Η απόσταση που έχουμε διανύσει στην οικονομία από το 2019 μέχρι σήμερα είναι πολύ μεγάλη. Από μια οικονομία με αναιμική ανάπτυξη, υψηλότατη ανεργία (18%), επενδύσεις τραγικά χαμηλές (11% του ΑΕΠ), πρωταθλήτρια στη φοροδιαφυγή, χωρίς investmenet grade, φτάσαμε στη σημερινή εικόνα. Θυμίζω ότι σήμερα δανειζόμαστε πιο φθηνά από την Ιταλία και τη Γαλλία μετά την πρωτοφανή διεθνώς μείωση του δημόσιου χρέους.
Από το 181% του ΑΕΠ το 2018 πήγαμε στο 138% το 2026. Εχουμε αύξηση των επενδύσεων στο 17% του ΑΕΠ. Αύξηση του ΑΕΠ από τα 180 δισ. το 2028 στα 260 το 2026. Σε πραγματικούς όρους πάνω από 15%. Μείωση κατά 55% του κενού ΦΠΑ, από το 24% το 2019, σε κάτω από 10% το 2024.
Πρωταθλητές δηλαδή στη μείωση της φοροδιαφυγής στην Ευρώπη. Μείωση της ανεργίας στο 8%. Οποιο μέτρο κι αν χρησιμοποιήσουμε η πορεία είναι επιτυχής.
Ολα αυτά συνοψίζονται και συμβολίζονται άλλωστε με την ανάληψη από τον έλληνα υπουργό Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη της Προεδρίας του Eurogroup. Είναι η πιο εντυπωσιακή πορεία οικονομικής ανάκαμψης στην Ευρώπη των τελευταίων δεκαετιών.
Και γίνεται πιο εντυπωσιακή αν λάβουμε υπόψη ότι η χώρα αντιμετώπισε την τελευταία εξαετία δύο τεράστιες διεθνείς κρίσεις. Την πανδημία και την ενεργειακή κρίση λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Κρίσεις οι οποίες επηρέασαν πολύ σημαντικά το ΑΕΠ με αρνητικό τρόπο – χωρίς να μπορεί κανείς να το αποτρέψει αυτό – για τρία από τα έξι χρόνια που η Νέα Δημοκρατία με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης του τόπου.
Τι συνεισέφερε στην επιτυχία της ως τώρα ασκούμενης πολιτικής:
Η συστηματική και χωρίς προηγούμενο μείωση της φορολογίας, η οποία έγινε με προσεκτική προτεραιοποίηση των φόρων που είχαν τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή δυναμική και κοινωνική αποτελεσματικότητα.
Η συνετή διαχείριση των κρατικών δαπανών με όχι απλώς προσεκτική, αλλά κατά κανόνα εξονυχιστική, οικονομική και κοινωνική στόχευση.
Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης στη μείωση της φοροδιαφυγής, αλλά και η ευρηματικότητα των μέτρων που χρησιμοποίησε. Θα αναφερθώ εδώ ενδεικτικά μόνο στα μέτρα στον σχεδιασμό των οποίων είχα την τιμή να συμμετάσχω, όπως η καθιέρωση υποχρεωτικών ηλεκτρονικών δαπανών στον φόρο εισοδήματος, η αυτόματη σύνδεση ταμειακών μηχανών με την ΑΑΔΕ και η εκτεταμένη εφαρμογή της ηλεκτρονικής κάρτας εργασίας μέσω πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η αντιμετώπιση των κρίσεων ως ευκαιρίες για πολλαπλή προώθηση της μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Πιο χαρακτηριστικό μέτρο από την πλευρά αυτή ήταν η επιστρεπτέα προκαταβολή. Μια δική μου εισήγηση, που υιοθετήσαμε τότε ως οικονομικό επιτελείο. Το μέτρο εκείνο, τεράστιο σε μέγεθος άνω των 8 δισ. ευρώ που κατευθύνθηκαν αποκλειστικά σχεδόν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ευνόησε για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας καταλυτικά τους πιο συνεπείς, εις βάρος των φοροφυγάδων.
