Αν και μεγάλο μέρος της προσοχής έχει στραφεί στην ταχεία επαναλειτουργία των Στενών, υπάρχει και μια μακροπρόθεσμη ανάγκη: ο επανασχεδιασμός του συστήματος με τρόπο που να μειώνει τον κίνδυνο μελλοντικών διαταραχών. Σε πρόσφατο άρθρο, προτείνουμε ένα πλαίσιο προς αυτή την κατεύθυνση.
Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει ότι οι προσπάθειες αντιμετώπισης τέτοιων ευαλωτοτήτων μέσω εκτεταμένων στρατιωτικών επεμβάσεων είναι δαπανηρές και αναποτελεσματικές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπάνησαν τρισεκατομμύρια δολάρια σε – μεγάλο βαθμό – ανεπιτυχείς προσπάθειες επιβολής σταθερών πολιτικών λύσεων σε συγκρίσιμα περιβάλλοντα, όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Μια αντίστοιχη προσέγγιση στο Ιράν θα ήταν αδιέξοδη, δεδομένου του μεγέθους και της πολυπλοκότητάς του.
Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για λύσεις που βασίζονται λιγότερο στον εξαναγκασμό και περισσότερο στην ευθυγράμμιση οικονομικών κινήτρων με το κοινό συμφέρον των ΗΠΑ και του Ιράν να διατηρηθούν ανοικτά τα Στενά. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει τη θεσμοθέτηση της ήδη διαμορφούμενης πρακτικής, βάσει της οποίας το Ιράν, σε συντονισμό με τα κράτη του Κόλπου, εγγυάται την ασφαλή διέλευση έναντι τέλους. Ενα τέτοιο σύστημα θα προσομοίαζε στη συμφωνία της Σύμβασης του Μοντρέ, η οποία ρυθμίζει τη διέλευση από τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων υπό τουρκικό έλεγχο.
Ενα ιρανικό τέλος διέλευσης, με βάση το ισχύον τέλος της Τουρκίας ύψους 5,83 δολαρίων ανά καθαρό τόνο, θα αντιστοιχούσε σε περίπου 0,58 δολάρια ανά βαρέλι πετρελαίου – ένα ποσό μικρό σε σχέση με την αξία του φορτίου ώστε να μην αποθαρρύνει τις ναυτιλιακές εταιρείες, ούτε να τις ωθήσει σε εναλλακτικές διαδρομές. Ωστόσο, με βάση τον προπολεμικό μέσο ημερήσιο όγκο 20 εκατομμυρίων βαρελιών που διέρχονταν από τα Στενά, ένα τέτοιο τέλος θα απέφερε περίπου 4,3 δισ. δολάρια ετησίως – επαρκές ποσό ώστε να δημιουργήσει ισχυρά κίνητρα για το Ιράν να διασφαλίζει την απρόσκοπτη και ασφαλή διέλευση.
Το οικονομικό επιχείρημα υπέρ ενός συστήματος διοδίων βασισμένου στην παροχή υπηρεσίας είναι ισχυρό. Το κόστος είναι ελάχιστο σε σύγκριση με τις τεράστιες οικονομικές απώλειες που συνεπάγεται οποιαδήποτε διακοπή στη ναυσιπλοΐα ή με τις υπέρογκες δαπάνες που απαιτούνται για τη διασφάλιση των Στενών μέσω παρατεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ενα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να ωφελήσει και τις ΗΠΑ, των οποίων η υφιστάμενη αρχιτεκτονική ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο είναι ιδιαίτερα δαπανηρή. Μόνο το επιχειρησιακό κόστος εκτιμάται μεταξύ 10 και 30 δισ. δολαρίων ετησίως, δηλαδή περίπου 1,4 έως 4,2 δολάρια ανά βαρέλι πετρελαίου που διέρχεται από τα Στενά. Το συνολικό κόστος – συμπεριλαμβανομένων των υποδομών που απαιτούνται για τη διατήρηση της στρατιωτικής παρουσίας – είναι πολύ υψηλότερο, φθάνοντας τα 60 έως 120 δισ. δολάρια ετησίως ή 8,4 έως 16,8 δολάρια ανά βαρέλι.
