Οπως κάθε χρονιά, έτσι και φέτος ο Πειραιάς παρακολούθησε τον εορτασμό της ημέρας της Ασούρα, που (βάσει δυτικού ημερολογίου) έπεσε την 26η Ιουνίου. Η Ασούρα είναι μία από τις σημαντικότερες ημέρες του ισλαμικού ημερολογίου και εορτάζεται τη 10η ημέρα του μήνα Μουχαράμ. Η σημασία της διαφέρει μεταξύ σουνιτών και σιιτών.
Για τους σουνίτες, η Ασούρα συνδέεται κυρίως με τη διάσωση του προφήτη Μωυσή και των Ισραηλιτών από τον Φαραώ και πολλοί την τιμούν με προαιρετική νηστεία, ακολουθώντας το παράδειγμα του Προφήτη Μωάμεθ. Για τους σιίτες, αντίθετα, αποτελεί την πιο πένθιμη ημέρα του έτους, καθώς τιμά τη μαρτυρική θυσία του Ιμάμη Χουσεΐν ιμπν Αλί, εγγονού του Προφήτη Μωάμεθ, ο οποίος σκοτώθηκε στη Μάχη της Καρμπάλα το 680 μ.Χ.
Ο θάνατός του θεωρείται το ύψιστο σύμβολο θυσίας υπέρ της δικαιοσύνης, της αλήθειας και της αντίστασης απέναντι στην τυραννία. Οι σιιτικές τελετές της Ασούρα χαρακτηρίζονται από θρησκευτικές συγκεντρώσεις, λιτανείες και απαγγελίες που ανακαλούν τα γεγονότα της Καρμπάλα. Κεντρική θέση στις τελετουργίες κατέχουν οι δημόσιες εκδηλώσεις πένθους, οι οποίες περιλαμβάνουν δημόσιο θρήνο, μοιρολόγια, τελετουργικά χτυπήματα στο στήθος (λατμίγια) και την απαγγελία ελεγειακής ποίησης (μαρσίγια, νάουχα), μέσω των οποίων οι πιστοί συμμετέχουν συλλογικά στο πένθος για τον Χουσεΐν και τους συντρόφους του.
Σε ορισμένες κοινότητες, κάποιοι συμμετέχοντες επιδίδονται σε τελετουργική αυτομαστίγωση, πρακτική που παραμένει αμφιλεγόμενη και αποθαρρύνεται από πολλούς σύγχρονους σιίτες θρησκευτικούς ηγέτες. Παράλληλα, οργανώνονται φιλανθρωπικές δράσεις, διανέμεται φαγητό και νερό στη μνήμη των δεινών που υπέστη ο Χουσεΐν, ενώ σε ορισμένες περιοχές παρουσιάζονται ταζιγιέ, δηλαδή θεατρικές αναπαραστάσεις των γεγονότων που οδήγησαν στην τραγωδία της Καρμπάλα. Για τους μουσουλμάνους, η Ασούρα διατηρεί ζωντανή τη συλλογική μνήμη της θυσίας και αναδεικνύει τις αξίες της αυταπάρνησης, της δικαιοσύνης και της ηθικής αντίστασης.
Τα δρώμενα, που ενίοτε, λοιπόν, περιλαμβάνουν αυτομαστιγώσεις, αναμενόμενα προκαλούν αντιδράσεις. Μας φαίνεται φρικαλέο να βλέπουμε ένα μπούγιο να αυτομαστιγώνεται στους δρόμους. Αναρωτιόμαστε γιατί τους «επιτρέπεται» και πόση «ανοχή» οφείλουμε να δείξουμε στην «κουλτούρα» τους. Εν τούτοις, ξεχνάμε ότι στον χριστιανικό κόσμο δεν είναι ξένη η βιαιότητα. Ενα ακραίο παράδειγμα είναι η ομάδα των λεγόμενων «Μετανοούντων» στις Φιλιππίνες, που κάθε Μεγάλη Παρασκευή οργανώνουν θρησκευτικές παρελάσεις και δρώμενα, στο πλαίσιο των οποίων κάποιοι πιστοί σταυρώνονται στ’ αλήθεια (καρφώνοντας χέρια και πόδια), όπως ο παγκοσμίως γνωστός Ρούμπεν Ενάτζε, σε αναπαράσταση του Θείου Πάθους (μολονότι η Καθολική Εκκλησία δεν αναγνωρίζει και αποτρέπει αυτή την πρακτική).
