Το μοιρολόι της φώκιας

Αιχμές από τον Γιώργο Βέλτσο - Η «Μύκονος» μοιάζει με τόπο που δεν είχε υπάρξει ποτέ, αφού αντικαταστάθηκε από τη «Mykonos» της βίλας και του πεντάστερου.

Το μοιρολόι της φώκιας

«Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο» – Τ. Σινόπουλος, «Νυχτολόγιο»

Εγώ ατύχησα. Από τη Μύκονο δεν μπορώ να ‘ρθω γιατί ό,τι υπάρχει από τη Μύκονο είναι συνεχώς στο μυαλό μου. Κι όχι πως η Μύκονος δεν υπάρχει, αλλά πλέον το διεθνές πληκτρολόγιο τη γράφει «Μykonos».

Αυτή η αλλαγή γλώσσας στη γραφή του ονόματός της δείχνει γιατί η «Μύκονό» μου (χωρίς το τελικό σίγμα) είναι γραμμένη σ’ εκείνο το «μαγικό σημειωματάριο» του Φρόιντ, όπου, στα ογδόντα δύο μου, στους ανέμους και τις μπονάτσες της μνήμης, σ’ εκείνο το παιδί που χάνεται συνεχώς στους έλικες του νου του, η Μύκονο προβάλλει όπως οι Αγγέλοι που «φτερουγίζουν μέσ’ του Αιγαίου τα νησιά» – για να θυμηθώ το τραγούδι που σιγομουρμούριζε η λαλά μου Μαριώ Ξεναρίου.

Και αρχίζει ξανά το μοιρολόι μου που το απευθύνω χρόνια τώρα σε μένα τον ίδιο γιατί μ’ αυτό γίνομαι καλά, λες και θρηνώντας, ξανακερδίζω τη ζωή που μου έκλεψαν τα ποιήματα.

***

Γεννήθηκα στη Μύκονο. Δεν γεννήθηκα εκεί. Γεννήθηκα για δεύτερη φορά το καλοκαίρι της χρονιάς που πέθανε η μητέρα μου. Βρέθηκα στη θέση της για πρώτη φορά, στη βεράντα του σπιτιού της, απέναντι από τη φοινικιά και τη δύση. Ευθυγραμμίστηκα, στην τελική ευθεία, προς δυσμάς.

Στο σπίτι μου λοιπόν στη Μύκονο, στην ντουλάπα του διαδρόμου, διακρίνω ακόμα τις γραμμές-σημάδια που χάραζε ο πατέρας μου όταν με έστηνε μ’ ένα βιβλίο στο κεφάλι για να δει πόσο είχα ψηλώσει από το προηγούμενο καλοκαίρι. Πριν λίγα χρόνια, έβγαλα την ντουλάπα στη βεράντα και την έβαψα. Ο Στάθης, ο γιος μου, με ρώτησε: «Σβήνεις τα ίχνη σου;».

Στην Αθήνα, σ’ έναν καθρέφτη, έχω βαλμένες δύο φωτογραφίες. Την πρώτη, μαυρόασπρη, τράβηξε ο πατέρας μου με την Κόντακ από τη βεράντα, όταν ήμουν δύο χρονών. Τη δεύτερη, ο γιος μου. Ο Στάθης και ο Στάθης. Και τις δυο φορές, ο ίδιος ήλιος δύει πίσω από τη φοινικιά που μεγαλώνει. Δεν δύει. Δύουν οι άνθρωποι. Σκοτεινιάζουν. Μπερδεύονται με τις σκιές και τα φρύγανα.

Ξέρω τη διαδρομή του ήλιου στον ορίζοντα. Μου την έδειχνε ο πατέρας μου. Αρχίζει την πορεία του από δεξιά προς τα αριστερά της γραμμής του ορίζοντα. Τη μικρότερη μέρα του χρόνου βασιλεύει στις Δήλες. Τη μεγαλύτερη, στον κάβο της Τήνου – τη Μεγαλόχαρη. Εδειξα κι εγώ στον γιο μου την πορεία του ήλιου. Αυτός μου έμαθε τον μύθο της «πράσινης ακτίνας», όπως τον άκουσε στην ομώνυμη ταινία του Ρομέρ: πρέπει να δεις λέει, την τελευταία στιγμή, μια πράσινη λάμψη. Από τότε, πέρασα πολλά ηλιοβασιλέματα για να δω την υπόσχεση του παντοτινού έρωτα.

Βλέπω το τελευταίο φως. Βλέπω και το πρώτο βαπόρι. Το ίδιο βαπόρι που ψάχνω, στην τηλεόραση, στις ελληνικές ταινίες του ’50, όταν δείχνουν σκηνές αποχωρισμού στου Τζελέπη.

Βλέπω το φως ζωγραφιστό σε μια ακουαρέλα του Πολυκανδριώτη. Θέμα της, ο Αϊ-Χαραλάμπης στη Βίδα κι ένα πανί κατά την Τήνο. Μικρός, μού τραγούδαγαν την «Ξανθούλα» που πάει στην ξενιτιά κι έκλαιγα.

