθανότατα διαφορετικές από αυτές που γνωρίζουμε, με νέα είδη, νέες ισορροπίες, νέους κινδύνους αλλά και νέες ευκαιρίες. Τελικώς είναι στο χέρι μας: η θάλασσα δεν θα γίνει αφιλόξενη αν εμείς της φερθούμε όπως της πρέπει.
Ο λαγοκέφαλος μόλις… επικηρύχθηκε
Την εβδομάδα που μας πέρασε, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, έπειτα από σχέδιο που εκπόνησε σε συνεργασία με τα υπουργεία Περιβάλλοντος και Οικονομικών, προχώρησε στην επικήρυξη του λαγοκέφαλου, προσφέροντας αμοιβή 5,33 ευρώ ανά κιλό αλιευμένου ψαριού. Το μέτρο της οικονομικής επιβράβευσης συνδέεται με ένα ευρύτερο σχέδιο δράσης του υπουργείου, το οποίο περιλαμβάνει στοχευμένη αλίευση λαγοκέφαλων από επαγγελματίες, επιστημονική παρακολούθηση της εξάπλωσης του είδους και ενημέρωση αλιέων και καταναλωτών για τους κινδύνους που συνεπάγεται η παρουσία και η κατανάλωσή του.
Παράλληλα, προβλέπεται συνεργασία με περιφέρειες, αλιευτικούς φορείς και επιστημονικά ιδρύματα, ώστε να καταγραφεί με μεγαλύτερη ακρίβεια το μέγεθος του προβλήματος και να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται. Η επιλογή αυτή δεν είναι μια πρωτότυπη πρακτική, καθώς αντίστοιχο πρόγραμμα είχε εφαρμοστεί στην Κύπρο, όπου θεωρείται ότι συνέβαλε σημαντικά στον περιορισμό του πληθυσμού του είδους.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μόνο το 2025 αλιεύθηκαν στην Κύπρο περισσότεροι από 100 τόνοι λαγοκέφαλου. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι νέο για τους έλληνες αλιείς. Ενδεικτικό είναι ότι τον Νοέμβριο του 2025 οι αλιείς, συμμετέχοντας στις κινητοποιήσεις του πρωτογενούς τομέα, είχαν αναδείξει το ζήτημα ως μία από τις βασικές διεκδικήσεις τους, ζητώντας άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα.
