«Είδες το Sirāt;». «Ποια, την ταινία, για την οποία μιλάνε όλοι;». «Σοβαρά; Όλοι; Νόμιζα ότι μόνο εγώ μιλάω για αυτή τη γροθιά στο στομάχι διάρκειας 115 λεπτών». Ο διάλογος αυτός, με παραλλαγές και τροποποιήσεις, ακούγεται στο ριπίτ.
Γιατί το Sirāt είναι ένα κινηματογραφικό έργο που μοιάζει να ξεπηδά από τα πιο σκοτεινά και ταυτόχρονα εκστατικά στρώματα της σύγχρονης συνείδησης. Αν θεωρήσουμε ότι το σινεμά λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνίας, εδώ γίνεται κάτι πιο επικίνδυνο: η ταινία είναι ένας παραμορφωτικός φακός που ενώνει rave κουλτούρα, πόλεμο και υπαρξιακή αγωνία σε ένα ενιαίο, σχεδόν αποκαλυπτικό όραμα.
Θυμίζει εκείνες τις άγριες νύχτες σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια, όπου τα μπάσα χτυπούσαν σαν καρδιά που αρνείται να σταματήσει, και οι άνθρωποι χόρευαν όχι από χαρά αλλά από ανάγκη.
«Οι πρωταγωνιστές μας τρέχουν μέσα στην έρημο, προλαβαίνοντας μια παγκόσμια καταστροφή (αποσπάσματα από ραδιοφωνικά δελτία ειδήσεων αναφέρουν συμμάχους του ΝΑΤΟ, βομβαρδισμούς, κλειστά σύνορα) και κατευθυνόμενοι προς ένα μυθικό πάρτι στη Μαυριτανία»
Η ταινία Sirât ξεκίνησε το ταξίδι της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, όπου κέρδισε το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής. Στη συνέχεια, στα Ευρωπαϊκά Κινηματογραφικά Βραβεία, κέρδισε πέντε τρόπαια: μοντάζ, ήχος, σκηνογραφία, καστ και κινηματογραφία, ενώ ήταν υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας.
