Λίγο μετά τις τρεις τα ξημερώματα της 10ης Ιουλίου 1973, η ζέστη είχε αρχίσει επιτέλους να υποχωρεί στο ιστορικό κέντρο της Ρώμης. Στην Piazza Farnese, εκεί όπου οι τελευταίες παρέες προσπαθούσαν να παρατείνουν τη νύχτα στα σκαλιά των αναγεννησιακών κτιρίων και οι τουρίστες είχαν από ώρα χαθεί, ένας 16χρονος με μακριά κόκκινα μαλλιά και ξεκούμπωτο λινό πουκάμισο περπατούσε μόνος.
Εμφανισιακά ο Τζον Πολ Γκέτι Γ΄ δεν έμοιαζε με κληρονόμο μιας από τις πλέον εύπορες οικογένειες στον κόσμο. Θύμιζε περισσότερο έναν ακόμη συνηθισμένο νεαρό άνδρα της εποχής: γοητευμένο από τα κινήματα της εποχής, τους Rolling Stones και την ελευθεριότητα που υποσχόταν η Ρώμη των αρχών της δεκαετίας του ’70.
Είχε «παραστρατήσει» από τη σκιά της οικογένειάς του και προσπαθούσε να ανοίξει το βηματισμό του στη ζωή μακριά από το πατρογονικό όνομα που κουβαλούσε. Δεν πρόλαβε.
Εκείνη τη σημαδιακή νύχτα ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα του. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, άνδρες πετάχτηκαν έξω, τον ακινητοποίησαν, τον χτύπησαν και τον έσυραν στο πίσω κάθισμα. Όταν το όχημα εξαφανίστηκε στα στενά της ιταλικής πρωτεύουσας, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μόλις είχε αρχίσει μία από τις διασημότερες και τις πιο αγωνιώδεις υποθέσεις απαγωγής του 20ού αιώνα.

Οι δράστες πίστευαν ότι είχαν διαλέξει το ιδανικό θύμα. Δεν είχαν άδικο. Ο παππούς του παιδιού ήταν ο Τζον Πολ Γκέτι ο Πρεσβύτερος, ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο.
Ένας μεγιστάνας του πετρελαίου με περιουσία που υπολογιζόταν τότε σε περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο δολάρια – ποσό σχεδόν αδιανόητο για την εποχή. Για τους απαγωγείς, η εξίσωση της υπόθεσης έμοιαζε απλή: απαγωγή, λύτρα, πληρωμή και επιστροφή του θύματος.
Το ερώτημα που στοίχειωσε τους Γκέτι: Πόσο κοστίζει μια ανθρώπινη ζωή;
Όμως πολύ γρήγορα αποδείχτηκε ότι έσφαλαν. Δε γνώριζαν ότι ο παππούς του απαχθέντα, ο Τζον Πολ Γκέτι είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του αντιμετωπίζοντας τα πάντα ως οικονομική συναλλαγή. Επιχειρήσεις, γάμους, φιλίες, οικογένεια.
Για εκείνον, κάθε απόφαση είχε κόστος, το κόστος έπρεπε να δικαιολογείται και κάθε συναλλαγή όφειλε να αποφέρει κέρδος. Ακόμη και όταν το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης ήταν ο ίδιος του ο εγγονός.

Η απαγωγή του νεαρού Γκέτι δεν εξελίχθηκε απλώς σε μια αστυνομική ιστορία που συγκλόνισε τον κόσμο. Παραμένει έως σήμερα μια σκοτεινή παραβολή για την αξία του χρήματος και της ανθρώπινης ζωής. Για πέντε μήνες, οι εφημερίδες παρακολουθούσαν μια διαπραγμάτευση που έμοιαζε λιγότερο με προσπάθεια διάσωσης ενός παιδιού και περισσότερο με εχθρική εξαγορά μιας εταιρείας.
Στη μία πλευρά βρισκόταν η καλαβρέζικη μαφία, η οποία είχε μετατρέψει τις απαγωγές σε μια ιδιαίτερα επικερδή εγκληματική δραστηριότητα. Στην άλλη, ένας άνθρωπος που είχε χτίσει μια αυτοκρατορία αγοράζοντας περιουσιακά στοιχεία όταν όλοι οι υπόλοιποι αναγκάζονταν να πουλήσουν.

