Όποιος έβγαινε από την αρχαία Αθήνα με κατεύθυνση προς την Ελευσίνα περνούσε πρώτα από τον Κεραμεικό. Εκεί, έξω από τα τείχη της πόλης, άρχιζε η Ιερά Οδός, ο δρόμος που οδηγούσε σε αυτό που πολλοί ιστορικοί θεωρούν το σημαντικότερο θρησκευτικό προσκύνημα του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Για αιώνες, κάθε φθινόπωρο, χιλιάδες άνθρωποι ακολουθούσαν την ίδια διαδρομή προς τα δυτικά. Όταν οι πρώτοι μύστες βάδιζαν προς την Ελευσίνα, η Αθήνα ήταν ακόμη μια πόλη της αρχαϊκής Ελλάδας. Όταν οι τελευταίοι διέσχισαν την Ιερά Οδό, σχεδόν μία χιλιετία αργότερα, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ήδη υιοθετήσει τον χριστιανισμό.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, η Αθήνα γνώρισε τη χρυσή της εποχή. Ο Σωκράτης περιπλανήθηκε στην Αγορά, ο Πλάτων ίδρυσε την Ακαδημία, ο Αριστοτέλης δίδαξε τους μαθητές του. Ο Παρθενώνας υψώθηκε πάνω από την πόλη, ο Αλέξανδρος μετέφερε τον ελληνικό κόσμο μέχρι τα βάθη της Ασίας και η Ρώμη αναδύθηκε από μια περιφερειακή δύναμη της Ιταλίας σε μια αυτοκρατορία που κυριάρχησε στη Μεσόγειο.
Παρ’ όλες τις ανατροπές της ιστορίας, ένα πράγμα παρέμενε σταθερό. Κάθε χρόνο, η Ιερά Οδός γινόταν τόπος συνάντησης ανθρώπων από ολόκληρο τον ελληνικό και, αργότερα, τον ρωμαϊκό κόσμο. Δεν ήταν προνόμιο μιας πόλης ούτε ενός λαού. Άνδρες και γυναίκες, πολίτες και δούλοι, αγρότες, στρατιώτες, ποιητές, έμποροι και αυτοκράτορες που μιλούσαν ελληνικά, μπορούσαν να μυηθούν, αρκεί να μην είχαν διαπράξει φόνο χωρίς να έχουν εξαγνιστεί. Όλους τούς ένωνε η ίδια πεποίθηση ότι στην Ελευσίνα υπήρχε μια γνώση που άξιζε να αναζητήσει κανείς.
Σχεδόν δεκαέξι αιώνες μετά το τέλος των Μυστηρίων, μια ελληνική ερευνητική ομάδα επιχείρησε να εξετάσει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί ποτέ για την τελετή.
Θα μπορούσε ο κυκεώνας, το τελετουργικό ποτό των Μυστηρίων, να παράγει ψυχοδραστικές λυσεργαμιδικές ενώσεις; «Για εμάς το ερώτημα δεν ήταν αν οι αρχαίοι έπαιρναν LSD. Το ερώτημα ήταν αν η θεωρία ότι ο κυκεώνας μπορούσε να παράγει ψυχοδραστικά αποτελέσματα είχε πραγματική χημική βάση» λέει σήμερα στο «Βήμα» ο καθηγητής Φαρμακογνωσίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Προκόπης Μαγιάτης. Στο μεταξύ, το ενδιαφέρον για τη μελέτη φαίνεται πως δεν περιορίζεται μονάχα στην επιστημονική κοινότητα.
Πέρα από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα, η ιστορία της έχει ήδη αρχίσει να προσελκύει το ενδιαφέρον και δημιουργών από άλλα πεδία.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι μύστες έβλεπαν, άκουγαν και βίωναν κάτι. Οι ίδιοι οι αρχαίοι μιλούσαν για «δρώμενα», «δεικνύμενα» και «λεγόμενα». Κάτι παρουσιαζόταν μπροστά τους, κάτι λεγόταν. Τι ακριβώς ήταν παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αρχαιότητας. Ίσως και το μεγαλύτερο.