Αλλά μην πάμε μακριά: Δεν καταλαβαίνεις τι θα πει ελληνικό Πάσχα εάν δεν έχεις δει ανθρώπους να σέρνουν ζωντανό αρνί στην ταράτσα αθηναϊκής πολυκατοικίας και να το σφάζουν σε κοινή θέα (αληθινή ιστορία), ή, έστω, αν δεν έχεις δει ωμά έντερα να πλέκονται στα πεζοδρόμια κατά την Τσικνοπέμπτη, όχι μόνο έξω από εστιατόρια, αλλά και από κοινά καταστήματα, έτσι, επειδή το θέλει η μέρα.
Αλλά ακόμα και να δεχτούμε ότι στον σύγχρονο χριστιανικό κόσμο οι ακρότητες είναι περιορισμένες, στην Ιστορία του δεν παύουν να υπάρχουν παραδείγματα αιματηρών πρακτικών, όπως εκείνο των Αυτομαστιγούμενων (Flagellants), με αναπαραστάσεις να διεξάγονται ακόμη, ή εκείνο, στην ορθόδοξη παράδοση, του «Χαρίσματος των δακρύων», που σε ασκητικές κοινότητες περιλάμβανε αυτομαστίγωση κατά την προσευχή. Κι αν ο τελετουργικός θρήνος της Ασούρα εξακολουθεί να μας φαίνεται ακραίος – μολονότι η αιματηρή αυτομαστίγωση είναι περιορισμένη πρακτική –, ας σκεφτούμε τα τελετουργικά μοιρολόγια των βαλκανικών λαών, που συνοδεύονται από δυνατά χτυπήματα στο στέρνο, σκίσιμο ρούχων, ξερίζωμα μαλλιών και γδάρσιμο του δέρματος.
Πράγματι, οι χριστιανικές πρακτικές δεν είναι το ίδιο βίαιες. Τα αιματηρά δρώμενα είναι κυρίως ιστορικά ή μη αναγνωρισμένα από επίσημα δόγματα. Αλλά και πάλι, κανείς χριστιανός με την ελάχιστη αυτοσυνειδησία δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η λειτουργική μας ήταν ανέκαθεν σαν να τρέχαμε ξυπόλυτοι στα λιβάδια. Εχουμε υπάρξει βίαιοι. Κι ακόμα κι αν δεν αυτομαστιγωνόμαστε πια στους δρόμους για να ταπεινωθούμε μπροστά στον Θεό ή να ξορκίσουμε τη βουβωνική πανώλη, δεν παύουμε να είμαστε εξοικειωμένοι με το ίδιο το αίμα, που βρίσκεται στον πυρήνα της πίστης.
Ο βαθμός στον οποίο μια κοινότητα οφείλει να αποδεχτεί τη θρησκευτική έκφραση πάσης φύσεως και δόγματος είναι ένα θέμα που δεν θα κλείσει ποτέ. Δεν υπάρχουν σταράτες απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Η μεγαλύτερη παγίδα είναι η γενίκευση. Αναρωτιέται κανείς: «Εάν αποδεχτούμε την Ασούρα επειδή αποδεχόμαστε τον πολιτισμό του άλλου και αύριο έρθουν μετανάστες από την Παπούα και μας πουν ότι θέλουν να φάνε ανθρώπους επειδή έτσι το έχουν στην κουλτούρα τους, θα το δεχτούμε;». Ε, κάπως έτσι ξεκινάει πάντα η φρίκη, με γενικευτικές υπερβολές, ανιστορικές προσεγγίσεις και επικλήσεις στον φόβο. Σ
τα κράτη υπάρχουν νόμοι – κάποια πράγματα τα επιτρέπεις βάσει των νόμων σου, άλλα όχι. Δεν είναι άσπρο – μαύρο. Και σε ένα κράτος τόσο στενά συνδεδεμένο με τη θρησκεία του, δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι η Ασούρα είναι βίαιη όταν το Πάσχα οι πόλεις ζέχνουν από το αίμα, ότι σου φαίνεται απάνθρωπο το χιτζάμπ όταν η γιαγιά σου φοράει ακόμα κεφαλομάντιλο, ή όταν τα μοναστήρια σού παρέχουν ποδιές για τις γυναίκες επισκέπτριες που ήρθαν με το τζιν. Δεν μπορεί το ένα να σου φαίνεται ζωώδες και το άλλο παραδοσιακό, το ένα καταπιεστικό και το άλλο σεβαστικό. Πολιτικά, μπορείς να εκφράσεις αντίρρηση για τα δρώμενα της Ασούρα. Θρησκευτικά, είναι κάπως υποκριτικό.
