Οποτε στρέφομαι σεαυτόν, καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα: πρέπει να τον έχω έναν διχασμούλη. Οπως φαίνεται, τουλάχιστον, από την πλέον φυσική έκφραση της ανθρωπινότητάς μας: τον φόβο. Γενικά, δεν φοβάμαι. Οχι από άγνοια κινδύνου, απλώς μου αρέσει ο πραγματισμός. Η σχετική θεωρία μου (ανάμεσα στις υπόλοιπες) λέει πως ο φόβος είναι ένας συναγερμός, τον οποίο γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να αγνοήσεις αφού συνειδητοποιήσεις τον κίνδυνο.
Είναι σαν σειρήνα: Σε προειδοποιεί ότι κάτι πηγαίνει στραβά και πρέπει να δράσεις για να το διορθώσεις. Ειδάλλως, εάν ακινητοποιηθείς, θα είναι σαν να στέκεις μυξοκλαίγοντας επειδή η σειρήνα του πολέμου κάνει τ’ αφτιά σου να βουίζουν αντί να τρέχεις στο καταφύγιο. Μάλιστα, η θεωρία μου λέει επίσης ότι ο φόβος είναι που δίνει στον πόνο τη διαβρωτική ισχύ του πάνω στον άνθρωπο. Ο πόνος είναι κι αυτός ένας συναγερμός – το σώμα σε πληροφορεί ότι κάτι στράβωσε. Αλλά γιατί παραλύουμε ακόμα κι αν έχουμε προσδιορίσει τι στράβωσε; Διότι ο πόνος οδηγεί σε φόβο και, ακόμα κι αν το σώμα προσαρμόζεται, ο νους δεν μπορεί να εκλογικεύσει την αόρατη διαδικασία της αποκατάστασης και να παρακάμψει τον φόβο. Ωστόσο, όσο εξασκείσαι στην παράκαμψη τόσο καλύτερα διαχειρίζεσαι τον πόνο. Εντάξει, Τζεντάι δεν γίνεσαι, δεν θα καταφέρεις ποτέ να ακυρώνεις τον πόνο τη στιγμή που τον νιώθεις – αλλά ίσως μειώσεις την επίδρασή του, τουλάχιστον ώστε να μην επηρεάζει υπερβολικά τη λειτουργικότητά σου.
Ο διχασμούλης που παρατηρώ, λοιπόν, προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ έχω κάνει προόδους σε αυτή τη σουπερηρωική διαχείριση του φόβου σε σοβαρές καταστάσεις, εξακολουθώ να γίνομαι έρμαιο του φόβου σε άλλες καταστάσεις, εντελώς ανορθολογικές. Μια από αυτές τις καταστάσεις είναι η επαφή μου με τα ζωύφια, για τα οποία τρέφω κάθε είδος αρνητικού συναισθήματος στο λεξικό: Φόβο, αποστροφή, μίσος. Δεν με απειλούν τα καημένα (δεν μιλάμε και για τίποτα δηλητηριώδεις τριατομίνες, αλλά για το μέσο ζουζούνι που κυκλοφορεί σε μια ελληνική πόλη), όμως και πάλι τα μισώ. Κυκλοφορεί στο ίντερνετ ένα απόφθεγμα (αποδίδεται εσφαλμένα στον Νίτσε) που λέει: «Αν σκοτώσεις μια κατσαρίδα, είσαι ήρωας. Αν σκοτώσεις μια πεταλούδα, είσαι σατανικός. Η ηθική έχει αισθητικά κριτήρια». Ε, εγώ μετά χαράς να εφημεριδιάσω πεταλούδες. Απλώς δεν το κάνω επειδή έχουμε αυτό το δυσάρεστο καθήκον να σεβόμαστε τη ζωή και να κοιτάμε τη δουλειά μας αφήνοντας τα πλασματάκια της οικουμένης να τραβούν την ανηφόρα.
