Θεσμική εκτροπή στη δίκη των Τεμπών

Η Δίκη των Τεμπών, πέραν από τον ποινικό της χαρακτήρα, ανήκει στη μνήμη των νεκρών, στην αγωνία των οικογενειών και στην απαίτηση μία κοινωνίας να μάθει την Αλήθεια.

Η παράσταση του Δημοσίου στη Δίκη και η αποβολή των Δικηγορικών Συλλόγων αποτελεί μία βαθύτατη θεσμική εκτροπή και παραβίαση, αφενός, των δικονομικών κανόνων και, αφετέρου, των εγγυήσεων της δίκαιης δίκης (άρ. 6 ΕΣΔΑ).

Παράλληλα, τα γεγονότα αυτά, δημιούργησαν και μία οφθαλμοφανή κατάσταση θεσμικής ανισορροπίας. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), ως θεματοφύλακας του δημοσίου συμφέροντος, παρίσταται παρά την αρνητική εισήγηση της Εισαγγελέως. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι (Δ.Σ.) ως θεσμικός παράγοντας προάσπισης του κράτους δικαίου, σύμφωνα με το άρ. 90 παρ. α’ και ζ’ του Κώδικα Δικηγόρων, αποβλήθηκαν παρά τη θετική εισήγηση της Εισαγγελέως, αλλά και της Προέδρου, η οποία μειοψήφησε.

Οι διαδικασίες παράστασης του Δημοσίου, χωρίς τις προϋποθέσεις που απαιτεί το άρ. 23 παρ. 3 του ν. 4831/2021, ελάχιστες ημέρες πριν από την έναρξη της δίκης, καθώς και η ωμή παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας, παραβιάζουν άμεσα τη νομιμότητα και νοθεύουν την αλήθεια ανεύρεσης των ευθυνών.

Παράλληλα, η αποβολή των Δικηγορικών Συλλόγων από τη δίκη, παρά τη ρητή νομοθετική διάταξη του άρ. 90 παρ. α’ και ζ’ του Κ.Δ.Σ., σύμφωνα με την οποία δικαιούνται να παραστούν, δημιουργεί ζητήματα νομιμότητας από την έναρξη της δίκης.

Εύλογα, βάσιμα και δίκαια, ανέφερα στο δικαστήριο ότι οι αποφάσεις αυτές δημιουργούν «γκρίζες ζώνες» στην «απογαλάκτιση» της δικαστικής εξουσίας από την εκτελεστική. Ο κοινοβουλευτικός δε έλεγχος αποκάλυψε, στη συνέχεια, ότι το Ν.Σ.Κ. πριν από τη δίκη (06/03/2026), απευθυνόμενο προς τους Υπουργούς, τούς επεσήμανε ότι ούτε δικογραφία είχε στη διάθεσή του, ούτε κάποια προετοιμασία παρέμβασης στη δίκη είχε πραγματοποιηθεί.

Η εκτελεστική εξουσία, λίγες μέρες πριν την έναρξη της δίκης, με ωμή παρέμβασή της, ορίζει ως ενόχους τρεις σταθμάρχες και έναν επιβλέποντα από τους τριάντα έξι (36) κατηγορουμένους. Μάλιστα, με ανακριβείς διαδικασίες fast track, λίγες μέρες πριν τη δίκη, η εκτελεστική εξουσία, προφανώς σε «διατεταγμένη υπηρεσία», λειτουργώντας ως μηχανισμός – ιμάντας μεταθέσεως των ευθυνών, περιόρισε τους κατηγορουμένους (4) στο επιχειρησιακό επίπεδο, μακριά από τα υψηλά διευθυντικά στελέχη και την πολιτική – διοικητική ιεραρχία.

Με τους κανόνες της κοινής λογικής, η επιλεκτική παρέμβαση του Δημοσίου, προσβάλλει τις εγγυήσεις και τους κανόνες της δίκαιης δίκης, αλλά και τους δικονομικούς κανόνες για νόμιμη παράσταση του Δημοσίου σε μία κρίσιμη δίκη, που πέραν του ποινικού της χαρακτήρα, έχει τεράστια θεσμική και κοινωνική σημασία για την διερεύνηση της Αλήθειας των ευθυνών, καθώς και της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Με αμεροληψία και αντικειμενικότητα, πιστεύω ότι ένα από τα κεντρικά διακυβεύματα της πολιτείας μας σε αυτή την συγκυρία είναι η κρίση του κράτους δικαίου και οι σχέσεις των κεντρικών θεσμών της Δημοκρατίας μας, μεταξύ τους σε αυτό το περιβάλλον διεξάγεται η ιστορική δίκη των Τεμπών, που συγκλόνισε το πανελλήνιο

Σε αυτή την συγκυρία η παράσταση του Δημοσίου στη Δίκη προκαλεί και παραβιάζει  βάναυσα το αίσθημα δικαίου, αλλά και τους κανόνες της δίκαιης δίκης. Δεν είναι δυνατό ο ένοχος, ο «θύτης», το Δημόσιο, να παρίσταται ως «θύμα».