kykeon drink
Η πορεία προς το μυστήριο
Η πομπή ξεκινούσε από την Αθήνα και προχωρούσε κατά μήκος της Ιεράς Οδού. Οι μύστες διέσχιζαν περίπου είκοσι χιλιόμετρα, μεταφέροντας ιερά αντικείμενα, ψάλλοντας ύμνους και συνοδεύοντας το ξόανο του Ιάκχου. Στη γέφυρα του Κηφισού η σοβαρότητα της τελετής έσπαγε για λίγο. Εκεί γίνονταν οι περίφημοι γεφυρισμοί, τα σκωπτικά πειράγματα και οι βωμολοχίες που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της γιορτής.
Όταν οι μύστες έφταναν στην Ελευσίνα, η σημαντικότερη στιγμή βρισκόταν ακόμη μπροστά τους. Η μύηση δεν άρχιζε αμέσως. Είχαν προηγηθεί ημέρες προετοιμασίας, καθαρμοί, θυσίες και τελετουργίες αφιερωμένες στη Δήμητρα και την Κόρη. Μόνο τότε ερχόταν η στιγμή του κυκεώνα. Ένα φαινομενικά απλό ποτό το οποίο ο Ομηρικός Ύμνος συνδέει με τη στιγμή που η Δήμητρα έσπασε τη νηστεία της μετά την αρπαγή της Περσεφόνης.
Οι αρχαίοι δεν διαχώριζαν τη θρησκευτική εμπειρία από την ίδια τη ζωή. Ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης μιλούσε για όσα όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή βιώνουν. Την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, το πένθος, την αναμονή, την επιστροφή και την ελπίδα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και τα σκωπτικά πειράγματα των γεφυρισμών είχαν τη θέση τους, καθώς η πομπή δεν απέκλειε τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, αντιθέτως τις αγκάλιαζε.
Έως το Τελεστήριο
Στη συνέχεια οι μύστες οδηγούνταν στο Τελεστήριο. Το κτίριο ήταν ένα τεράστιο οικοδόμημα σχεδιασμένο για να χωρά χιλιάδες ανθρώπους ταυτόχρονα. Στο εσωτερικό του υπήρχαν κλιμακωτά καθίσματα, ενώ στο κέντρο βρισκόταν το Ανάκτορο, ένας μικρός, κλειστός χώρος όπου φυλάσσονταν τα ιερά αντικείμενα της λατρείας.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι μύστες έβλεπαν, άκουγαν και βίωναν κάτι. Οι ίδιοι οι αρχαίοι μιλούσαν για «δρώμενα», «δεικνύμενα» και «λεγόμενα». Κάτι παρουσιαζόταν μπροστά τους, κάτι λεγόταν. Τι ακριβώς ήταν παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αρχαιότητας. Ίσως και το μεγαλύτερο. Οι ποινές για όποιον αποκάλυπτε ήταν εξαιρετικά αυστηρές και παρά τις εκατοντάδες χιλιάδες μυήσεις που πραγματοποιήθηκαν επί αιώνες, καμία πλήρης περιγραφή της τελετής δεν έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Κι όμως, όσοι έβγαιναν από το Τελεστήριο έμοιαζαν να έχουν βιώσει κάτι που τους σημάδευε βαθιά.
Οι μαρτυρίες των μυημένων
Ανάμεσα σε αυτούς που μυήθηκαν στα Ελευσίνια Μυστήρια βρίσκονταν μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα του αρχαίου κόσμου. Πολιτικοί, ποιητές, φιλόσοφοι και αυτοκράτορες. Ο Ισοκράτης, ένας από τους σημαντικότερους ρήτορες της κλασικής Αθήνας, έγραφε ότι η Δήμητρα χάρισε στους ανθρώπους δύο μεγάλα δώρα. Τους καρπούς της γης και τα Μυστήρια, τα οποία προσέφεραν στους μυημένους «γλυκύτερες ελπίδες» για το τέλος της ζωής. Ο Πίνδαρος, ο σπουδαιότερος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας, χαρακτήριζε ευτυχισμένο εκείνον που είχε δει τα ιερά δρώμενα πριν κατέβει στον Αδη, γιατί μόνο αυτός γνώριζε πραγματικά «το τέλος της ζωής και την αρχή που δίνουν οι θεοί». Αιώνες αργότερα, ο Κικέρων, ο μεγάλος ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός, θα χαρακτήριζε τα Ελευσίνια Μυστήρια ως το σημαντικότερο δώρο που πρόσφερε ποτέ η Αθήνα στην ανθρωπότητα. Πίστευε ότι δίδασκαν στους ανθρώπους όχι μόνο πώς να ζουν καλύτερα αλλά και πώς να αντιμετωπίζουν τον θάνατο με μεγαλύτερη ελπίδα.
