Άρρηκτα συνδεδεμένα με το θυμικό της ελληνικής κοινωνίας, τα έργα του Ομήρου «Ιλιάδα» και «Οδύσσεια» έχουν κατά καιρούς τροφοδοτήσει το σινεμά και την τηλεόραση με έργα που συζητήθηκαν – άλλα πολύ άλλα λιγότερο. Από σήμερα όμως η «Οδύσσεια» του Νόλαν θα τα επισκιάσει μια για πάντα.
Η νέα ταινία του Βρετανού σκηνοθέτη, για την οποία προκλήθηκε τόσος αρνητικός θόρυβος κυριολεκτικά για το τίποτα, είναι μία μυθική επική περιπέτεια με γυρίσματα σε όλο τον κόσμο εξ ολοκλήρου με κάμερες IMAX, αλλά συγχρόνως, είναι μια καθαρά στοχαστική ταινία που δεν ενδιαφέρεται μόνο για το θεαματικό σκέλος των περιπετειών του Βασιλιά της Ιθάκης στο ταξίδι του προς την πατρίδα. Το εσωτερικό του ταξίδι, η προσπάθειά του να αναρρώσει από τα τραύματα που άφησε στην ψυχή του ο πόλεμος της Τροίας, είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο αυτής της κινηματογραφικής μεταφοράς, που κατά κάποιο περίεργο τρόπο σου δίνει την αίσθηση ότι είναι η πρώτη φορά που το εμβληματικό έπος του Ομήρου μεταφέρεται στο σινεμά.
Σε αντίθεση με την κατά Κρίστοφερ Νόλαν εκδοχή της «Οδύσσειας», οι περισσότερες μέχρι σήμερα παραγωγές στηρίχθηκαν στην εικονογράφηση των θαλάσσιων περιπετειών του Βασιλιά της Ιθάκης.
Από την ευφάνταστη, «εσωτερική» «Επιστροφή» του Ουμπέρτο Παζολίνι, η οποία ανήκει στις καλύτερες αυτών των μεταφορών, μέχρι την καρτουνίστικη «Τροία», κάνουμε μια αναδρομή σε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές απεικονίσεις του ομηρικού ήρωα και μυθικού βασιλιά της Ιθάκης στη μικρή και μεγάλη οθόνη.
«Η επιστροφή» (2024)

Ο χρόνος παίζει παράξενα παιχνίδια. Λιγότερο από δύο χρόνια πριν, μια μεταφορά της ραψωδίας της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη, στην ταινία «Η επιστροφή» του Ουμπέρτο Παζολίνι ήταν όχι απλώς talk of the town αλλά talk of the country. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στο οποίο η ταινία έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα της, είχε καλέσει τον σκηνοθέτη, τον ηθοποιό Ρέιφ Φάινς που υποδύεται εκεί τον Οδυσσέα και την Ζιλιέτ Μπινός που στην ίδια ταινία κρατά τον ρόλο της Πηνελόπης.
Όλοι μιλούσαν για την «επιστροφή» του ζεύγους στη μεγάλη οθόνη πολλά χρόνια μετά την κοινή τους εμφάνιση στον «Άγγλο ασθενή» (1996). Μετά από όλον αυτό τον θόρυβο η «Επιστροφή» βγήκε εμπορικά στις αίθουσες αλλά τελικά, ο κόσμος δεν της έδωσε και τόση σημασία. Και σήμερα, που μια άλλη εκδοχή της «Οδύσσειας» του Ομήρου ανοίγει στις αίθουσες (σε περισσότερες από 140 σε όλη την Ελλάδα – ανοιχτές και κλειστές), ελάχιστοι θυμούνται την «Επιστροφή» του Παζολίνι που ο ίδιος χαρακτήρισε «έργο ζωής».