Το καλοκαίρι με φέρνει πάντοτε αντιμέτωπη με αυτές τις αξιομίσητες υπάρξεις, τις οποίες συναπαντώ κάθε μέρα όλη μέρα, έτσι που ζούνε την εποχή τους. Η ζέστη, όπως θερμαίνει το αίμα των ανθρώπων και τους ταράζει, έτσι ξεσηκώνει και τα ζωύφια. Πολλές φορές κάθομαι στον κήπο και τα χαζεύω. Συμβιώνουν κιόλας, π’ ανάθεμά τα. Η μύγα πλάι στη μέλισσα, η βρωμούσα πλάι στο σκαθάρι. Εάν δεν χρειαζόμασταν τη βιοποικιλότητα για να υπάρξουμε, θα έβγαινα με το φλόγιστρο της κρεμ μπρυλέ και θα έκανα τον κήπο Ρώμη του 64 μ.Χ. Αλλά καταλήγω απλώς να παρατηρώ από μακριά.
Σαν να το καταλαβαίνουν αυτά και να το κάνουν επίτηδες, αρχίζουν τότε να πεθαίνουν μπροστά μου από μόνα τους. Τα μελισσάκια πάνε και πέφτουν στο τάσι για το νερό των γατιών. Τα μυγάκια πάνε και κολλάνε στο ρετσίνι των πεύκων. Και χειρότερα, εκείνα τα άκακα σκαθαράκια που δεν φαίνεται να εξυπηρετούν άλλο στην πλάση παρά να γυρνάνε ανάσκελα και να πεθαίνουν.
Λένε ότι τα τραβάει το φως τη νύχτα, αλλά πεθαίνουν στο φως της μέρας. Συνήθως τα ανακαλύπτεις το πρωί αναποδογυρισμένα, φαινομενικά νεκρά, ώσπου αρχίζουν να κουνούν τα μικροσκοπικά πόδια τους με μανία προσπαθώντας (μάταια) να γυρίσουν κανονικά. Αν αντιληφθούν κάποια κίνηση γύρω, παγώνουν ξανά. Παραφρονεί κανείς όταν σκέφτεται πόσα παράδοξα υπάρχουν εδώ μαζεμένα:
Πρώτον: Το παράδοξο σωμάτων ανθεκτικών για τις δουλειές που τα προορίζει η φύση, σωμάτων που περπατούν, έρπουν, πηδούν, σκαρφαλώνουν οπουδήποτε, αλλά που δεν μπορούν να δώσουν μια και ν’ αλλάξουν πλευρό, λες και η κατά τ’ άλλα πάνσοφη φύση ξέχασε να βάλει ένα επιπλέον εξάρτημα που να επιτρέπει μια τόσο ζωτική κίνηση. (Ο άνθρωπος, για παράδειγμα, έχει τους γλουτούς. Οι γλουτοί δεν είναι για να τους ασφαλίζει η Τζένιφερ Λόπεζ – είναι για να μας επιτρέπουν να βαδίζουμε σε όρθια στάση. Ενα επιπλέον εξάρτημα, που απλώς υπάρχει και κάνει τη ζωή ευκολότερη. Τι θα κόστιζε στη φύση εάν τα σκαθάρια είχαν γλουτούς;) Δεύτερον: Το παράδοξο του ενστίκτου τού να κάνεις τον πεθαμένο για να σωθείς από έναν εμβόλιμο κίνδυνο ενώ παλεύεις με όλες σου τις δυνάμεις για να μην πεθάνεις. Και τρίτον και κυριότερον: Το παράδοξο του να βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το πιο φυσικό συμβάν, τον θάνατο, και να μη διαθέτεις καμία φυσική άμυνα γι’ αυτό.
