Η δημοκρατία δεν αντέχει άλλο δηλητήριο με ανυπόστατες κατηγορίες

Η διαφθορά πρέπει να αποκαλύπτεται χωρίς εκπτώσεις και όποιος έχει στοιχεία, οφείλει να τα καταθέτει στη Δικαιοσύνη. Όχι να τα χρησιμοποιεί ως πολιτικό πυροτέχνημα.

Η δημοκρατία δεν αντέχει άλλο δηλητήριο με ανυπόστατες κατηγορίες

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν είναι πρόβλημα σε μια Δημοκρατία, αλλά η τοξικότητα. Τα τελευταία χρόνια ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια αρένα καταγγελιών. Οι πολιτικές θέσεις περνούν σε δεύτερη μοίρα και τη θέση τους παίρνουν οι χαρακτηρισμοί, οι υπαινιγμοί και, όλο και συχνότερα, οι κατηγορίες περί χρηματισμού.

Με ποια στοιχεία; Συνήθως με κανένα. Αρκεί μια δημόσια καταγγελία, μια ανάρτηση, μια δήλωση μπροστά στις κάμερες. Η λάσπη εκτοξεύεται και μένει. Ακόμη κι αν δεν αποδειχθεί ποτέ τίποτα. Ακόμη κι αν η Δικαιοσύνη δεν βρει ούτε την παραμικρή ένδειξη. Αυτό δεν είναι πολιτική, αλλά δολοφονία χαρακτήρων και το έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν, το βλέπουμε και τώρα και εάν δεν αλλάξουν στάση πολλοί θα το αντιμετωπίσουμε και στο μέλλον με ολέθρια αποτελέσματα για την ίδια την πολιτική.

Η διαφθορά πρέπει να αποκαλύπτεται χωρίς εκπτώσεις και όποιος έχει στοιχεία, οφείλει να τα καταθέτει στη Δικαιοσύνη. Όχι να τα χρησιμοποιεί ως πολιτικό πυροτέχνημα. Γιατί οι βαριές κατηγορίες δεν μπορεί να λειτουργούν ως εργαλείο εντυπώσεων ούτε ως μέσο εξόντωσης του αντιπάλου.

Το χειρότερο όμως είναι άλλο. Όταν οι κατηγορίες εκτοξεύονται αβασάνιστα, οι πολίτες παύουν να πιστεύουν τα πάντα. Η πραγματική διαφθορά εξισώνεται με την πολιτική υπερβολή. Η καχυποψία γίνεται κανόνας και τελικά απαξιώνονται όλοι, θεσμοί, πολιτικοί, δικαιοσύνη.

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με υπονοούμενα, αλλά με αποδείξεις, επιχειρήματα και λογοδοσία. Προφανώς πρέπει να υπάρχει σκληρή πολιτική σύγκρουση, αλλά για ιδέες, προτάσεις, θέσεις και όχι να γίνεται διαγωνισμός λάσπης, ψεμάτων και συνωμοσιολογίας για το ποιος επιχειρηματίας στηρίζει το Χ ή το Ψ κόμμα, εάν δίνει χρήματα και πως τα δίνει, που βρίσκουν τα χρήματα πολιτικοί σχηματισμοί, κλπ.

Οι πολίτες δεν περιμένουν ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά, αλλά αναμένουν λύσεις και ζητούν σοβαρότητα. Η ευκολία με την οποία σήμερα αποδίδονται εγκλήματα, διαπλοκή και χρηματισμοί χωρίς αποδείξεις δεν δείχνει πολιτική πυγμή. Δείχνει ένδεια επιχειρημάτων και προσπάθεια να δημιουργηθούν εντυπώσεις γύρω από σενάρια επιστημονικής φαντασίας πολλές φορές για μυστικές συμφωνίες, υπόγειες παρασκηνιακές συναλλαγές και χρήματα κάτω από το τραπέζι.

Σε ένα κράτος Δικαίου, η διερεύνηση κάθε υπόνοιας διαφθοράς αποτελεί υποχρέωση της Δικαιοσύνης και των αρμόδιων αρχών. Οι καταγγελίες οφείλουν να αξιολογούνται με βάση αποδεικτικά στοιχεία και όχι να εκδικάζονται στα τηλεοπτικά πάνελ, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στο βήμα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η δημόσια καταδίκη ενός προσώπου χωρίς αποδείξεις παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές, όπως το τεκμήριο της αθωότητας, και ενισχύει μια κουλτούρα πολιτικού κανιβαλισμού.

Η ευκολία με την οποία εκτοξεύονται κατηγορίες περί χρηματισμού οδηγεί, τελικά, στην απαξίωση ακόμη και των πραγματικών υποθέσεων διαφθοράς. Όταν όλα παρουσιάζονται ως σκάνδαλα, χωρίς διακρίσεις και χωρίς τεκμηρίωση, οι πολίτες δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν τις σοβαρές υποθέσεις από τις πολιτικές υπερβολές. Έτσι, η υπερβολή λειτουργεί εις βάρος της ίδιας της διαφάνειας και της λογοδοσίας.

Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαίο στοιχείο της δημοκρατίας. Η κριτική στις κυβερνητικές επιλογές, στις αποφάσεις και στις πολιτικές πρακτικές είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και απαραίτητη. Όμως, υπάρχει σαφής διαφορά ανάμεσα στη σκληρή πολιτική κριτική και στην αβάσιμη απόδοση ποινικών ή ηθικών ευθυνών.

Όταν ο δημόσιος λόγος εγκαταλείπει τα επιχειρήματα και καταφεύγει στις προσωπικές κατηγορίες χωρίς αποδείξεις και στοιχεία, η δημοκρατία δεν ενισχύεται, αλλά αποδυναμώνεται. Και τα αποτελέσματα θα είναι ολέθρια και το έχουμε δει στο παρελθόν.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version