Αντίσταση σε συντελεσμένο μέλλοντα

Γιατί ήταν εκεί και γιατί δεν φαίνονται να λιποψυχούν; Ποια πίστη, ποια ιδεολογική ελπίδα, ποια ηθική θέση σε σχέση με την αντίσταση σε αυτό που τους συνέβαινε τους έδωσε αυτή τη δύναμη;

Αντίσταση σε συντελεσμένο μέλλοντα

Να, λοιπόν, που οι εικόνες επιμένουν. Να που έρχονται από εκεί που δεν τις περιμένεις. Να που απαιτούν να μοιραστείς την ευθύνη τους. Από το βράδυ του Σαββάτου 14 Φεβρουαρίου, όταν τις πρωτοείδα στα κοινωνικά δίκτυα, τα μάτια μου μένουν κολλημένα σε αυτές τις φωτογραφίες. «Είμαι συγκλονισμένος» έγραψε ο ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός, από τους πρώτους που τις μοιράστηκαν, περιγράφοντας καλά το συναίσθημα με το οποίο ταυτίστηκε όλες τις επόμενες μέρες τόσο πολύς κόσμος. Αίφνης, ένα τεράστιο αρχείο συναισθημάτων και μια ευρύτερη ερευνητική συζήτηση ξεδιπλώθηκε, σαν για να αντικαταστήσει, λες, το αρχείο στο οποίο πρόσβαση δεν είχαμε, τη συλλογή του γερμανού υπολοχαγού Χέρμαν Χόιερ που τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες την Πρωτομαγιά του 1944, καθώς 200 έλληνες αντιστασιακοί, στην πλειονότητά τους μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, οδηγούνταν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής για να τουφεκισθούν.

Δεν ξέρω, την ώρα που γράφω, πολλές ακόμα λεπτομέρειες. Δεν ξέρω αν αυτές οι 8 φωτογραφίες από την πορεία προς την εκτέλεση της Πρωτομαγιάς του 1944, οι οποίες φαίνονται αυθεντικές, θα φτάσουν ποτέ στην Ελλάδα (και αν μαζί τους θα φτάσει ολόκληρο το άλμπουμ του γερμανού αξιωματικού, κάτι που θα είχε ευρύτερο ενδιαφέρον). Δεν ξέρω σε τι χέρια θα κατέληγαν αν δεν είχαν προσεχθεί από έλληνες ερευνητές (οι πελάτες του βέλγου συλλέκτη που τις πουλάει είναι και ομάδες μνήμης ενάντια στις θηριωδίες του πολέμου, αλλά και νοσταλγοί του Τρίτου Ράιχ). Ξέρω όμως τι είναι αυτό που μας έκανε να έχουμε μια τέτοια αντίδραση από τη στιγμή που τις είδαμε.

Πρώτα απ’ όλα, στην εικόνα ο θάνατος: σε συντελεσμένο μέλλοντα. Οι φωτογραφίες δεν είναι μόνο τεκμήρια της δύναμης, της αυτοθυσίας και του απαράμιλλου θάρρους ανθρώπων που πέθαναν ογδόντα δύο χρόνια πριν. Είναι επίσης αποτυπώσεις αυτού που θα συμβεί σε λίγο, μας δείχνουν ανθρώπους που σε λίγο θα έχουν πεθάνει. Μαζί τους κρεμόμαστε, στα τσιγκέλια αυτού του συντελεσμένου μέλλοντα, βλέποντάς τους διπλά σημασμένους: νεκροί και σύντομα θανόντες. Λέει σε ένα ανάλογο σημείο ο Ρόλαν Μπαρτ: «Η φωτογραφία, δίνοντάς μου τον απόλυτο αόριστο της φωτογραφημένης σκηνής, μου δηλώνει τον θάνατο στον μέλλοντα… νιώθω ρίγος… μπροστά σε μία καταστροφή που έχει ήδη συντελεστεί». Και νιώθω να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια μου, συμπληρώνω, καθώς βλέπω τις φωτογραφίες της Πρωτομαγιάς βαλμένες στην πιθανή τους σειρά. Η συγκέντρωση των κρατουμένων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, τα καμιόνια στον χωματόδρομο, η είσοδος στο Σκοπευτήριο.

Στην επόμενη περπατούν και βλέπουμε τα στόματά τους ανοιχτά, φωνάζουν άρα συνθήματα ή τραγουδούν. Μελλοθάνατοι μετά σε παράταξη περιμένοντας, κάποιοι γυρίζουν προς τη φωτογραφική μηχανή, ένας σαν ειρωνικά να χαμογελάει – σε σένα χαμογελάει, που περίμενες να τον δεις τρομοκρατημένο. Ανθρωποι τώρα στημένοι στον τοίχο, ένας με τη γροθιά ψηλά, καταλαβαίνεις ότι πια φωνάζουν τις τελευταίες τους λέξεις. Και μια ακόμα από τον τοίχο της Καισαριανής, για εμένα η πιο συγκλονιστική από όλες: μπαίνουν στη σειρά και, αν προσέξεις, με τρόπο ένας-δύο σπρώχνουν λίγο τους μπροστινούς για να γίνει πιο σωστά η γραμμή. Δεν είναι βιασύνη αυτό, δεν είναι παραίτηση, και σίγουρα δεν είναι θανατολαγνεία. Είναι γνώση και κραυγή, που μεγεθύνεται τόσο πολύ, ακριβώς γιατί είναι εκφερμένη από τα έγκατα αυτού του συντελεσμένου μέλλοντα, και μας λέει ότι του αντιστέκεται.