Και ανάμεσά τους, ένας έφηβος αλυσοδεμένος σε μια σπηλιά του Ασπρομόντε, ο οποίος πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι μεγαλύτερο πρόβλημα και από τους απαγωγείς του ήταν η ίδια του η οικογένεια.
Τζον Πολ Γκέτι Γ΄: Το παιδί που πλήρωσε το τίμημα μιας αυτοκρατορίας
Η ιστορία του Τζον Πολ Γκέτι Γ΄ δεν ξεκίνησε εκείνο το καλοκαίρι στη Ρώμη. Είχε πάρει τη ρότα της δεκαετίες νωρίτερα, τη στιγμή που ο παππούς του αποφάσισε ότι στον κόσμο υπάρχουν δύο μόνο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνοι που αγοράζουν και εκείνοι που είναι πρόθυμοι να εξαγοραστούν.
Ο Τζον Πολ Γκέτι ο πρεσβύτερος δε γαλουχήθηκε μέσα στον πλούτο, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς. Γεννήθηκε σε μια εποχή όπου το πετρέλαιο μόλις άρχιζε να μεταμορφώνει τον κόσμο και όπου η τύχη, η τόλμη και η αδίστακτη επιχειρηματική σκέψη μπορούσαν να μετατρέψουν έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας σε αυτοκράτορα.

Γεννήθηκε το 1892 στη Μινεάπολη της Μινεσότα, σε μια οικογένεια που δεν ανήκε στην αμερικανική οικονομική ελίτ. Ο πατέρας του, Τζορτζ Φράνκλιν Γκέτι, ήταν δικηγόρος που εγκατέλειψε τη νομική καριέρα για να στραφεί στην ανερχόμενη τότε βιομηχανία του πετρελαίου.
Ο νεαρός Τζον Πολ μεγάλωσε παρακολουθώντας από κοντά τη γέννηση μιας νέας εποχής. Το πετρέλαιο δεν ήταν απλώς ένα εμπόρευμα. Ήταν η πρώτη ύλη που κινούσε αυτοκίνητα και εργοστάσια, γεννούσε πολέμους και καθόριζε οικονομίες. Όποιος κατάφερνε να ελέγξει την παραγωγή και τη διακίνησή του, εκτός από χρήματα, αποκτούσε κάτι ακόμα πιο πολύτιμο: επιρροή.
Τζον Πολ Γκέτι: Ο άνθρωπος που μπορούσε να αγοράσει τα πάντα
Ο Γκέτι τα ήθελε και τα δύο. Από νεαρή ηλικία έδειξε μια ασυνήθιστη ικανότητα να εντοπίζει ευκαιρίες εκεί όπου οι περισσότεροι έβλεπαν μόνο ρίσκο. Δεν ήταν χαρισματικός ούτε εξωστρεφής, όπως άλλοι μεγιστάνες της εποχής. Ήταν ένας άνθρωπος των αριθμών, κάποιος που πίστευε ότι η επιτυχία δε βασίζεται στο ένστικτο αλλά στην υπομονή και στη σωστή στιγμή.
Και αυτή η σωστή στιγμή ήρθε πολλές φορές. Στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, όταν πολλές επιχειρήσεις κατέρρεαν και περιουσίες χάνονταν μέσα σε λίγες ημέρες, ο Γκέτι έκανε αυτό που θα γινόταν χαρακτηριστικό της επιχειρηματικής του φιλοσοφίας: αγόραζε.

Η στρατηγική του απέδωσε. Τις επόμενες δεκαετίες, η αυτοκρατορία του επεκτάθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Η εταιρεία του, η Getty Oil, έγινε ένας από τους σημαντικότερους ανεξάρτητους πετρελαϊκούς ομίλους στον κόσμο. Το 1957 το περιοδικό Fortune επισφράγισε την επιτυχία, δίνοντάς του το χρίσμα του πλουσιότερου Αμερικανού εν ζωή.
Το πρόβλημα ήταν ότι ο Γκέτι δεν απολάμβανε τον πλούτο του. Ναι, ακούγεται παράδοξο. Ενώ είχε δημιουργήσει μια περιουσία που του επέτρεπε να ζήσει οτιδήποτε, εκείνος συνέχιζε να σκέφτεται σαν κάποιος που φοβόταν ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τη χάσει.
Η φήμη του ως εξαιρετικά παραδόπιστου ανθρώπου δε δημιουργήθηκε από μία μόνο ιστορία. Σμιλεύτηκε μέσα από δεκάδες μικρές καθημερινές συμπεριφορές του που με τον χρόνο έγιναν σχεδόν θρύλος.
Για παράδειγμα, στην έπαυλή του, το Sutton Place στην Αγγλία, είχε εγκαταστήσει τηλέφωνα με κερματοδέκτες για τους επισκέπτες του, ώστε οι προσωπικές τους κλήσεις να μην επιβαρύνουν τον ίδιο. Αυτή η συμπεριφορά του για κάποιους αποτελούσε απόδειξη πειθαρχίας. Για άλλους ήταν απλώς η έκφραση μιας εμμονής.

