Το σπίτι της Μάρως Κοντού στέκει ακόμη στην καρδιά της Αθήνας, στο Κουκάκι. Εκεί όπου έζησε την Κατοχή, τα πρώτα άγουρα χρόνια της θηλυκότητάς της, αλλά και την αρχή της δόξας της. Στα μαύρα χρόνια της πείνας θυμάται να περιμένει ένα τυχερό γειτονόπουλο να φάει το πορτοκάλι του, για να μαζέψει έπειτα στα κρυφά τις φλούδες και να τις καταβροχθίσει. Ενα κορίτσι χωρίς μπαμπά. Ο ψαριανός ναυτικός «έφυγε» νωρίς και όταν η ζωή τής έφερε έναν δεύτερο πατέρα, έμελλε κι εκείνος να χαθεί, πριν προλάβει να πάρει στα χέρια της το δώρο που περίμενε, παιδάκι ακόμη, από το ταξίδι.
Θυμάται πως ψήλωσε τόσο απότομα, ώστε ένιωθε ντροπή για το σώμα της. Για αυτή τη σιλουέτα που λίγα χρόνια αργότερα θα κρατούσε εκατομμύρια βλέμματα καρφωμένα στην οθόνη. Ετσι βρέθηκε να μαθαίνει χορό. Κι ύστερα όλα πήραν τον δρόμο τους. Ο χορός την έστειλε στην Επίδαυρο, γλιτώνοντάς την από μια ζωή πίσω από το γκισέ της τράπεζας, όπως θα ήθελε τότε η οικογένειά της.
Είναι ένα όμορφο νεοκλασικό, από αυτά που αγαπήθηκαν από τους μετέπειτα ιδιοκτήτες τους. Στα τελευταία μέτρα πριν το αντικρίσει κοντοστάθηκε. Κι όταν πια έφτασε μπροστά στην πόρτα, δεν θέλησε να μπει μέσα. Ισως γιατί, όπως είπε, πολλοί δικοί της εκεί χάθηκαν. Ισως και γιατί ένα από τα μυστικά για να φτάνεις στα 92 ακμαίος και αειθαλής είναι να μην αφήνεις την καρδιά και το μυαλό να γυρίζουν πίσω. Αλλωστε το Κουκάκι τελείωσε νωρίς. Μια ατάκα του Χορν στο άκουσμα της περιοχής, στάθηκε αρκετή για να μετοικήσει σε πιο αστική γωνιά της Αθήνας. Τις τελευταίες δεκαετίες ζούσε στην περιοχή Γηροκομείο, στην Πανόρμου. Οταν το έλεγε, νομίζω πως φρόντιζε και η ίδια να προφέρει τις συλλαβές με μια δόση σαρκασμού, περιμένοντας να δει την αντίδραση του συνομιλητή της.
Στα γυρίσματα ακούραστη. Το συνεργείο ήθελε διάλειμμα κι εκείνη ήταν έτοιμη, παρούσα, κάθε στιγμή. Μόνο ένα διάλειμμα για τσιγάρο πού και πού. Χωρίς ενοχές. Με ατόφια απόλαυση σε κάθε ρουφηξιά.
Στον δρόμο για την Επίδαυρο θυμήθηκε την Παξινού και τον Μινωτή. Ενα τροχαίο ανήμερα των γενεθλίων της, εβδομήντα χρόνια πριν, και τη γνωριμία με τον μεγάλο της έρωτα την ίδια εκείνη ημέρα. «Δύο ατυχήματα μαζί» έλεγε, με το χαρακτηριστικό της χιούμορ.
Μέσα σε αυτά τα 92 χρόνια η Μάρω Κοντού τα έζησε όλα: φτώχεια, πλούτο, δόξα, γλέντια, μοναξιά, έρωτα, απογοήτευση, αποδοχή. Στη δύση της ζωής της όμως έμοιαζε να μην κουβαλά στις πλάτες της τίποτε από όλα αυτά. Μόνο τη γνώση του εαυτού της και την αξία τού να υπάρχεις χωρίς να είσαι δέσμιος φιλοδοξιών και αδυναμιών. Μια σοφία που για κάποιους τυχερούς έρχεται με το γήρας.
«Αν έγραφα τη βιογραφία μου, θα της έδινα τον τίτλο “Μάρω Κοντού: περαστική”» είπε.
Μεγαλύτερη τύχη κι από το να φύγεις πλήρης ημερών είναι να φύγεις πλήρης άνθρωπος.
* Σημειώσεις από μια μεγάλη τηλεοπτική βόλτα, με τη σπουδαία ηθοποιό.