Χάρη στον αλγόριθμο, μοίρασε αυτόματα τα 8 δισ. (χωρίς ούτε ένα ρουσφέτι), με βάση τα λειτουργικά κέρδη που οι ίδιες οι επιχειρήσεις μας είχαν δηλώσει. Ευεργεσία που μας γύρισαν στα επόμενα χρόνια πίσω οι συνεπέστεροι, που πήραν το μερίδιο του λέοντος, με επενδύσεις, θέσεις εργασίας και αύξηση των φορολογικών εσόδων, καθώς μεγέθυναν, γιατί ήταν ανταγωνιστικότεροι, το μερίδιό τους στην ελληνική οικονομία, μειώνοντας έτσι και το μέσο ποσοστό φοροδιαφυγής.
Η επιτυχής ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό σε ό,τι αφορά τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης αλλά και η χρησιμοποίηση του Ταμείου για την προώθηση μεταρρυθμίσεων σε όλα τα πεδία πολιτικής.
Σημειώνω εδώ στις μεταρρυθμίσεις την πρωτοπόρο στην Ευρώπη και καινοτόμο χρήση των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης (όταν είχα προτείνει το μέτρο στην πρώτη φάση η Επιτροπή το είδε με μεγάλη επιφύλαξη, αλλά τώρα το θεωρεί πρότυπο), με τα οποία ως τώρα έχουν χρηματοδοτηθεί επενδύσεις που ξεπερνούν τα 15 δισ. ευρώ.
Το καινοτόμο εδώ ήταν ότι τα κρατικά δάνεια που κινητοποίησαν τις επενδύσεις εμπεριείχαν πολύ χαμηλές επιδοτήσεις, αλλά δόθηκαν με απόλυτη διαφάνεια, αυστηρότατα κριτήρια, τεράστια ταχύτητα και χωρίς να εμπλέκεται ούτε για μια υπογραφή η γραφειοκρατία ή η εκάστοτε πολιτική ηγεσία.
Οι πολιτικές αυτές και πολλές άλλες που εφαρμόστηκαν στην υπουργία Σταϊκούρα και στη διάρκεια των θητειών Χατζηδάκη και Πιερρακάκη, οδήγησαν σε μια ανάκαμψη που οι αντικειμενικοί διεθνείς παρατηρητές θεωρούν παραδειγματική. Προκλήσεις όμως παραμένουν.
Οι σοβαρότερες είναι η απόλυτη ανάγκη της εξάλειψης του επενδυτικού κενού, που παρά τη μεγάλη πρόοδο παραμένει υπαρκτό και συνεχίζει να πιέζει την ανταγωνιστικότητά μας, η υπερκάλυψη του output gap που είναι πλέον θετικό και αυξανόμενο και είναι ενδεχόμενο να επηρεάσει, αν δεν υπάρξει κινητοποίηση πρόσθετων παραγωγικών πόρων, κρίσιμους οικονομικούς δείκτες όπως ο πληθωρισμός και οι τεράστιες προκλήσεις σε σχέση με την άσκηση της οικονομικής πολιτικής, που φέρνει η ταχύτατη είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία. Συνεπώς για την οικονομία είναι μονόδρομος η συνέχιση και ένταση των μεταρρυθμίσεων στο κράτος σε όλα τα επίπεδα και το 2026.
Η στάση αυτή ακούγεται παράδοξη για μια χρονιά που είναι – με δεδομένο ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027 – de facto προεκλογική. Εντούτοις στη φάση αυτή του πολιτικού κύκλου είναι ταυτόχρονα και στάση ευθύνης και αποτελεσματική πολιτική στρατηγική.
Το πρώτο είναι προφανές. Το δεύτερο στηρίζεται στη διαπίστωση ότι για μια κυβέρνηση η μακρά θητεία μειώνει την πολιτική σημασία των επιτευγμάτων του παρελθόντος και καθιστά πιο αποτελεσματική πολιτικά την ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα που επιδεικνύει στα προβλήματα του παρόντος και του μέλλοντος. Στη δυνατότητά της δηλαδή να επανεφευρίσκει τον εαυτό της προσαρμοζόμενη στις προκλήσεις του μέλλοντος και όχι επαναπαυόμενη στις επιτυχίες του παρελθόντος.
Ο κ. Θεόδωρος Σκυλακάκης είναι βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας.