Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων είχε καταστεί σχεδόν κενό γράμμα. Μετά την είσοδο της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση (2013), η ελληνική πρωτοβουλία που έμεινε γνωστή ως η «Ατζέντα της Θεσσαλονίκης» (2003) βάλτωσε, καθώς αφενός τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής πόρρω απείχαν από την υλοποίηση ακόμα και των πιο βασικών κριτηρίων ένταξης, αφετέρου οι ισχυροί της Ευρώπης διαπίστωναν ότι μια νέα διεύρυνση μάλλον θα προκαλούσε περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα έλυνε.
Δεν ήταν μια χαμένη ευκαιρία μόνο για τα Δυτικά Βαλκάνια. Παρότι παραμένει μακράν το παλαιότερο κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», η Ελλάδα ως επισπεύδουσα δύναμη της ενταξιακής διαδικασίας είχε μόνο να κερδίσει: τόσο σε διπλωματικό κεφάλαιο όσο κυρίως σε επιρροή, μετατρεπόμενη σε γεωπολιτικό, οικονομικό και τεχνολογικό επίκεντρο, αλλά και ηγέτιδα δύναμη της ευρύτερης περιοχής. Παραλλήλως, θα εξασφάλιζε μακρά περίοδο ηρεμίας στα βόρεια σύνορά της.
Σχεδόν 25 χρόνια μετά, και ενώ το πρώτο στοίχημα χάθηκε, η Αθήνα επιχειρεί εκ νέου να λειτουργήσει ως επιταχυντής της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, έχοντας θέσει ως στόχο της ελληνικής προεδρίας, στο δεύτερο εξάμηνο του 2027, την ένταξη τουλάχιστον ενός κράτους στην Ενωση. Παραλλήλως, διά της παροχής τεχνογνωσίας σε όλες τις υποψήφιες χώρες, η ελληνική πρωτεύουσα επιδιώκει να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στους Βαλκάνιους και τους Ευρωπαίους.
Και μπορεί πράγματι το Μαυροβούνιο να βρίσκεται προ των πυλών, αυτά όμως που πρέπει να γίνουν ώστε – εν μέσω της πλέον ταραγμένης συγκυρίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – τα Βαλκάνια να σταθεροποιηθούν οριστικά ως ένας επιπλέον πυλώνας ασφάλειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι πολύ περισσότερα. Διότι στα χρόνια που μεσολάβησαν, το αποτύπωμα των τρίτων παικτών στην περιοχή βάθυνε, ενώ κράτη τα οποία θα έπρεπε να πρωταγωνιστούν στη διαδικασία της διεύρυνσης, όπως η Σερβία, παρασύρονται όλο και μακρύτερα από την ΕΕ.
Γεωπολιτική ανάγκη, δυσχερής πραγματικότητα
Δεν είναι μυστικό ότι η ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων αναβίωσε εξ ανάγκης, στη βάση των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών, με την ευρύτερη περιοχή να προσλαμβάνεται πλέον για τη Δύση ως μια δεύτερη γραμμή άμυνας έναντι της ρωσικής επιθετικότητας. Οπως, δε, επισημαίνει ευρωπαίος διπλωμάτης στο «Βήμα», «η Ενωση πρέπει να δει τα Βαλκάνια ως αναπόσπαστο μέρος του εγχειρήματος της στρατηγικής αυτονομίας, τόσο στον τομέα της άμυνας όσο και σε αυτή των δικτύων, των υποδομών και της ενέργειας».
Πράγματι, μια ματιά στον χάρτη αρκεί: τα Βαλκάνια δύναται να λειτουργήσουν ως άξονας που συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με την Κεντρική Ευρώπη και κατ’ επέκταση, μέσω της Ελλάδας, με την Ανατολική Μεσόγειο. Εξ ου και οι μεγάλες πρωτεύουσες της Γηραιάς Ηπείρου τείνουν, ξανά, ευήκοα ώτα στη διεύρυνση, χωρίς όμως να παραβλέπουν τη δυσχερή πραγματικότητα. Για παράδειγμα, η Γαλλία και η Γερμανία, καθώς συνεχίζουν να αμφιβάλουν για τη θεσμική επάρκεια των βαλκανικών κρατών, αναζητούν ακόμα μια μέση λύση: στην τελευταία Σύνοδο που διεξήχθη στο Μαυροβούνιο πρότειναν τη σταδιακή παροχή προνομίων, όπως μερική πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Τέτοιες κινήσεις, όμως, θυμίζουν τα ημίμετρα του παρελθόντος. Το αποτέλεσμα είναι οι μεν βαλκανικές ηγεσίες να χάνουν και τα τελευταία κίνητρά τους να καταπολεμήσουν την εγγενή τάση προς τη διαφθορά, αδυνατώντας παραλλήλως να μεταρρυθμιστούν. Οι δε λαοί να αισθάνονται όλο και μεγαλύτερη απογοήτευση. Και παρότι οι θετικές γνώμες υπέρ της ένταξης δημοσκοπικά αυξάνονται, στην πράξη αποδεικνύεται ότι για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου απαιτείται μακρύ χρονικό διάστημα, ενώ η διάθεση για σύγκρουση με τα εσωτερικά συμφέροντα και τους μηχανισμούς αναπαραγωγής της εξουσίας βαίνει μειούμενη.