Μάλιστα, με την επίκληση ότι το έγκλημα των Τεμπών προκάλεσε μεγάλη «ηθική βλάβη» (!!!) στο Δημόσιο. Επίσης, οι αποζημιωτικές αξιώσεις ότι οφείλουν οι τέσσερις κατηγορούμενοι σταθμάρχες, να αποκαταστήσουν και να καταβάλουν αποζημίωση για τις υποδομές που καταστράφηκαν στον σιδηρόδρομο προκαλούν θυμηδία.      Τα γεγονότα διαψεύδουν πανηγυρικά τις αβάσιμες αυτές επικλήσεις του Δημοσίου. Το πανελλήνιο γνωρίζει ότι η ευρωπαϊκή Εισαγγελία και ο Εφέτης Ανακριτής έχουν απαγγείλει κατηγορίες σε είκοσι τρία (23) άτομα η πρώτη και σε τριάντα έξι (36) ο ανακριτής. Όλοι αυτοί οι κατηγορούμενοι καλύπτουν όλη τη διοικητική ιεραρχία, από τον σταθμάρχη έως την πολιτική ηγεσία και όχι μονάχα το επιχειρησιακό προσωπικό.

Θεωρώ ότι είναι χρέος του νομικού κόσμου να προασπίσει τη νομιμότητα, που αφορά τόσο το ποινικό μέρος της δίκης, όσο και τη θεσμική διάσταση, το κράτος δικαίου και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στον θεσμό της Δικαιοσύνης.

Είναι χρήσιμα θεωρώ ορισμένα συμπεράσματα για την παράσταση του Δημοσίου, η οποία σε συνδυασμό με την εντολή της εκτελεστικής εξουσίας αποτελεί μία σοβαρή θεσμική εκτροπή. Οι λόγοι προφανείς:

  • Δεν πληρούνται οι ουσιώδεις προϋποθέσεις για τη νόμιμη παράσταση του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 3 ν. 4831/2021.
  • Το Ν.Σ.Κ. δεν είχε λάβει εγκαίρως τη δικογραφία. Η έλλειψη ουσιαστικής προετοιμασίας είναι προφανής.
  • Δεν υφίσταται έγκαιρη υποβολή της περιγραφής της αυτοτελούς βλάβης και της ηθικής. Τα ως άνω επιβεβαιώνονται από τη σωρευτική έλλειψη των προϋποθέσεων του άρθρου 24 παρ. 3 του ν. 4831/2021, όπως ρητά αναφέρονται και στο έγγραφο του Ν.Σ.Κ. με αριθ. Πρωτ. 37092/06.03.2026 προς τους τρεις Υπουργούς.
  • Η παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας με την οριοθέτηση της παράστασης του Δημοσίου προσβάλλει θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου, ιδίως τη διάκριση των εξουσιών, τη δικαστική ανεξαρτησία και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.
  • Προσβάλλεται η αυτονομία του Ν.Σ.Κ. με τον τρόπο που παρεμβαίνει η εκτελεστική εξουσία και ορίζει το αντικείμενο και το εύρος της παράστασης. Το Ν.Σ.Κ. δεν δεσμεύεται από τις κατευθύνσεις της εκτελεστικής εξουσίας ως προς την ουσία της υπόθεσης.
  • Η «κατεύθυνση» του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, ως προς την ταυτότητα των υπευθύνων συνιστά αλλοίωση της λειτουργικής ισορροπίας των εξουσιών (δικαστικής και εκτελεστικής). Το έγγραφο του Ν.Σ.Κ. αντικειμενικά επιβεβαιώνει τις ως άνω ουσιώδεις ελλείψεις.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι:

Το Δημόσιο δεν δύναται να παρίσταται ως φορέας επιλεκτικής – πολιτικής οριοθέτησης των ευθυνών. Συνεπώς η παράστασή του δεν ενισχύει την αναζήτηση της αλήθειας αλλά τη νοθεύει. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις κατάθεσης ένστασης στην Έδρα, σύμφωνα με το άρθρο 171 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για απόλυτη ακυρότητα της παράνομης παράστασης του Δημοσίου, που δεν εξυπηρετεί την Αλήθεια και τη Διαφάνεια στη Δίκη, αλλά υπονομεύει αυτά τα βασικά προαπαιτούμενα μίας δίκαιης δίκης.

Το ως άνω ζήτημα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Δεν αφορά μόνο μία δικονομική λεπτομέρεια. Αφορά το κράτος δικαίου, τη διάκριση των εξουσιών και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό της δικαιοσύνης.

Την 6η Μαρτίου 2026 η Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ. δηλώνει προς τρεις συναρμόδιους Υπουργούς ότι:

  • Δεν έχει πρόσβαση στην δικογραφία και τα κατηγορητήρια, αλλά ούτε και τον χρόνο για να μελετήσει τον φάκελο της υπόθεσης.
  • Δεν αρκεί μία πολιτική απόφαση, ένα email της εξουσίας, για να θεμελιώσει την παράσταση του Δημοσίου. Η Δικαιοσύνη δεν πρέπει να λειτουργεί με υποδείξεις, αλλά με στοιχεία και θεσμική καθαρότητα.

Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να ορίζει το πλαίσιο και τα όρια της δικαστικής έρευνας. Ούτε να υποδεικνύει στη Δικαιοσύνη ποιους θα πρέπει να ελέγξει και ποιους να αφήσει «εκτός κάδρου». Οφείλει για αυτό η Έδρα, μετά και τη γνωστοποίηση του εγγράφου του Ν.Σ.Κ., ως νέο στοιχείο, να ελέγξει πλήρως εκ νέου τη νομιμότητα της παράστασης του Δημοσίου. Ας αναλογιστούμε, να προβληματιστούμε και να αναγνωρίσουμε ότι:

Η Δίκη των Τεμπών, πέραν από τον ποινικό της χαρακτήρα, ανήκει στη μνήμη των νεκρών, στην αγωνία των οικογενειών και στην απαίτηση μία κοινωνίας να μάθει την Αλήθεια.

Ο κύριος Λουκάς Αποστολίδης είναι δικηγόρος και Πρ. Αντιπρόεδρος της Βουλής.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version