Ο Πλούταρχος, ο έλληνας ιστορικός και φιλόσοφος των ρωμαϊκών χρόνων, παρομοίαζε την εμπειρία της μύησης με μια πορεία μέσα από το σκοτάδι, την αγωνία και την αβεβαιότητα που καταλήγει ξαφνικά σε ένα φως, σε έναν τόπο καθαρό και γαλήνιο. Καμία από αυτές τις μαρτυρίες δεν αποκαλύπτει τι ακριβώς συνέβαινε μέσα στο Τελεστήριο. Ολες όμως συγκλίνουν σε ένα σημείο. Οι μυημένοι πίστευαν ότι είχαν κατανοήσει κάτι θεμελιώδες για την ανθρώπινη ύπαρξη. Τι ακριβώς ήταν αυτό, δεν το γνωρίζουμε. Και πιθανώς να μην το μάθουμε ποτέ.
Το τέλος μιας παράδοσης χιλίων ετών
Όταν ο χριστιανισμός άρχισε να εξαπλώνεται στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, η Ελευσίνα παρέμενε ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι δύο κόσμοι συνυπήρξαν. Την εποχή που οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες εμφανίζονταν στη Μεσόγειο, οι πομπές εξακολουθούσαν να διασχίζουν την Ιερά Οδό και το Τελεστήριο συνέχιζε να γεμίζει με μύστες. Η ιστορία των Μυστηρίων ολοκληρώθηκε στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. Μετά τα διατάγματα του Θεοδοσίου Α΄ κατά των παγανιστικών λατρειών, το ιερό εγκαταλείφθηκε σταδιακά. Η καταστροφή του από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, το 395 μ.Χ., σφράγισε το τέλος μιας παράδοσης που είχε επιβιώσει για τόσους αιώνες.
Ανάμεσα στους πιο έντονους επικριτές του μυστηρίου συγκαταλεγόταν ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ένας από τους σημαντικότερους χριστιανούς θεολόγους του 2ου αιώνα μ.Χ. Στα έργα του προσπάθησε να απογυμνώσει τα Μυστήρια από το κύρος τους, να αποκαλύψει τα μυστικά τους και να τα παρουσιάσει ως ανθρώπινες επινοήσεις. Παραδόξως, όμως, χάρη στους πολέμιους των Μυστηρίων γνωρίζουμε σήμερα ορισμένα από τα ελάχιστα στοιχεία της τελετουργίας τους. Ανάμεσά τους και μία φράση που θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία: «Ενήστευσα, έπιον τον κυκεώνα». Δεκαέξι αιώνες αργότερα, αυτή η φαινομενικά ασήμαντη φράση θα γινόταν η αφετηρία μιας επιστημονικής αναζήτησης.

Η προετοιμασία των δειγμάτων στο Εργαστήριο Φαρμακογνωσίας του ΕΚΠΑ, όπου εξετάστηκε πειραματικά η θεωρία για τον κυκεώνα των Ελευσινίων Μυστηρίων.
Μια θεωρία γεννιέται
Ενας από τους ανθρώπους που άρχισαν να αναρωτιούνται αν πίσω από τα Μυστήρια κρυβόταν κάτι περισσότερο ήταν ο Καρλ Κερένυι. Ο ούγγρος φιλόλογος και μυθολόγος είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη μελέτη της Δήμητρας, της Περσεφόνης και των Ελευσινίων Μυστηρίων.
