Δεν είναι και λίγο να λαμβάνεις 20.000 δολάρια για μια φράση, «για κάποιον που τραβάει μαλακία», την οποία είχες γράψει πριν από αρκετά χρόνια. Κι όμως, παρότι η ανώνυμη ηρωίδα του βιβλίου, μια σαρανταπεντάχρονη καλλιτέχνιδα, είχε σχεδόν ξεχάσει τις συγκεκριμένες λέξεις της, μια εταιρεία εμφανίστηκε από το πουθενά και ζήτησε να τις χρησιμοποιήσει σε μια καινούργια καμπάνια της.
Η πρωταγωνίστρια στο πολυσυζητημένο μυθιστόρημα Στα τέσσερα (All fours, 2024) της Αμερικανίδας Μιράντα Τζουλάι, βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά από την «Αλεξάνδρεια» σε μετάφραση της Νατάσας Σιδέρη, είναι «μια σταρ μικρής εμβέλειας», κάπως γνωστή αλλά, σε καμία περίπτωση, διάσημη. Με τι ασχολείται; Με ποικίλα «μέσα», με διάφορα τέλος πάντων, ας μην είμαστε σχολαστικοί. Η ίδια ισχυρίζεται ότι η ζωή της, που ταυτίζεται με τη δουλειά της, συνιστά μια «διαρκή συζήτηση με τον Θεό», αν και, σε τούτη την ιστορία, μια τέτοια μεταφυσική είναι μάλλον απούσα (ποιος ξέρει όμως, στο γκαράζ του σπιτιού της, που έχει μετατραπεί σε «εργαστήριο», ίσως και να εντοπίζαμε κάποια δείγματα του έργου της για το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν μαθαίνουμε και πολλά).
Λοιπόν, σε ποια φάση συναντούμε αυτή τη γυναίκα που, μεταξύ άλλων, υπήρξε στριπτιζέζ στο παρελθόν και έχει διερευνήσει τη λεσβιακή της πλευρά; Σε μια φάση μεταιχμιακή, προτού βιώσει ό,τι προσδιορίζεται ευρύτερα ως «κρίση της μέσης ηλικίας». Είναι παντρεμένη με τον συγκαταβατικό Χάρις (δραστηριοποιείται στον χώρο της μουσικής βιομηχανίας) και έχουν αποκτήσει μαζί ένα πλάσμα που υπεραγαπούν, το Σαμ, επτάχρονο πλέον, και ουδέτερο, καθότι μη δυαδικό παιδί (τα «φλασμπάκ» που απρόβλεπτα εξακολουθούν να αναστατώνουν την αφηγήτρια σχετίζονται κυρίως με την «εμβρυομητρική αιμορραγία» στο μαιευτήριο που, ευτυχώς, δεν αποδείχτηκε μοιραία τότε για το Σαμ).
Η «αλήθεια της στιγμής»
Στο σημείο αυτό, ας την ακούσουμε. «Πρέπει να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του ώστε να μπορεί να παρέχει την ποσότητα αναλήθειας που απαιτεί η ιδιοσυγκρασία του». Ενδιαφέρον, σίγουρα, ας συνεχίσουμε. «Για μένα το ψέμα δημιουργούσε ακριβώς όσα προβλήματα χρειάζομαι, κι αυτό που έβλεπε ο κόσμος ήταν ένα από τα τέσσερα ή πέντε πρόσωπά μου – το καθένα αληθινό, το καθένα με διαφορετικές ανάγκες. Το μόνο επικίνδυνο ψέμα ήταν εκείνο που μου ζήτησε να συμπυκνώσω τον εαυτό μου σε μία και μόνη βολική οντότητα, εύκολα κατανοητή απ’ όλους. Hμουν ένα καλειδοσκόπιο, κάθε αστραφτερό κομμάτι από τους καθρέφτες μου γυάλιζε καθώς άλλαζα πλευρά». Ο εαυτός και η πολλαπλότητά του, αντιλαμβάνεστε. Αντηχεί, ας πούμε, ο ποιητής Ουόλτ Ουίτμαν. Εκείνος ο στίχος, εάν θυμάστε, στον οποίο μιλάει για τις αντιφάσεις του και τα πλήθη που περιέχει. Θα μπορούσαμε να πάμε πολύ πιο πίσω, στον Σαίξπηρ τουλάχιστον ή ακόμα και στην αρχαία γραμματεία, ώστε να τα ιχνηλατήσουμε όλα αυτά. Θα μπορούσαμε, επιπροσθέτως, προκειμένου να μην παρεξηγηθούμε, να περιοριστούμε σε γυναίκες συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα, όπως η Βιρτζίνια Γουλφ, οι οποίες διερεύνησαν με απαράμιλλο τρόπο ανάλογες ιδέες και εντάσεις.