Οι δαπάνες αυτές αποτελούν μια σημαντική αλλά αφανή επιδότηση της παγκόσμιας οικονομίας εκ μέρους των ΗΠΑ. Οι χώρες που εισάγουν πετρέλαιο και οι παραγωγοί του Περσικού Κόλπου επωφελούνται από την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, χωρίς όμως να συμβάλλουν ουσιαστικά στην προστασία τους. Σε μια εποχή μεταβαλλόμενων γεωπολιτικών προτεραιοτήτων και αυξανόμενων δημοσιονομικών πιέσεων, αυτή η ανισορροπία καθίσταται ολοένα και δυσκολότερο να δικαιολογηθεί.
Αντί να βασίζονται σε έναν εξωτερικό εγγυητή, τα παράκτια κράτη του Κόλπου θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα περιφερειακό πλαίσιο – υποστηριζόμενο αλλά όχι κυριαρχούμενο από εξωτερικές δυνάμεις – για τον συντονισμό της ναυτιλιακής διαχείρισης, των κοινών περιπολιών και της ανταλλαγής πληροφοριών. Τα οφέλη ενός τέτοιου συστήματος, που θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από τα έσοδα των διοδίων, είναι σαφή: μείωση του κόστους, δικαιότερη κατανομή των ευθυνών και ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ χωρών με κοινό συμφέρον στη σταθερότητα. Παράλληλα, θα μείωνε την εξάρτηση από τις στρατιωτικές εγγυήσεις των ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές στρατηγικές προτεραιότητες μετατοπίζονται αλλού.
Βεβαίως, οι σκεπτικιστές θα επισημάνουν εμπόδια όπως η βαθιά πολιτική δυσπιστία, οι θεσμικές αδυναμίες και η απουσία ενός ολοκληρωμένου νομικού πλαισίου. Οι προκλήσεις αυτές είναι υπαρκτές, αλλά όχι ανυπέρβλητες. Παρόμοιες ρυθμίσεις έχουν προκύψει και σε εξίσου σύνθετα περιβάλλοντα, συχνά υπό την πίεση της ανάγκης.
Τίποτα από τα παραπάνω δεν συνεπάγεται ότι οι εξωτερικές δυνάμεις πρέπει να αποσυρθούν πλήρως. Αντιθέτως, ο ρόλος τους θα πρέπει να εξελιχθεί: από πρωταρχικός επιτηρητής σε διευκολυντή και εγγυητή ενός πολυμερούς συστήματος. Ο στόχος δεν είναι η αντικατάσταση μιας μορφής κυριαρχίας με μια άλλη, αλλά η οικοδόμηση ενός πιο ισορροπημένου και ανθεκτικού πλαισίου ασφάλειας.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν θεμέλιο λίθο του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος. Για πολλά χρόνια, οι ΗΠΑ διασφάλιζαν αποτελεσματικά την ασφάλειά τους. Ωστόσο, αυτό το μοντέλο έχει καταστεί οικονομικά αναποτελεσματικό και πολιτικά ασύμμετρο ως προς την κατανομή ευθυνών και βαρών. Ενα συνεργατικό περιφερειακό καθεστώς ασφάλειας, χρηματοδοτούμενο μέσω τελών διέλευσης, προσφέρει μια ελκυστική εναλλακτική που θα ωφελούσε εξαγωγείς πετρελαίου, ναυτιλιακές εταιρείες και καταναλωτές.
Δεδομένου ότι ο εξαναγκασμός δύσκολα θα αποδώσει, η πειθώ καθίσταται κρίσιμη. Το Ιράν διαθέτει τόσο τη δυνατότητα όσο και το κίνητρο να συμφωνήσει σε ένα περιφερειακό πλαίσιο που θα διασφαλίζει την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά. Ενα τέτοιο πλαίσιο θα ευθυγράμμιζε τα κίνητρα αυτά με τα συμφέροντα των ΗΠΑ – και της ευρύτερης διεθνούς κοινότητας – ενώ παράλληλα θα μείωνε την εξωτερική εξάρτηση της περιοχής και, ίσως το σημαντικότερο, θα ενίσχυε τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή σταθερότητα για όλους.
Ο κύριος Μασούντ Καρσενάς είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικών στο SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.
Ο κύριος Χασέμ Πεσαράν είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, είναι επίσης ομότιμος καθηγητής και μέλος του Trinity College στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
Ο κύριος Ρον Σμιθ είναι ομότιμος καθηγητής στο Birkbeck Business School του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.