Δεν είναι παράξενο πώς η φύση επιβάλλει τον θάνατο αλλά παρέχει οδηγίες χρήσεως μόνο για τη ζωή; Γεννηθείτε, φάτε, ζευγαρώστε, πεθάνετε – αλλά θα σας πω πώς να κάνετε μόνο τα τρία πρώτα. Μάλιστα, θα σας ενισχύσω αν τα βρείτε σκούρα (σε καταστάσεις ακραίου κινδύνου, πολλά πλάσματα, με πρώτο και καλύτερο τον άνθρωπο, λειτουργούν με ενισχυμένες φυσικές ικανότητες, όπως την ταχύτητα ή τη μυϊκή δύναμη). Αλλά στον θάνατο είστε μόνοι. Ακόμα και φυσικά να έρθει η ώρα σας, θα εξακολουθείτε να παλεύετε για να ζήσετε.
Ενίοτε, από καθαρή ανορθολογική ηθική, εκνευρίζομαι να βλέπω τα σκαθάρια αναποδογυρισμένα έτσι με τις ώρες, εγκλωβισμένα σε έναν αργό, μονότονο αγώνα που θα καταλήξει πάντα υπέρ του θανάτου. Οπότε πιάνω τη σκούπα και τη φέρνω σιγά-σιγά από πάνω τους για να πιαστούν από κάπου. Στην αρχή, παγώνουν, νομίζοντας ότι θα τα λιώσω. Μετά, σαν να το καταλαβαίνουν, ανταποκρίνονται. Κι όσες φορές καταφέρνω να τα γυρίσω στην καλή τους πλευρά, τόσες φορές θα ξαναβρεθούν ανάσκελα και θ’ αρχίσουν να παλεύουν από την αρχή. Ετσι που δεν ξέρω πια αν είναι έλεος ή τυραννία να τα «βοηθάω», να τους δίνω μια ελπίδα μέσα στην ατελέσφορη κατάστασή τους. Μήπως θα ήταν ωφελιμότερο να τα λιώσω τελικά; Κι αυτό είναι ένα ακόμα παράδοξο, σε ένα σύστημα βιωτής τόσο τρελό, όταν η βλάβη του φόνου γίνεται γλυκύτερη για τα πλάσματα από τη φυσικότητα του πεθαμού. Οταν εκείνος που μισείς νοσεί τόσο φρικιαστικά από ύπαρξη, που καταλήγεις να την παύεις από αγάπη.
Λογικά, αν υπάρχει θεός, κάπως έτσι θα πρέπει να τα έχει βολέψει μέσα στον νου του για μας. Αλλά και τι είναι λογικό σ’ αυτόν τον κόσμο…
Η διατήρηση των παραδόσεων
Τον 6ο αιώνα έζησε μια πριγκίπισσα των Βησιγότθων ονόματι Γκαλσβίνθα, η οποία παντρεύτηκε τον βασιλιά των Φράγκων Χιλπέριχο Α΄. Δυστυχώς για την Γκαλσβίνθα, ο Χιλπέριχος διατηρούσε σχέση με την όμορφη υπηρέτρια Φρεδεγόνδη, την οποία δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει.
Οπότε, όταν η Γκαλσβίνθα άρχισε να παραπονιέται (σε ελεύθερη μετάφραση: να απειλεί ότι θα την κάνει, μαζί με την προίκα της), ο Χιλπέριχος τη στραγγάλισε (την ίδια χρονιά κατά την οποία την παντρεύτηκε και χωρίς προφανώς να έχει αποκτήσει απογόνους μαζί της) και παντρεύτηκε τη Φρεδεγόνδη.
Ετσι, η Γκαλσβίνθα, στα είκοσι οκτώ της (για τα δεδομένα της εποχής, τα είχε φάει τα ψωμιά της εδώ που τα λέμε) εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο προδομένη και άτεκνη, προσφέροντας ένα έξοχο ιστορικό παράδειγμα της ενδεδειγμένης μοίρας μιας συζύγου: Αν δεν βολεύει να τη χωρίσεις, τότε δεν σου μένει παρά να τη σκοτώσεις.
