Μέσα στην παράδοξη μαγιάτικη μπόρα, μπαίνει στο λεωφορείο μια γυναίκα με κοντό, στενό κι αμάνικο φόρεμα στο πράσινο του ξέγνοιαστου ιγκουάνα και μακριά νύχια (σαν του Καταχανά, του διαβόλου δηλαδή, που λένε στην Κρήτη) βαμμένα χρυσά. Τα μαλλιά της μακριά, πυκνά, σγουρά, κατάμαυρα. Γαϊτανοφρύδα, με μύτη γαμψή και σταράτο δέρμα. Κάπως αγριεμένη. Φαίνεται πως δεν είχε ομπρέλα, αφού το δέρμα της στάζει νερά λες κι είχε πάει για κολύμπι. Ωστόσο, το μάλλον συνθετικό (σχεδόν «προσοχή εύφλεκτο») υλικό του φορέματος αλλά και οι στρώσεις κάποιου προϊόντος κομμωτικής πάνω σ’ αυτά τα δυσοίωνα μαλλιά αποδεικνύονται υδροφοβικά.
Συνεπώς, ενώ φανερά περπατούσε στη βροχή ακάλυπτη για ώρα, δεν διακρίνεις ίχνος υγρασίας πάνω της εκτός από τα ρυάκια της περιοχής των χεριών και των ποδιών που προβάλλουν πέρα απ’ το ύφασμα του φορέματος. Ετσι τα άκρα της γυναίκας μοιάζουν φτιαγμένα από νερό, σχεδόν μασκαρεμένα κάτω από τη στέγνα της περιβολής της, κάτι που σε συνδυασμό με το εχθρικό της ύφος σε κάνουν ν’ αναρωτιέσαι μήπως πρόκειται για κάποια κακόβουλη οντότητα του νερού – ρουσάλκα, χάβφρου, καλουπαλίκ, σειρήνα – που τρύπωσε στα βρόχινα ρεύματα της αθηναϊκής γούβας και επέπλευσε ως τον κόσμο των ανθρώπων όπως οι αλιγάτορες που σουλατσάρουν σε πλημμυρισμένα εμπορικά κέντρα όταν χτυπάνε τυφώνες τη Φλόριντα.
Αρχικά, καθώς η Αλιγάτορας έρχεται και στέκεται δίπλα μου, δεν δίνω σημασία. Είμαι απορροφημένη από τη γυναίκα που στέκεται στην άλλη μεριά: Μια κοπελίτσα με μαλλιά ολόισια, σκούρα ξανθά, που φτάνουν κυριολεκτικά μέχρι τους μηρούς της. Φοράει μαύρα, ένα παντελονάκι και μια μπλούζα με δαντελωτές λεπτομέρειες, και μιλάει ακατάπαυστα στο κινητό της σ’ ένα μείγμα ρωσικής και ιταλικής, σαν κόρη κάποιου mafia boss σε σκοτεινό ρομάντζο του TikTok.
Δεν μιλάει δυνατά, αλλά μιλάει χαρούμενα, και κινείται χωρίς να κινείται – τα πόδια μένουν στέρεα στο δάπεδο, αλλά το υπόλοιπο σώμα ταλαντεύεται άλλοτε από τους κραδασμούς του οχήματος, άλλοτε από τον λαιμό της που λυγίζει για να χαζέψει τη βροχή απ’ το παράθυρο, άλλοτε από κάποιο σώμα που τη σπρώχνει πασίφ-αγκρεσίφ καθώς προωθείται στο εύρος του διαδρόμου. Κι όπως ταλαντεύεται το σώμα έτσι ταλαντεύονται και τα μαλλιά, πέρα δώθε, πέρα δώθε, και ενίοτε αγκιστρώνονται για λίγο από τσάντες, ή κουμπιά, ή ώμους, ή κινητά άλλων ορθίων, αλλά κανείς δεν το παρατηρεί επειδή τα μαλλιά αυτά είναι τόσο λεπτά και τόσο μετάξινα που ξεγλιστρούν γρηγορότερα απ’ όσο πιάνονται.
Σε πλήρη αντίθεση με τα δικά μου μαλλιά, γαϊδουρινά και σε πείσμα και σε χρώμα. Κι εκεί που χαζεύω τη Ρωσοϊταλίδα Υποθετική Μαφιόζα και τα μαλλιά της, αρχίζω να νιώθω κάτι στα δικά μου, όχι ακριβώς άγγιγμα, αλλά μια κίνηση στην ατμόσφαιρα που τα περιβάλλει, σαν κάποιος να νεύει προειδοποιητικά σε μύγες. Οπως στρέφω ντροπαλά το κεφάλι μου, βλέπω την Αλιγάτορα με ύφος υψιπετές να προσπαθεί με τις άκρες των δαχτύλων της να διώξει τις άκρες των μαλλιών μου από την άκρη ενός καθίσματος απ’ όπου ήθελε να πιαστεί, κι όπως άκρες με άκρες αντιπαλεύουν – οι ταλαιπωρημένες από την υγρασία κεραμιδιές μου τούφες, τα χρυσαφιά διαβολόνυχα της Αλιγάτορα – μου μοιάζουν με ράμφη λιλιπούτειων στεπαετών που αλληλοφαγώνονται για μια θέση σ’ έναν βράχο.