Αξίζει άραγε τον κόπο; Oχι, το ζήτημα εδώ δεν είναι αν η Μιράντα Τζουλάι διεκδικεί κάποια πρωτοτυπία μορφής ή περιεχομένου στο, ομολογουμένως, διαβαστερό μυθιστόρημά της. Σαφέστατα και δεν διεκδικεί. Το ζήτημα είναι, περισσότερο, γιατί η Μιράντα Τζουλάι προκάλεσε διεθνώς αίσθηση με το βιβλίο της. Γιατί τόσες αναγνώστριες (αλλά και αναγνώστες, μην ξεχνιόμαστε) το έχουν λατρέψει; Γιατί η διάδοσή του δεν σταματά με τίποτα; Διότι, προφανέστατα, αγγίζει χορδές και ευαισθησίες σημερινές, τρέχουσες, διπλανές, οικείες. Αγγίζει, κοντολογίς, την «αλήθεια της στιγμής». Με μια γλώσσα, επιπλέον, καθημερινή, κοφτή και ακομπλεξάριστη (ακόμα και τα γλυκανάλατα ή οι χαζομάρες έχουν γούστο στον καμβά μιας «υπεραναλυτικής» τύπισσας, της ηρωίδας, που φαντασιώνεται και αυνανίζεται και κλαίει συνεχώς). Το Στα τέσσερα είναι ένα βιβλίο έξυπνα στημένο, δίχως αμφιβολία. Και μολονότι πασχίζει συστηματικά να φλεξάρει ποιότητες που δεν διαθέτει ή διαθέτει μόνο εν μέρει (λογοτεχνικότητα και εμβάθυνση), ωστόσο, φαίνεται να πετυχαίνει κάτι που ενδεχομένως και καλύτερα μυθιστορήματα δεν καταφέρνουν ενίοτε: να παρασύρει το μεγάλο κοινό σε ένα πλέγμα συνενοχής η οποία αφήνει την εντατική εντύπωση πως δεν είχε αποκαλυφθεί ούτε αποτυπωθεί νωρίτερα σε θέματα που αφορούν το θηλυκό σώμα ή τη γυναικεία σεξουαλικότητα και ταυτότητα (με βασικότατο άξονα, εν προκειμένω, την εμμηνόπαυση). Αν το Στα τέσσερα είναι ένα βιβλίο, όντως, γραμμένο κόντρα στην εποχή του, τότε, προφανώς, ο σημαντικότερος σύμμαχός του (ως προς τη σημασία που του έχει αποδοθεί) είναι η ίδια η εποχή εναντίον της οποίας καταφέρεται…
Σε αναζήτηση αναγέννησης
Είναι κρίσιμο, θαρρούμε, να μη μαρτυρήσουμε πολλά από την πλοκή του μυθιστορήματος (ο τίτλος του οποίου, ειρήσθω εν παρόδω, προέρχεται από ένα γλυπτό της Τζόρντι, της κολλητής της πρωταγωνίστριας). Τι θέλει αυτή η γυναίκα που έχει ένα «χάος στην καρδιά», τι θέλει η διχασμένη ηρωίδα; «Δεν με ενδιαφέρουν οι σχέσεις της μιας βραδιάς ή οι πολυγαμικές σχέσεις, αλλά έχω μια περιπλανώμενη ψυχή. Πρέπει να έχω πλήρη αυτονομία» τονίζει κάπου και, ασφαλώς, σε μια κοινωνία που τη διαπερνούν κάμποσα «ετεροκανονικά πράγματα» αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο. Υποτίθεται ότι η πρωταγωνίστρια κάνει ολομόναχη ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο, ένα ταξίδι αναζήτησης της ελευθερίας και της αυτογνωσίας, διασχίζοντας ολόκληρη τη χώρα, τις Ηνωμένες Πολιτείες, από τη μία άκρη ως την άλλη. Σκοπός της ήταν, από το Λος Αντζελες, να βρεθεί στη Νέα Υόρκη. Στην πραγματικότητα, η «τρελιάρα» δεν πήγε και πολύ μακριά.
Επί δυόμισι βδομάδες κρυβόταν σε ένα μέρος μόλις 30 λεπτά από την εστία της, στη Μονρόβια, στο (ανακαινισμένο από την ίδια) δωμάτιο 321 ενός παλιού, ωχροκίτρινου μοτέλ, ξελογιασμένη από τον Ντέιβι, έναν νεαρό και σαγηνευτικό χορευτή που έβγαζε το μεροκάματο σε ένα παράρτημα της Hertz. Ο Ντέιβι, με τον οποίο η ηρωίδα αναπτύσσει μια σχέση «σεξουαλική χωρίς σεξ», μια σχέση παράξενη και εμμονική, αποτελεί την αρχή των εξωσυζυγικών της περιπετειών, οι οποίες επεκτείνονται και διακλαδίζονται, εξυπακούεται, προς άλλες γυναίκες επίσης. Η πρωταγωνίστρια επιστρέφει στο σπίτι της, αλλά όχι στην προηγούμενη συνθήκη του βίου της, των συναισθημάτων της, της ψυχής της, εφόσον γεύτηκε «το είδος της επιθυμίας που σε αρπάζει και σε χτυπάει κάτω».
Το βιβλίο της Μιράντα Τζουλάι είναι μια γλυκόπικρη αφήγηση, έντονα σωματική, που μας υπενθυμίζει πόσο δύσκολο και επίπονο, αλλά και απαραίτητο, αποδεικνύεται το ακόλουθο εγχείρημα: να θέλουμε να ξαναγεννηθούμε μέσα από τον ίδιο μας τον εαυτό, να ξαναρχίσουμε τη μοναδική και ανεπανάληπτη ζωή μας.