Ο Παζολίνι άρχισε να σκέφτεται την «Επιστροφή» πριν από 30 ολόκληρα χρόνια, ή όπως ο ίδιος το έθεσε «δέκα χρόνια περισσότερα από όσα χρειάστηκε ο Οδυσσέας για να πολεμήσει στην Τροία, να αποχωρήσει, να συνάψει ερωτικές περιπέτειες με τις πιο όμορφες γυναίκες της Μεσογείου, να σκοτώσει, σύμφωνα πάντα με τον Όμηρο, 108 μνηστήρες, και τελικά να καταλήξει στην αγκαλιά της Πηνελόπης.» Επί 30 χρόνια και για διάφορους λόγους -κυρίως οικονομικούς- το όραμα του Παζολίνι παρέμενε στο ράφι. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών οι δουλειές του Παζολίνι τόσο ως παραγωγού, όσο και ως σκηνοθέτη, υπήρξαν πλούσιες σε ποσότητα και με διακρίσεις. Όμως η «Επιστροφή» παρέμενε πάντα η αχίλλειος πτέρνα του. Και το υλοποίησε.
«Οδύσσεια» (1997)

Το καλοκαίρι του 1997, είκοσι τέσσερα χρόνια στο παρελθόν, ένα από τα μεγάλα πολιτιστικά γεγονότα που είχαν πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, ήταν η πρεμιέρα στο Θέατρο Ηρώδου Αττικού, της αμερικανικής μίνι τηλεοπτικής σειράς «Οδύσσεια». Τη γύρισε ένας Ρώσος, ο Αντρέι Κοντσαλόφσκι, με πρωταγωνιστή έναν νεοϋορκέζο ηθοποιό, τον Αρμάν Ασάντε στον ρόλο του Οδυσσέα. Λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της παραγωγής ήταν φυσικό για τον Κοντσαλόφσκι, γνωστό τόσο από τις ταινίες γυρισμένες στην πατρίδα του («Σιβηριάδα»), όσο και από τις αμερικανικές («Οι εραστές της Μαρίας», «Το τρένο της μεγάλης φυγής»), να υποκύψει στους κανόνες του υπερθεάματος και να δώσει έμφαση στη μονομαχία του Οδυσσέα με τον Κύκλωπα, στη συνάντησή του με τον Αίολο, τον Θεό των Ανέμων και στις θυελλώδεις σχέσεις του με τις μάγισσες Κίρκη και την Καλυψώ. Καλύπτοντας στιγμές από όλη τη διαδρομή του Οδυσσέα στα δύο Ομηρικά έπη, αυτή η μίνι σειρά όμως έχει πέρα για πέρα τη λογική των Κλασσικών Εικονογραφημένων και μια εντελώς κιτς αισθητική. Η συνθήκη ήταν πέρα για πέρα κατανοητή, μιλάμε άλλωστε για μίνι σειρά, ο χρόνος πρέπει κάπως να γεμίσει – όπως κι έγινε.
«Ομήρου Οδύσσεια» (1954)