Η αντιπαράθεση της Βόρειας Μακεδονίας με τη Βουλγαρία για την αναθεώρηση του Συντάγματος της πρώτης προκειμένου να αναγνωριστεί η βουλγαρική μειονότητα παραμένει ανεπίλυτη. Η Αλβανία μαστίζεται από τη διαφθορά και τα δομικά ελλείμματα στα ζητήματα κράτους δικαίου, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται η προστασία των δικαιωμάτων της ελληνικής εθνικής μειονότητας. Η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η οποία παρεμπιπτόντως παράγει σημαντικές ποσότητες πυρομαχικών για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, αδυνατεί να στεριώσει ως ένα τριεθνικό ομοσπονδιακό κράτος. Το Κόσοβο συνεχίζει να αποτελεί χαίνουσα πληγή για τη Σερβία, η οποία παραλλήλως λειτουργεί ως το πλέον ευεπίφορο έδαφος για την ανάπτυξη της ρωσικής και της κινεζικής επιρροής.
Η περίπτωση της Σερβίας και η Κίνα
Ειδικά η περίπτωση του Βελιγραδίου απασχολεί ιδιαιτέρως τους Δυτικούς, καθώς οποιασδήποτε μορφής διεύρυνση χωρίς τη Σερβία δεν θα αποδώσει τα απαραίτητα γεωπολιτικά αποτελέσματα. Το βασικό πρόβλημα, όμως, έγκειται στην πλημμελή συμμόρφωση της χώρας με την κοινή εξωτερική πολιτική. Το 2022 οι κινεζικές επενδύσεις στη Σερβία σχεδόν άγγιζαν το σύνολο αυτών της ΕΕ των «27», ενώ όλα τα μεγάλα έργα υποδομών και δικτύων εκτελούνται τα τελευταία χρόνια από κινεζικές εταιρείες. Η Σερβία είναι για το Πεκίνο αναπόσπαστο τμήμα της πρωτοβουλίας Belt and Road – βασική πύλη για την κινεζική εμπορική επέκταση στην Κεντρική Ευρώπη – ενώ το Βελιγράδι έχει βρει στην Κίνα τον καλύτερο δυνατό δανειοδότη, αλλά και εισαγωγέα του σερβικού χαλκού, σε ποσοστό που φθάνει άνω του 70% της εγχώριας παραγωγής. Το Πεκίνο στηρίζει το Βελιγράδι στο ζήτημα του Κοσόβου, με βαρύνοντα ρόλο ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ το δίκτυο παροχής ρευστότητας της Κίνας φθάνει πλέον τόσο στη Βόρεια Μακεδονία όσο και στο Μαυροβούνιο.
Η Κίνα και η Ρωσία στήριξαν κατά κόρον τα Βαλκάνια στην εποχή της πανδημίας παρέχοντας εμβόλια και υγειονομικό υλικό, ενώ οι Ευρωπαίοι δυσκολεύονταν να καθορίσουν τις αντίστοιχες προτεραιότητες στο εσωτερικό της Ενωσης. Η Μόσχα διαθέτει, δε, παραδοσιακή επιρροή στην περιοχή, στη βάση της κοινής πολιτισμικής – θρησκευτικής ταυτότητας, αλλά κυρίως ως πάροχος φθηνής ενέργειας, επίσης με επίκεντρο τη Σερβία, αλλά και επεκτάσεις στη Βόρεια Μακεδονία και το Μαυροβούνιο.
Είναι ενδεικτικό ότι εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία ο πρόεδρος της Σερβίας Αλεξάντρ Βούτσιτς υπέγραψε νέο τριετές συμβόλαιο αγοράς φυσικού αερίου με τη ρωσική Gazprom. Οπως έγινε κατανοητό και κατά τη διάρκεια της τελευταίας επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στο Βελιγράδι, η ηγεσία της χώρας μιλά δημοσίως με τα καλύτερα λόγια για το μέλλον των Σέρβων στην Ευρώπη, πίσω όμως από τις κλειστές πόρτες αποκαλύπτεται το ανυπέρβλητο μέγεθος της ρωσικής και της κινεζικής παρουσίας. «Η Αθήνα θα μεριμνήσει ώστε η Σερβία να μη μείνει πίσω στην ενταξιακή διαδικασία, ειδικά σε σύγκριση με την Ουκρανία και τη Μολδαβία» λέει στο «Βήμα» διπλωματική πηγή, αποτυπώνοντας και τον έτερο προβληματισμό της ελληνικής διπλωματίας: η πιθανή ένταξη της Ουκρανίας θα άλλαζε παντελώς τις ισορροπίες της Ενωσης, τόσο γεωπολιτικά όσο κυρίως οικονομικά. Σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες, στην κινητικότητα της Αθήνας για τα Βαλκάνια συμβάλλει η ανανεωμένη αμερικανική παρουσία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη με διττό στόχο: πρώτον, την ανάσχεση της κινεζικής επιρροής και, δεύτερον, την αύξηση των πωλήσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μέσω του Κάθετου Διαδρόμου προς Βορρά.
Εξ ορισμού πρόβλημα για την Ελλάδα στα Βαλκάνια είναι και η αντιμετώπιση της νεο-οθωμανικής πολιτικής της Τουρκίας, η οποία στηρίζεται σε ένα ευρύ – κατ’ επίφαση πολιτισμικό – δίκτυο, αποτελούμενο από την Προεδρία Θρησκευτικών Υποθέσεων (η DIYANET παρέχει εκπαίδευση και υπηρεσίες στις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων), την Turkish Cooperation and Coordination Agency (η TIKA ανακαινίζει τζαμιά και άλλου είδους οθωμανικά κληροδοτήματα) και τα Ινστιτούτα Yunus Emre με ειδίκευση στην εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας. Αν η «Ατζέντα της Θεσσαλονίκης» ήταν πράγματι μια χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα, σήμερα τα πράγματα φαντάζουν ακόμα πιο δύσκολα. Ο κίνδυνος να αποδειχθεί η ελληνική πρωτοβουλία περιορισμένη και αργή (too little – too late) ελλοχεύει ξανά. Το διακύβευμα, όμως, των Δυτικών Βαλκανίων δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη.
