Στην Αθήνα του Μαΐου, εκεί όπου ο αέρας κουβαλά ήδη τη σκόνη του καλοκαιριού και τις πρώτες μυρωδιές από γιασεμί στα μπαλκόνια, δύο κορίτσια δεκαεπτά χρονών αποφάσισαν ότι «ίσως ένας άλλος κόσμος να είναι καλύτερος». Η είδηση πέρασε μέσα από τις οθόνες με την ταχύτητα που περνούν όλα πια, για λίγες ώρες έγινε αντικείμενο θλίψης, σχολίων, τηλεοπτικών παραθύρων κι ύστερα χάθηκε μέσα στον επόμενο κύκλο επικαιρότητας.
Μα υπάρχει κάτι σε αυτή την ιστορία που μένει σαν κόμπος στον λαιμό.
Ένα από τα κορίτσια άφησε σημείωμα. Δεν μιλούσε για το ακατάληπτο της εφηβείας, ούτε για κάποιο υπαρξιακό αδιέξοδο του γυάλινου κόσμου μας. Μιλούσε για τις Πανελλήνιες. Και για τα χρήματα. Για τη ζωή που φοβόταν ότι την περίμενε αν αποτύγχανε: μια δουλειά «που δεν θα της δίνει λεφτά».
Η δεκαεπτάχρονη δεν φοβήθηκε απλώς ότι δεν θα περάσει σε μια σχολή. Φοβήθηκε ότι δεν θα δικαιούται να υπάρχει με αξιοπρέπεια.
Είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς το βάθος αυτής της φράσης χωρίς να αισθανθεί πως κάτι έχει ραγίσει οριστικά στον τρόπο που μεγαλώνουν τα παιδιά. Μια δεκαεπτάχρονη, ένα πλάσμα που, πριν από λίγα χρόνια, ίσως ακόμη κοιμόταν αγκαλιά με ένα λούτρινο ζωάκι, έφτασε να μετρά την αξία της ζωής της με όρους μισθολογίου. Όχι με όνειρα, όχι με περιέργεια, όχι με την ανοιχτή υπόσχεση του κόσμου, αλλά με την αγωνία της οικονομικής αποτυχίας.
