Πόση «ζημιά» μπορεί να κάνει ένα κόμμα Σαμαρά;

Ενα κόμμα Σαμαρά ενδέχεται να αποσπάσει μερικούς από τους ψηφοφόρους της ΝΔ του 2023 που ήδη έχουν απομακρυνθεί.

Πόση «ζημιά» μπορεί να κάνει ένα κόμμα Σαμαρά;

Μετά το Γιώργο Παπανδρέου και τον Αλέξη Τσίπρα, ο Αντώνης Σαμαράς ίσως γίνει ο τρίτος πρώην πρωθυπουργός που θα ιδρύσει δικό του κόμμα.

Το έχει κάνει βεβαίως ξανά το 1993 με την Πολιτική Άνοιξη, χωρίς όμως προηγουμένως να έχει διατελέσει πρωθυπουργός.

Τότε έλαβε 4,9% πλήττοντας τη ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και συμβάλλοντας στην εκλογική της ήττα. Η Άνοιξη όμως κράτησε λίγο, καθώς το 1996 έμεινε εκτός Βουλής.

Πολιτική ζημιά πάντως έκανε τότε στην κεντροδεξιά. Το ερώτημα είναι εάν και πόση θα προξενούσε τώρα.

Κατ’αρχάς οι συνθήκες διαφέρουν.

Τότε υπήρχε ένα θέμα εθνικό όπως το Σκοπιανό που είχε διχάσει την κοινή γνώμη και το εσωτερικό της ΝΔ. Η κυβέρνηση επίσης είχε οριακή πλειοψηφία. Έτσι η πτώση της προκλήθηκε από την ανεξαρτητοποίηση δύο βουλευτών, πολιτικά προσκείμενων στον Σαμαρά.

Σήμερα το πολιτικό περιβάλλον είναι άλλο. Εθνικό θέμα δεν υφίσταται και τα Σκόπια άλλαξαν όνομα μετά από τη Συμφωνία των Πρεσπών επί Τσίπρα. Επίσης ζητήματα όπως οι σχέσεις με την Τουρκία, είναι πολύ χαμηλά στις προτεραιότητες της κοινής γνώμης. Συγχρόνως η ΝΔ έχει άνετη πλειοψηφία στη Βουλή.

Βεβαίως η κυβέρνηση έχει υποστεί φθορά που καταγράφηκε πρώτη φορά στις Ευρωεκλογές και διατηρείται δύο χρόνια μετά. Της κόστισε (και της κοστίζει ακόμα) ο πληθωρισμός και η δυσφορία για τη λειτουργία των θεσμών. Την έπληξαν ακόμη, σε ένα βαθμό, ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών και το μεταναστευτικό. Απώλεσε αθροιστικά περίπου πέντε μονάδες του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά της: την Ελληνική Λύση και τη Φωνή Λογικής.

Πρόκειται για συντηρητικούς πολίτες που διαρκώς μετακινούνται. Ένα τμήμα τους φάνηκε να προτιμά την Καρυστιανού μετά την ίδρυση της Ελπίδας. Σύμφωνα με την Pulse (9/7), όσοι δηλώνουν πως θα ψήφιζαν «σίγουρα» ένα κόμμα Σαμαρά προέρχονται κυρίως από την Ελπίδα και την αδιευκρίνιστη ψήφο. Συνολικά υπολογίζονται στο 5% του εκλογικού σώματος. Φαίνεται πως έχουν πάρει διαζύγιο από τη ΝΔ και δύσκολα θα γύριζαν πίσω. Ιδίως όταν απουσιάζει ένας αντίπαλος που να συσπειρώνει. Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ισχυρός, τα αντί αντι-ΣΥΡΙΖΑ ανακλαστικά ήταν ενεργά. Αν και στην πράξη τον έχει διαδεχθεί η ΕΛΑΣ του Τσίπρα, η επιρροή της, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι στο 17%.

Με άλλα λόγια, ένα κόμμα Σαμαρά ενδέχεται να αποσπάσει μερικούς από τους ψηφοφόρους της ΝΔ του 2023 που ήδη έχουν απομακρυνθεί. Πιο δύσκολα όμως θα έβρισκε απήχηση, βάσει της ίδιας έρευνας, στη σημερινή εκλογική της βάση η οποία στην εκτίμηση ψήφου φθάνει στο 30%.

Το εύρος πάντως των κυβερνητικών διαρροών προς τα δεξιά θα επηρεαστεί, μεταξύ άλλων, από δύο παραμέτρους.

Πρώτον, από μια πιθανή αναβίωση του δίπολου Μητσοτάκη – Τσίπρα. Βάσει των τελευταίων γκάλοπ, η εμφάνιση της ΕΛΑΣ ενίσχυσε τη συσπείρωση της ΝΔ. Ουδείς ωστόσο μπορεί να εκτιμήσει για την ώρα τη δυναμική των επόμενων μηνών.

Δεύτερον, από την απάντηση που θα δώσει το επερχόμενο κόμμα Σαμαρά στο ζήτημα της κυβερνησιμότητας. Όσο περισσότερο ενισχύεται το ενδεχόμενο απώλειας της αυτοδυναμίας για το πρώτο κόμμα, τόσο πιο επιτακτικά θα τίθεται το ζήτημα σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας. Αν όμως, οι δυνητικοί κυβερνητικοί εταίροι αποκλείουν τη σύμπραξη με το νικητή, τότε το σενάριο δεύτερων εκλογών θα ενισχυθεί. Εφόσον η προοπτική αυτή παγιωθεί στην αντίληψη των ψηφοφόρων, το δίλημμα της κυβερνησιμότητας ίσως επηρεάσει τις επιλογές τους προκαταβολικά από την πρώτη Κυριακή.

Ο κύριος Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version