Οσο περισσότερο διάβαζε τις πηγές, τόσο περισσότερο τον προβλημάτιζε η ένταση των περιγραφών. Πώς ήταν δυνατόν μια τελετή να αφήνει τόσο ισχυρό αποτύπωμα σε ανθρώπους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους; Πώς εξηγούνταν οι αναφορές στη μεταμόρφωση, στο φως, στην απώλεια του φόβου του θανάτου; Μήπως έλειπε ένα κομμάτι από το παζλ;
Η σκέψη αυτή τον οδήγησε σε έναν εξαιρετικά απρόσμενο συνομιλητή. Τον Αλμπερτ Χόφμαν. Τον ελβετό χημικό που το 1938 εφηύρε το LSD. Ο Χόφμαν είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη μελέτη ουσιών που μεταβάλλουν την ανθρώπινη συνείδηση.
Μαζί με τον κλασικιστή Καρλ Ρακ και τον εθνομυκητολόγο Γκόρντον Γουάσον δημοσίευσαν το 1978 το βιβλίο Ο δρόμος για την Ελευσίνα – Αποκαλύπτοντας το μυστικό των Μυστηρίων («The Road to Eleusis»). Η θεωρία τους ξεκινούσε από μια απλή παρατήρηση. Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι πριν από τη μύηση οι συμμετέχοντες έπιναν τον κυκεώνα. Το ποτό που παρασκευαζόταν από κριθάρι, νερό και φλισκούνι, ένα είδος άγριας μέντας. Το κριθάρι όμως έχει έναν ιδιαίτερο εχθρό. Την ερυσίβη. Εναν μύκητα γνωστό στους γεωπόνους ως Claviceps purpurea.
Οταν η ερυσίβη προσβάλλει τα στάχυα, στη θέση των καρπών δημιουργεί επιμήκεις μαύρους-μοβ σχηματισμούς, τα λεγόμενα σκληρώτια ή εργότια. Από αυτά παράγονται ουσίες που ανήκουν στην ίδια ευρύτερη χημική οικογένεια με εκείνη από την οποία προήλθε αργότερα το LSD. Αραγε μέρος της εμπειρίας των Μυστηρίων μπορεί να συνδεόταν με ενθεογόνες ουσίες που επηρέαζαν τη συνείδηση των μυημένων; Η ιδέα ήταν συναρπαστική. Είχε όμως ένα τεράστιο πρόβλημα. Η ερυσίβη δεν είναι μόνο ψυχοδραστική, αλλά και δηλητηριώδης για τον άνθρωπο.
Για δεκαετίες η θεωρία έμοιαζε να σκοντάφτει σε αυτό το αξεπέραστο εμπόδιο. Τότε ο χημικός Πίτερ Γουέμπστερ πρότεινε μια πιθανή εξήγηση. Αν η ερυσίβη ερχόταν σε επαφή με αλισίβα, ένα αλκαλικό διάλυμα από στάχτη ξύλου γνωστό ήδη από την αρχαιότητα, η χημική της συμπεριφορά ίσως μεταβαλλόταν. Η ιδέα ήταν ενδιαφέρουσα. Δεν δοκιμάστηκε όμως ποτέ πειραματικά.
Μέσα στο εργαστήριο
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, το ερώτημα βρέθηκε απροσδόκητα σε ένα εργαστήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Ευάγγελος Δαδιώτης και ο Ρωμανός Αντωνόπουλος, ως ερευνητές της επιστήμης της Φαρμακογνωσίας και μέλη του Ελληνικού Κέντρου Ερευνας Ενθεογόνων, ενδιαφέρονταν για τις φυσικές ψυχοδραστικές ουσίες που παράγονται από φυτά και μύκητες. Διαβάζοντας όμως την παλιά βιβλιογραφία γύρω από τα Μυστήρια, βρέθηκαν μπροστά σε μια απορία που δεν μπορούσαν εύκολα να αγνοήσουν.