Ούτε αυτή η σύγκριση, βέβαια, είναι άμοιρη γενικεύσεων. Ενα θρησκευτικό καθεστώς που για λόγους ισχύος καταπατά «νομίμως» μια σειρά από ανθρώπινα δικαιώματα (ακριβώς επειδή λειτουργεί με όρους πολιτικού καθεστώτος) δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα σύνολο προαιρετικών παραδόσεων. Αλλά ούτε και το ίδιο αυτό καθεστώς μπορεί να συγκριθεί με την ανάγκη των ανθρώπων του (του μέσου ευλαβή μουσουλμάνου) για έκφραση του θρησκεύειν.
Είναι στη φύση των θρησκευτικών πρακτικών να διατηρούν πτυχές μνημονικής σημασίας. Αλλά αν μια θρησκεία αλλάζει προς το «φιλικότερο για τον χρήστη» μέσα στους αιώνες, αυτό συμβαίνει αποκλειστικά επειδή η κοινωνική πλευρά της θρησκείας υπερίσχυσε της λειτουργικής – επειδή η φυσιολογική εξέλιξη των κοινωνικών νορμών επέβαλε αμβλύνσεις στα τελετουργικά της κοινότητας, όχι επειδή το παρελθόν του ενός είναι πιο «πολιτισμένο» από το παρελθόν του άλλου (όπου συμβαίνει το αντίθετο, όπου η θρησκεία μεταλλάσσεται προς το εχθρικότερο, είναι ακριβώς επειδή αντικαθιστά το πολιτικό καθεστώς).
Ετσι, το θρησκεύειν συγκρούεται διαρκώς με το πολιτεύειν, αλλά αυτή είναι, ενδεχομένως, η ωφελιμότερη δυνατή σύγκρουση: η σύγκρουση μεταξύ θρησκευτικού και κοσμικού κράτους. Οταν έχουμε να κάνουμε με σύγκρουση των θρησκειών μεταξύ τους, απλώς λέει ο Ιεροεξεταστής τον Μουτζαχεντίν κεφάλα.
Η όραση-κίνηση
Υπάρχει κάτι μοναδικό στην παραμονή στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Εκεί, είσαι εγκλωβισμένος στην ανοιχτότητα, ανήμπορος να βρεις κάτι να σου αποσπάσει την προσοχή. Μετέωρος ανάμεσα σε μια αναχώρηση και μια άφιξη, δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο παρά να κοιτάζεις κάπου πέρα, μια προς έναν ορίζοντα που φθίνει και μια προς έναν άλλο, που δεν έχει ακόμη φανερωθεί. Στο μέσο της θάλασσας, τα γεγονότα δεν υφίστανται.
Να διαβάσεις, να παίξεις με το κινητό σου, να κουβεντιάσεις, να φας; Αν το ταξίδι είναι σύντομο, σου φαίνεται ότι η αφοσίωση σε μια ενέργεια είναι ανούσια. Αν το ταξίδι είναι πολύωρο, σου φαίνεται ότι η αφοσίωση σε μια τέτοια ενέργεια δεν επαρκεί. Κι έτσι, με τον νου κάπως μουδιασμένο από τον άνεμο και τον βόμβο των μηχανών, απομένεις απλώς να κοιτάζεις, εξασκούμενος στην κάπως συντριπτική για τον άνθρωπο τέχνη να σταματάς προκειμένου να προχωρήσεις.
