Τρεις τομές για την παραγωγική Ελλάδα

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αναπτυχθεί πραγματικά εάν δεν αναδιατάξει τις δραστηριότητες και τον πληθυσμό της στον χώρο

Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει κάποια πολύ σημαντικά προβλήματα, που ακινητοποιούν και την αναπτυξιακή δυναμική της. Εχουμε συστηματικά αναφερθεί τα τελευταία χρόνια στις οικονομικές παραµέτρους για αυτό. Εν τούτοις, η δυνατότητα στροφής προς τον οικονομικό δυναμισμό και την παραγωγική Ελλάδα συνδέεται, επίσης, και με τομές που πρέπει να λάβουν χώρα στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία σε τρία κρίσιμα πεδία.

Πρώτον, την αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς. Είναι εφικτή και πραγματοποιήσιμη υπό την προϋπόθεση πως αφού την εγκολπωθεί η κοινωνική πλειοψηφία της χώρας, θα την επιβάλει στην πολιτική εξουσία ως κεντρικό κυβερνητικό στόχο. Η διαφθορά αποτελεί τη μεγαλύτερη πληγή της ελληνικής κοινωνίας, διαχρονικά αλλά, κατά κύριο λόγο, στην τρέχουσα ιστορική περίοδο. Η ενδημική ύπαρξή της αποδιαρθρώνει την κοινωνική συνοχή, διαβρώνει το αξιακό σύστημα, αποδυναμώνει την οικονομική ανάπτυξη, υποβιβάζει την ποιότητα ζωής των πολιτών και υπονομεύει την εθνική άμυνα και ασφάλεια. Εναντίον της διαφθοράς έχουν κινητοποιηθεί πολλές χώρες, κάποιες εκ των οποίων με μεγάλη επιτυχία, δρέποντας στη συνέχεια τους καρπούς της ανάπτυξης και της αύξησης της ευημερίας τους.

Υφίσταται, συνεπώς, πλούσια διεθνής εμπειρία. Σύμφωνα με αυτή, πρώτο πρακτικό βήμα είναι η δημιουργία ενός κεντρικού θεσμού που να διαθέτει το απαραίτητο νομοθετικό οπλοστάσιο και τα απαραίτητα πρακτικά μέσα. Από τη διεθνή εμπειρία, επίσης, πρέπει να αντληθούν οι πλέον κατάλληλες και πρόσφορες για τις ελληνικές συνθήκες «καλές πρακτικές» μεταξύ των χιλιάδων που έχουν ήδη δοκιμαστεί και αποδώσει. Προϋπόθεση επιτυχίας, βεβαίως, είναι να κινητοποιηθεί η κοινωνική πλειοψηφία στη συγκεκριμένη προσπάθεια, αφού, πρώτα, την έχει επιβάλει στα πολιτικά κόμματα, κάποια εκ των οποίων σήμερα όχι μόνο συμβιώνουν με τη διαφθορά αλλά και εν πολλοίς τροφοδοτούνται από αυτή.

Δεύτερον, η περιφερειακή αναδιάρθρωση και η δομική εξισορρόπηση των λειτουργιών του ελληνικού χώρου. Η Ελλάδα είναι η χώρα με τον βαρύτερο υδροκεφαλισμό παγκοσμίως. Περισσότερο από το 40% του πληθυσμού της βρίσκεται συγκεντρωμένο στην πρωτεύουσά της, περισσότερο από 50% στις δύο μεγαλύτερες πόλεις. Δεν υπάρχει άλλη χώρα να παρουσιάζει αυτά τα χαρακτηριστικά περιφερειακής ανισορροπίας, τα οποία, άλλωστε, συνδέονται με όλες τις τρέχουσες ελληνικές παθογένειες και δυσλειτουργίες. Η πορεία μεγέθυνσης της Αθήνας εις βάρος του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου στη μεταπολεμική περίοδο ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος πως μετά την πολεμική δεκαετία όλες οι προϋποθέσεις της αναπτυξιακής δυναμικής και της – σχετικά – υψηλότερης παραγωγικότητας (υποδομές, «επιχειρηματικότητα», ειδικευμένη εργασία, στοιχειώδης ασφάλεια δικαίου κ.λπ.), που απουσίαζαν παντελώς από την περιφέρεια, υπήρχαν στην Αθήνα, έστω και σε υποτυπώδη μορφή.

Η Αθήνα, δηλαδή, είχε το πλεονέκτημα να διαθέτει «οικονομίες κλίμακος» ή «θετικές εξωτερικότητες» σε μια χρονική στιγμή που η υπόλοιπη χώρα ήταν πλήρως κατεστραμμένη και απογυμνωμένη από παραγωγικές δυνατότητες και υποδομές. Υπό αυτές τις συνθήκες, φαινόταν ορθολογικό να κατευθύνονται οι επενδύσεις στο κέντρο, έχοντας μεγαλύτερη απόδοση από οπουδήποτε αλλού. Πρόκειται για διαδικασία η οποία έδειχνε να δημιουργεί οικονομική μεγέθυνση για σχεδόν 25 χρόνια.

Μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση, όμως, όχι μόνο η διαδικασία αυτή φάνηκε πως έφτασε στα όριά της, αλλά και αποκάλυψε την ιδιαίτερα δυσμενή πλευρά της. Σήμερα, στην κατανομή των οικονομικών δραστηριοτήτων στον χώρο συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο από ό,τι συνέβαινε στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Η Αθήνα, μη διαθέτοντας πλέον την απαραίτητη για την υποβοήθηση της ανάπτυξης της χώρας λειτουργική «φέρουσα ικανότητα», αποτελεί σοβαρή τροχοπέδη για την οικονομική μεγέθυνση και την εθνική ανταγωνιστικότητα.

Πάσχει πλέον από «αντι-οικονομίες κλίμακος» και από «αρνητικές εξωτερικότητες», παρά το γεγονός ότι έχει επί δεκαετίες ευνοηθεί από τη δυσανάλογη κατανομή των επενδύσεων για υποδομές και παραγωγικό δυναμικό.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αναπτυχθεί πραγματικά εάν δεν αναδιατάξει τις δραστηριότητες και τον πληθυσμό της στον χώρο. Σε οικονομικό επίπεδο, βεβαίως, αυτό για να γίνει είναι διαδικασία ετών. Η μεγαλύτερη διασπορά επενδύσεων απαιτεί, σε πρώτη φάση, και περισσότερα κεφάλαια για υποδομές. Προφανώς, λοιπόν, η προσπάθεια πρέπει να ξεκινήσει από την περιστολή του πολιτικού και διοικητικού υδροκεφαλισμού της χώρας. Με τη μεταφορά υπουργείων και δημόσιων οργανισμών εκτός Αθηνών κατ’ αρχάς. Και με σχεδιασμό για τη μεταφορά της πρωτεύουσας από την Αθήνα σε άλλο μέρος της χώρας μεσοπρόθεσμα. Πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να είναι η άμεση μεταφορά του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής σε νησί, όπως η Χίος ή η Λέσβος, και η μεταφορά του υπουργείου Αγροτικής Οικονομίας και Τροφίμων σε πόλη της Θεσσαλίας.

Τρίτον, η εθνική άμυνα ως πάνδημη υπόθεση και πανεθνική ευθύνη μπορεί να γίνει τροφοδότης οικονομικού δυναμισμού και κοινωνικής συνοχής. Η εξωτερική πολιτική και η άμυνα της χώρας επιβάλλεται να καταστούν πανεθνικές υποθέσεις παλλαϊκής ευθύνης και αρμοδιότητας. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να θεωρείται «σώφρων» όταν τυγχάνει να είναι μια συνεχής πρακτική υποχωρήσεων, κατευνασμών και σιωπής, διότι, έτσι, ο πραγματικός, εφήμερος, «κατευνασμός» που επιδιώκει είναι, κυρίως, εκείνος των ανησυχιών των ψηφοφόρων. Η εθνική άμυνα δεν κατοχυρώνεται μόνο με την αγορά οπλικών συστημάτων, αλλά και με την παραγωγή τους. Πρέπει να είναι μια πανεθνική και πάνδημη υπόθεση, επί καθημερινής βάσεως. Αυτό προϋποθέτει πως όλοι οι έλληνες πολίτες θα μοιράζονται εξίσου την ευθύνη για την άμυνα και την ακεραιότητα της χώρας.

Κάτι το οποίο για να συμβεί απαιτεί αφενός την κατάργηση της δυνατότητας να είναι κάποιος νομοτύπως φυγόστρατος – δυνατότητα που σήμερα την ασκούν καταχρηστικά χιλιάδες ατόμων – και αφετέρου την υποχρέωση στράτευσης των γυναικών εξίσου, στον ίδιο βαθμό και με τον ίδιο τρόπο που στρατεύονται οι άρρενες. (Αυτό, εκτός του ότι θα ισχυροποιήσει σε εκθετικό βαθμό την επιχειρησιακή ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, θα έχει θετικότατη επίδραση και σε ένα τελείως διαφορετικό πεδίο: θα υποβοηθήσει σημαντικά τη γυναικεία κοινωνική χειραφέτηση και τη γυναικεία «ενδυνάμωση» – women’s empowerment.)

Παράλληλα στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας η χώρα οφείλει να κινείται με τη σωφροσύνη της σταθερής αποφασιστικότητας, όχι με τον «πραγματισμό» της εθελοτυφλίας, πράγμα που σημαίνει πως στα κρίσιμα ζητήματα θα πρέπει να γίνονται τα κατάλληλα βήματα εγκαίρως, όπως, για παράδειγμα, καθιστώντας τον «Χάρτη της Σεβίλλης» νόμο της Ελληνικής Δημοκρατίας, ει δυνατόν πριν από την ψήφιση του τουρκικού νόμου της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Οι κ.κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου  και Χρήστος Α. Ιωάννου  είναι οικονομολόγοι.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version