«Μας έκανε εντύπωση ότι η θεωρία συζητιόταν επί δεκαετίες χωρίς να έχει ελεγχθεί πειραματικά» θυμάται ο κ. Δαδιώτης. Καθώς διάβαζαν τη βιβλιογραφία, η προσοχή τους στάθηκε στην παλιά χημική υπόθεση του χημικού Πίτερ Γουέμπστερ. Αν η ερυσίβη ερχόταν σε επαφή με αλισίβα, θα μπορούσε να αλλάξει η χημική της συμπεριφορά;
Η αναζήτηση τους οδήγησε στο Εργαστήριο Φαρμακογνωσίας και Χημείας Φυσικών Προϊόντων του Πανεπιστημίου Αθηνών, στον καθηγητή τους, Προκόπη Μαγιάτη. Ακολούθησαν μήνες πειραμάτων. Οι ερευνητές παρασκεύασαν αλισίβα, χρησιμοποίησαν εργότια και άρχισαν να μεταβάλλουν μία προς μία τις παραμέτρους του πειράματος. Θερμοκρασίες, χρόνους βρασμού, συγκεντρώσεις, επίπεδα αλκαλικότητας. Κάθε αλλαγή ακολουθούνταν από χημικές αναλύσεις. «Στην αρχή δεν βλέπαμε τίποτα ιδιαίτερο» θυμάται ο κ. Αντωνόπουλος. «Δοκιμάζαμε διαφορετικές συνθήκες και επιστρέφαμε ξανά στα δεδομένα».
Οι εβδομάδες έγιναν μήνες. Οι περισσότερες διαδρομές αποδεικνύονταν αδιέξοδες. «Κάναμε δεκάδες διαφορετικά πειράματα» λέει ο κ. Δαδιώτης. «Οι περισσότερες συνθήκες δεν έδιναν το αποτέλεσμα που ψάχναμε». Μέχρι που άρχισε να εμφανίζεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. «Ξαφνικά μία περιοχή συνθηκών λειτούργησε» εξηγεί ο κ. Αντωνόπουλος. «Εκεί είδαμε ότι οι χημικές μετατροπές που περιέγραφε η θεωρία μπορούσαν πράγματι να συμβούν».

Δείγματα εργοτίου που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των εργαστηριακών πειραμάτων στο Εργαστήριο Φαρμακογνωσίας του ΕΚΠΑ.
Από τα εργότια στην εργίνη
Στις αναλύσεις τους οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η επεξεργασία των εργοτίων με αλισίβα μπορούσε να οδηγήσει στον σχηματισμό εργίνης (LSA) και ισοεργίνης, δύο λυσεργαμιδικών ενώσεων που ανήκουν στην ίδια ευρύτερη χημική οικογένεια με το LSD.
Παράλληλα, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση ορισμένων από τις πιο τοξικές αλκαλοειδείς ενώσεις της ερυσίβης. Για τους ερευνητές αυτό ήταν ένα κρίσιμο σημείο. Η διαδικασία δεν μετέτρεπε τον μύκητα σε LSD, όπως συχνά παρουσιάστηκε βιαστικά σε δημοσιεύματα και αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Εδειχνε όμως ότι η επεξεργασία του μπορούσε να παράγει άλλες λυσεργαμιδικές ουσίες με ψυχοδραστικές ιδιότητες, ενώ ταυτόχρονα εξαφάνιζε την τοξικότητα του μύκητα. «Αυτό ακριβώς ψάχναμε να εξετάσουμε» τονίζει ο κ. Μαγιάτης. «Αν η προτεινόμενη χημική διαδρομή ήταν εφικτή».
Το αποτέλεσμα αποτελούσε την πρώτη πειραματική ένδειξη ότι η βασική χημική λογική της θεωρίας μπορούσε να σταθεί. Αλλά ακόμη κι έτσι, η απόσταση ανάμεσα σε ένα εργαστήριο του 21ου αιώνα και στην Ελευσίνα της αρχαιότητας παρέμενε τεράστια. Η χημική διαδικασία μπορούσε να λειτουργήσει. Αυτό δεν σήμαινε ότι είχε όντως χρησιμοποιηθεί.