Χρόνια πριν από τον Οδυσσέα του Ασάντε, στη δεκαετία του 1950, ένα μεγάλο όνομα τότε του Χόλιγουντ, ο Κερκ Ντάγκλας ανάλαβε να υποδυθεί τον βασιλιά της Ιθάκης στην επική περιπέτεια «Ομήρου Οδύσσεια» (1954) του Μάριο Καμερίνι. Η ταινία δεν γυρίστηκε στην Αμερική αλλά στην Ιταλία. Μιλάμε για την εποχή που το Χόλιγουντ μετακόμιζε στα ιταλικά στούντιο της Τσινετσιτά – Το Χόλιγουντ του Τίβερη την αποκαλούσαν – και οι ταινίες peplum / χλαμύδα και σανδάλι αποκτούσαν μεγάλη δημοτικότητα (κάτι που θα γινόταν μεγάλη μόδα στη δεκαετία του 1960).
Και πάλι το παραμύθι, με την αυστηρή έννοια του όρου, έχει το πρώτο λόγο, παραμύθι πλημμυρισμένο από εφέ εντυπωσιακά για την εποχή τους που σήμερα όμως φαντάζουν εντελώς ψεύτικα -πόσο μάλλον αν συγκριθούν με την ταινία του Νόλαν. Ωστόσο, άσχετα από την αντοχή των ταινιών στον χρόνο (και αυτή η ταινία δεν έχει αντέξει) κάθε κινηματογραφική δημιουργία οφείλει να κρίνεται σύμφωνα με τις συνθήκες και τα μέσα της εποχής της.
Στην περίπτωση της ταινίας του Καμερίνι οι πιο δυνατές σκηνές είναι εκείνες που συνδυάζουν την περιπέτεια με τη φαντασία: ο Οδυσσέας και το πλήρωμά του ενώ αντιμετωπίζουν τον γίγαντα Κύκλωπα Πολύφημο (Ουμπέρτο Σιλβέστρι), η σκηνή στην οποία το πλοίο του συναντά τις Σειρήνες, που προσπαθούν να εξαναγκάσουν τον ήρωα να εγκαταλείψει το σκάφος του, ή η κλασική σκηνή του Οδυσσέα υπό το ξόρκι της Κίρκης (Σιλβάνα Μανγκάνο) που μεταμορφώνει τους άντρες του σε χοίρους και του υπόσχεται την αθανασία. Υπάρχει ακόμη και μια ανατριχιαστική σκηνή όπου τον Οδυσσέα επισκέπτονται τα φαντάσματα των πεσόντων συντρόφων του…
Οδυσσέας ως… δευτεραγωνιστής
Oι εμφανίσεις του Οδυσσέα σε δευτεραγωνιστικό ρόλο, όπου υπογραμμίζεται το υψηλότατο I.Q. του δίπλα στους υπόλοιπους μυώδεις Έλληνες, τόσο πριν το ταξίδι τους προς την Τροία, όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου, έχουν επίσης ενδιαφέρον.
«Ιφιγένεια» (1977)
Ο Οδυσσέας είναι ο πιο αινιγματική χαρακτήρας της ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη «Ιφιγένεια» (1977) – που είναι η τελευταία αρχαία τραγωδία που πέρασε διά χειρός Κακογιάννη στο σινεμά και διεκδίκησε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας – στηρίζεται στην τραγωδία «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Τον Οδυσσέα υποδύεται ο Χρήστος Τσάγκας δίπλα στους Ειρήνη Παππά (Κλυταιμνήστρα), Κώστα Καζάκο (Αγαμέμνων), Πάνο Μιχαλόπουλο (Αχιλλέας) και Κώστα Καρρά (Μενέλαος) και είναι το πιο μυστηριώδες πρόσωπο της ταινίας.
«Τροία» (2004)

Ένας Οδυσσέας σχεδόν καθόλου εντυπωσιακός, περισσότερο επιφυλακτικός αλλά και ο πιο προσεκτικός στις κινήσεις του ήρωας, κάτι που θα λέγαμε ότι ισχύει και στην απόδοση του ήρωα από τον Ιρλανδό ηθοποιό Σον Μπιν που υποδύθηκε τον Οδυσσέα στην επική περιπέτεια «Τροία» (2004) του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν. Τεράστια επιτυχία της εποχής της παρά την «καρτουνίστικη» εικόνα της (ή ακριβώς για αυτό) η «Τροία» είναι μια πραγματικά πολύ διασκεδαστική ταινία, στην οποία σπουδαίοι Αγγλοσάξονες ηθοποιοί υποδύονται ρόλους όπως ο Πρίαμος (Πίτερ Ο’Τούλ), ο Μενέλαος (Μπρένταν Γκλίσον) και ο Αγαμέμνων (Μπράιαν Κοξ). Εκεί, η Ωραία Ελένη έχει τη (βολική για τους περισσότερους Έλληνες) μορφή της Γερμανίδας Νταιάν Κρούγκερ (κατάλευκη ξανθιά και γαλανομάτα), ενώ ο Αχιλλέας είναι ο Μπραντ Πιτ (αν και πιο ταιριαστό θα του ήταν το όνομά Άδωνις).