Προσοχή. Εδώ η διαδικασία που στο εμπορικό σινεμά ονομάζουμε «ραφή» θα σε κάνει να θεωρήσεις ότι είναι σαν ταινία όλο αυτό, οι ίδιοι άνθρωποι, το ίδιο γκρουπ, μαζεύονται, περπατάνε, στήνονται στον τοίχο, τουφεκίζονται. Αντιστάσου σε αυτή τη συρραφή. Θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές ομάδες ανθρώπων, καθώς τουφεκίζονταν λίγοι-λίγοι (γι’ αυτό και η μηχανή έχει προλάβει να πάρει άλλες θέσεις), και το σίγουρο είναι ότι αυτοί που κοιτάς ξέρουν καλά τι γίνεται, βλέπουν τα ρούχα των προηγούμενων πεταμένα έξω από το Σκοπευτήριο καθώς μπαίνουν, γνωρίζουν ήδη τι τους έχει συμβεί.

Γι’ αυτόν τον λόγο η συναισθηματική μας αντίδραση δεν ήταν παθητικό αντανακλαστικό, μεταμορφώθηκε σε ενεργητική, διερευνητική δράση που θα συνεχιστεί για καιρό. Αισθάνεσαι, όπως λέει στο καταπληκτικό βιβλίο του «Σκόρπια» ο Ντιντί Ιμπερμάν με αφορμή τις φωτογραφίες από το γκέτο της Βαρσοβίας, την αδήριτη ανάγκη να κάνεις μια αρχαιολογία: όχι μόνο με την έννοια του να ψάξεις κι άλλες τέτοιες φωτογραφίες και να τις ενώσεις, να κάνεις ανασκαφή, αλλά και με την έννοια του να καταλάβεις τα διαφορετικά στρώματα αισθημάτων και πληροφοριών πίσω από αυτό το χαμόγελο, αυτές τις κινήσεις, αυτό το τσακισμένο χέρι που ακροφαίνεται στην πορεία, αυτά τα ανοιχτά στόματα.

Ποιοι ήταν; Επί μία εβδομάδα, η προσπάθεια για αναγνώρισή τους έφερε στην επιφάνεια τόσες μικροϊστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν στη δίνη της Ιστορίας και την αντιμετώπισαν με αποφάσεις, στράτευση σε ιδανικά, αγωνία, πόνο και κραυγή. Το παλίμψηστο αυτών των ιστοριών βλέπουμε στις φωτογραφίες.

Γιατί ήταν εκεί και γιατί δεν φαίνονται να λιποψυχούν; Ποια πίστη, ποια ιδεολογική ελπίδα, ποια ηθική θέση σε σχέση με την αντίσταση σε αυτό που τους συνέβαινε τους έδωσε αυτή τη δύναμη; Το παλίμψηστο όλων αυτών των ταυτίσεων, των ουτοπικών πεποιθήσεων, των διαψεύσεων, της τρομερής, πέρα από δύναμη, επιμονής, βλέπουμε σε αυτές τις φωτογραφημένες στιγμές. Οπως παλίμψηστο είναι και το βλέμμα τους.

Γιατί γυρίζουν με τέτοιο θάρρος τα μάτια τους προς την κάμερα; Κοιτούν έναν εχθρό που τους φωτογραφίζει ως τρόπαια; Ή εμάς που, ίσως κάποτε, θα μπορούσαμε να ιχνηλατήσουμε την πίστη, τη δύναμη και τη θυσία τους; Ετσι που βρέθηκαν αυτές οι φωτογραφίες, αποκομμένες από μια συλλογή που ενδεχομένως έλεγε μια άλλη, προπαγανδιστική ιστορία, είναι σαν να αναζήτησαν το πλαίσιο που τους προσφέρθηκε όλη αυτή την εβδομάδα. Σαν να ξεφεύγουν από το συντελεσμένο, να ανοίγονται τώρα σε έναν μέλλοντα εξακολουθητικό. Ετσι, έτσι θέλω να μιλώ: για τα μάτια που κόλλησαν, τόσες μέρες τώρα, πάνω σε αυτές τις φωτογραφίες. Αντιγυρίζοντας τη χειρονομία, προσφέροντας εκείνο το άλλο βλέμμα που μάλλον οι άνθρωποι αυτοί, λίγο πριν από τη θυσία τους, αναζήτησαν.

Ο κ. Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version