Η δημοσίευση στο «Scientific Reports» αναπαράχθηκε από μεγάλα επιστημονικά μέσα και ταξίδεψε γρήγορα στα κοινωνικά δίκτυα. Το ενδιαφέρον, λένε οι ερευνητές, έδειξε κάτι που ίσως ξεπερνά την ίδια την υπόθεση του κυκεώνα. Ότι η Ελευσίνα εξακολουθεί να κρύβει περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτει.
Το εύρημα από την Ισπανία
Υπήρχε άραγε κάποιο αρχαιολογικό ίχνος που να δείχνει ότι τέτοιες ουσίες χρησιμοποιήθηκαν ποτέ σε τελετουργικό πλαίσιο; Η πιο ενδιαφέρουσα ένδειξη δεν προήλθε από την Ελλάδα, αλλά από την ιβηρική χερσόνησο.
Στο αρχαίο Εμπόριον, ελληνική αποικία στις ακτές της σημερινής Καταλωνίας, αρχαιολόγοι εντόπισαν σε αγγεία που σχετίζονταν με λατρευτικές πρακτικές προς τις θεότητες των Ελευσίνιων Μυστηρίων, ίχνη της μορφολογικής δομής των εργοτίων και των αλκαλοειδών της ερυσίβης. Το εύρημα έδειχνε ότι οι άνθρωποι του αρχαίου ελληνικού κόσμου γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν ουσίες που προέρχονταν από την ερυσίβη σε τελετουργικά συμφραζόμενα.
Για τον Προκόπη Μαγιάτη και την ομάδα του, το εύρημα της Καταλωνίας αποτελεί μια ένδειξη ότι η χρήση ουσιών που προέρχονταν από την ερυσίβη δεν ήταν άγνωστη στον αρχαίο κόσμο. «Το επόμενο βήμα είναι να αναζητηθούν περισσότερα αρχαιολογικά και χημικά δεδομένα» λέει σήμερα στο «Βήμα» ο κ. Μαγιάτης. «Μόνο έτσι μπορεί να ενισχυθεί ή να απορριφθεί μια τέτοια υπόθεση».
Για δεκαετίες η θεωρία του Χόφμαν αντιμετωπιζόταν συχνά ως μια ενδιαφέρουσα αλλά μη ελέγξιμη υπόθεση. Πλέον υπάρχει ένα πειραματικό πλαίσιο πάνω στο οποίο μπορούν να εργαστούν και άλλες ερευνητικές ομάδες.

Οι ερευνητές Φαρμακογνωσίας του ΕΚΠΑ, Ευάγγελος Δαδιώτης (αριστερά) και Ρωμανός Αντωνόπουλος παρουσιάζουν τη μελέτη για τον κυκεώνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Scientific Reports και προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον.
Η απήχηση της ανακάλυψης
Για τον κ. Αντωνόπουλο, η μεγαλύτερη έκπληξη δεν ήταν το αποτέλεσμα της έρευνας, αλλά η απήχησή της. Η δημοσίευση στο «Scientific Reports» αναπαράχθηκε από μεγάλα επιστημονικά μέσα και ταξίδεψε γρήγορα στα κοινωνικά δίκτυα. Το ενδιαφέρον, λένε οι ερευνητές, έδειξε κάτι που ίσως ξεπερνά την ίδια την υπόθεση του κυκεώνα. Ότι η Ελευσίνα εξακολουθεί να κρύβει περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτει.
Στην πραγματικότητα, η νέα έρευνα μεταφέρει τη συζήτηση από τη σφαίρα της εικασίας στο πεδίο του πειράματος. Και ίσως αυτό να είναι το πιο κοντινό που έχουμε φτάσει μέχρι σήμερα στο να ακολουθήσουμε ξανά τα ίχνη εκείνων των ανθρώπων που ξεκινούσαν από τον Κεραμεικό, περπατούσαν την Ιερά Οδό και έφταναν στην Ελευσίνα αναζητώντας μια γνώση που κανείς δεν κατάφερε ποτέ να περιγράψει πλήρως.