Κι όμως, δεν ενοχλούμαι – επειδή δεν μου αρέσει να ενοχλώ, οπότε λέω ένα σιγανό «συγγνώμη» στην Αλιγάτορα και μετακινούμαι κάποια εκατοστά για να μαζέψω τα μαλλιά μου (μετάφραση: Η χειριστική αστική μου ευγένεια δεν μου επιτρέπει να σου εξομολογηθώ ότι αν ξανακοιτάξεις στραβά τα μαλλιά μου θα σε κάνω να κλάψεις – κροκοδείλια, για όποιον δεν αντελήφθη την ειρωνεία). Ελα, όμως, που η Αλιγάτορας στραμπουλίζει τα χείλη της σ’ ένα μειδίαμα αποτυχημένο στην ίδια την ειρωνεία του και, από πάνω, μου ρίχνει κι ένα πλάγιο βλέμμα σαν να μου λέει ότι η συγγνώμη μου δεν έγινε δεκτή.
Γενικά εγώ σε τέτοιες περιπτώσεις αντιδρώ όπως κάθε άνθρωπος που εντάσσεται στη δυνητική κατηγορία «Καλό Παιδί Δεν Είχε Δώσει Δικαιώματα». Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι με χειριστική αστική ευγένεια το έχουμε αυτό το πρόβλημα: Αγριεύουμε όταν η τεχνηέντως δουλική γλυκουλοσύνη μας δεν λειτουργεί. Αλλά ούτε που τόλμησα να την ξανακοιτάξω την Αλιγάτορα. Λες και κάπως σκιάχτηκα.
Λες κι αναγνώρισα έναν ισχυρότερο θηρευτή στο φυσικό του περιβάλλον και είπα «άσε». Δεν ξέρω τι έφταιξε ακριβώς: Ισως αυτό το μικροσκοπικό φόρεμα μες στη νύχτα, στο κρύο, στη βροχή, που το φορούσε άνετα σαν σάρκα γύρω από αφυπνισμένη ψυχή. Ισως το χρώμα του, αυτό το εκτυφλωτικό πράσινο που στη φύση θα λειτουργούσε ως σήμα δηλητηριωδών εκκρίσεων. Ισως αυτό το δέρμα που βαστούσε το νερό λες και τίποτα δεν μπορούσε να το διαπεράσει. Ισως η αγέρωχη έκφραση του προσώπου της – εκείνων των κατάμαυρων σμιγμένων φρυδιών, εκείνης της γαμψής μύτης –, έκφραση μιας γυναίκας στο έλεος του καιρού η οποία ούτε που ζαρώνει από αγανάκτηση.
Κι έτσι πέρασα το υπόλοιπο της διαδρομής μαζεμένη στη μονιά μου σαν να φοβόμουν μη με δαγκώσει, κρατώντας κάθε τόσο τα μαλλιά μου για να μην πηγαίνουν κι αυτά πέρα δώθε από την κίνηση του οχήματος ή το αεράκι κάθε που ανοιγόκλειναν οι πόρτες. Κάπου κάπου – με μια κίνηση που φρόντιζα να μοιάζει τυχαία – στρεφόμουν λιγάκι να δω αν η Αλιγάτορας ήταν ακόμη εκεί. Και ήταν. Και κάθε φορά μού επέστρεφε ένα δηλητηριώδες βλέμμα – δηλητηριώδες όσο το φουστάνι της – που με έκανε να σφίγγω κάπως περισσότερο στη χούφτα μου τα δόλια μου μαλλιά.
Κάποια στιγμή, παραιτημένη από την ιδέα ότι θα βγω ζωντανή από κει μέσα, τόσο παραιτημένη που σχεδόν ξέχασα ότι η Αλιγάτορας υπήρχε – όπως καμιά φορά ο σκλάβος ξεχνάει τα δεσμά του –, γύρισα ασυναίσθητα προς τη μεριά της και είχε φύγει. Ούτε που πήρα χαμπάρι πότε κατέβηκε. Δηλαδή, εάν ο Μπρεχτ είχε βάλει εμένα αντί για τον Κύριο Εγκερς σ’ εκείνη την ιστοριούλα, εγώ δεν θα ‘λεγα «Οχι» μόλις η τυραννίδα έφευγε από την περιοχή μου.
Θα ‘λεγα «Ναι» μια φορά και θα το τηρούσα σ’ όλη τη ζωή μου, για να μην πω κιόλας πως ωσάν τη Μόλι Μπλουμ θ’ αναφωνούσα «yes I said yes I will Yes». Πάντως δεν μου ‘λειψε κιόλας η Αλιγάτορας – στην πάλαι ποτέ θέση της οποίας είχε πάει τώρα κι είχε σταθεί μια γιαγιά με μαλλάκι άσπρο, κοντό, αραιό, τετραγωνισμένο, πατικωμένο στα πλάγια σαν από χέρια νευρωτικά από την πολλή ευπρέπεια, και διάβαζε στα όρθια τον Λύκο της Στέπας.