Στη Μύκονο μού επιβάλλεται λες το «Ημερολόγιο καταστρώματος» του σώματός μου από έναν υπέρτατο καπετάνιο. Ερχομαι από την Αθήνα και περιμένω να βρεθώ «πράσινο με πράσινο», όπως λεν οι ναυτικοί, με το «Αιγαίον». Θα πετρώσω εδώ, σαν εκείνο το κομμάτι πλώρης που το είχαν τσιμεντώσει, στην άκρια του μόλου της Ραφήνας, και που ήταν σα να ταξίδευε.

Επιστρέφω στη Μύκονο και μου είναι αδιάφοροι οι ολιγάρχες με τα θλιβερά σκάφη τους στις Σκάφες, που τώρα ακούν στο σικάτο όνομα «Λια», ή οι σκοτεινοί επαγγελματίες, οι μεγαλο-ξενοδόχοι, που με αντίτιμο τον φόρο τους στον Δήμο ή το τηλεφώνημα στον προστάτη τους πολιτευτή, διευθυντή ή διοικητή, κλέβουν ρεύμα ή αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του νησιού εν ονόματι του κέρδους, της μίζας και της λαμογιάς. Αυτή θα είναι σκέφτομαι η νέα Ελλάδα της ήττας. Και μου έρχεται τότε στον νου η εικόνα μιας σειράς αιχμαλώτων στα υψίπεδα της Μεσοποταμίας. Ρακένδυτοι, προχωρούν εξαντλημένοι προς μια χάρτινη Βαβυλώνα.

Σήμερα «μυκονιάτη» σε πολιτογραφεί η βίλα ή το πεντάστερο των 170 €, λόγω κρίσης. Θλίβομαι γιατί οι πιο χαριτωμένοι, οι πιο είρωνες και ομιλητικοί νησιώτες, μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική τραγουδιστή ντοπιολαλιά, έχουν πάθει πολιτισμική κατάθλιψη. Μπορώ να πω ότι όσο βαθαίνει ο χωρισμός της Mykonos από τη «Μύκονό» μου, τόσο στο βλέμμα αυτών που συνεργούν σε τούτη την ά-νοστη – χωρίς επιστροφή και νόστο – απομάκρυνση, θα βλέπω, κάθε φορά που μετατοπίζομαι προς τα εκεί, τον θάνατο υπό μορφήν αμνησίας, απληστίας και απελπισίας υπό τον θόρυβο ελικοπτέρου του ΕΚΑΒ που μεταφέρει τον ετοιμοθάνατο με τη γουρούνα πεσμένη στο χαντάκι με τον μάραθο.

Στη Μύκονο έμαθα να γράφω. Θυμάμαι τις συνομιλίες μου με τον συγγραφέα του Ιστορικού λεξικού του μυκονιάτικου ιδιώματος, τον αείμνηστο Σταύρο Μάνεση. Θυμάμαι ακόμη το επιτύμβιο που διάβαζα στο αρχαίο μάρμαρο εκείνης της «Κόρης της Μυκόνου» που θησαυρίστηκε από τον Κυριαζόπουλο στο Λαογραφικό Μουσείο: ΕGΟ DΟRΜΙΟ ΕΤ CΟR ΜΕUΜ VΙGΙLΑT («Εγώ κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά»).

Τον Δεκαπενταύγουστο θ’ ακούσω όλους τους σιωπηλούς μου αποθαμένους – πάππο, πατέρα, μάνα – να συνωστίζονται στη δέηση του παπά στην Ελεούσα. Αν και τώρα, ποια μνήμη μετά τα σαράντα χτυπήματα στο TikTok.

***

Συλλογίζομαι πόσο κι αυτός ο τόπος είναι σα να μην έχει ποτέ υπάρξει. Σα να μην είχαν εξοριστεί εδώ ο Γ. Παπανδρέου και ο Γονατάς· σα να μην είχε γράψει, στη βεράντα του ξενοδοχείου «Απόλλων», ο Καραγάτσης, να μην είχε διαφωνήσει ο Καραντώνης με τον Θεοτοκά, ο Λε Κορμπυζιέ να μην είχε σχεδιάσει νηφάλια την Παραπορτιανή, ο Μόραλης, παλικάρι, τη Μεγάλη Aμμο, ο Μισέλ Ντεγκύ να μην είχε προσκυνήσει κι αυτός τη Δήλο (χωρίς πόσιμο νερό στους χαλασμένους ψύκτες).

Με ρώτησε:

  • «Θα θέλατε να μένατε σ’ αυτόν τον ερειπιώνα;».
  • «Μα διαμένω», του απαντώ. «Οπως εσείς, έτσι κι εγώ, είμαστε ερείπια, εκθέματα ενός άλλου πολιτισμού, το μουσείο του οποίου έχτισε η βαριά βιομηχανία του καπιταλισμού».
  • «Εννοείτε, μιλώντας για την Ελλάδα, τον τουρισμό;».
  • «Εννοώ το διεθνές μοντέλο ανάπτυξης “Mykonos” κι εμάς που το υποστηρίζουμε σχολιάζοντας».
Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version