Τι έλεγε ο ίδιος; Ότι η σπατάλη δεν ήταν θέμα μικρού ή μεγάλου ποσού αλλά νοοτροπίας.
Γκέτι: Μια δυσλειτουργική οικογένεια
Όσο ικανός ήταν στη διαχείριση της οικονομικής αυτοκρατορίας του, τόσο ανεπαρκής ήταν στη διαχείριση των προσωπικών του σχέσεων. Ο Γκέτι μπορούσε να διαχειρίζεται με εξαιρετική ακρίβεια δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά δυσκολευόταν να διαχειριστεί τις προσωπικές σχέσεις του – είχε παντρευτεί πέντε φορές και οι σχέσεις του με τους γιους του υπήρξαν συχνά δύσκολες και απόμακρες.
Ο τρίτος κατά ηλικιακή σειρά γιος του, Τζον Πολ Γκέτι Τζούνιορ, πατέρας του απαχθέντος αγοριού, υπήρξε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικογενειακής ρωγμής.
Ο νεότερος Γκέτι είχε προσπαθήσει να ακολουθήσει ένα δρόμο διαφορετικό από εκείνον που είχε προγράψει ο πατέρας του. Είχε ζήσει στην Ευρώπη, είχε ασχοληθεί με την τέχνη και την πολιτική, αλλά η ζωή του πήρε διαφορετική τροπή. Αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα εξάρτησης από ουσίες, γεγονός που τον άφησε ουσιαστικά ανίκανο να διαδραματίσει ενεργό ρόλο όταν ο γιος του εξαφανίστηκε.

Έτσι, όταν η είδηση της απαγωγής έφτασε στην οικογένεια, η κατάσταση ήταν σχεδόν σουρεαλιστική. Ο πατέρας που θα έπρεπε να ηγηθεί της προσπάθειας διάσωσης δεν ήταν σε θέση να το κάνει. Ο παππούς του ή αλλιώς ο άνθρωπος που είχε τη δύναμη να πληρώσει για την ελευθερία του έπρεπε προηγουμένως να υπολογίσει το δικό του οικονομικό όφελος με χαρτί και μολύβι.
Ο Τζον Πολ Γκέτι είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή χτίζοντας έναν κόσμο όπου τα πάντα μπορούσαν να αποτιμηθούν σε χρήματα. Το καλοκαίρι του 1973 θα αναγκαζόταν να απαντήσει στο πιο δύσκολο ερώτημα της ζωής του: Πόσο αξίζει ένας άνθρωπος; Και, κυρίως, πόσο αξίζει ένας άνθρωπος όταν στις φλέβες του κυλούσε το ίδιο του το αίμα;
17 εκατομμύρια για τον εγγονό του πλουσιότερου ανθρώπου
Όταν το αυτοκίνητο των απαγωγέων χάθηκε στους δρόμους της Ρώμης εκείνο το ξημέρωμα του Ιουλίου του 1973, εκείνοι πίστευαν πως είχαν ήδη εκτελέσει τη μισή δουλειά. Είχαν επιλέξει το θύμα τους, είχαν σχεδιάσει τη διαδρομή διαφυγής και είχαν αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα ζητούσαν τα λύτρα.
Αυτό που δεν είχαν υπολογίσει ήταν ότι η οικογένεια Γκέτι δε θα αντιδρούσε όπως περίμεναν.
Οι άνδρες που τον απήγαγαν ήταν συνδεδεμένοι με τη ‘Ndrangheta, την εγκληματική οργάνωση της Καλαβρίας που εκείνη την περίοδο άρχιζε να μεγεθύνεται από μια τοπική μαφία σε μια από τις ισχυρότερες εγκληματικές δομές της Ευρώπης.

Η Καλαβρία της δεκαετίας του 1970 ήταν μια περιοχή με οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και υψηλή ανεργία. Οι απαγωγές είχαν γίνει μια ιδιαίτερα προσοδοφόρα δραστηριότητα για ορισμένες οικογένειες της ‘Ndrangheta.
Μετά την απαγωγή, ο Πολ μεταφέρθηκε νότια, μακριά από το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της Ρώμης. Ο προορισμός του ήταν η ορεινή περιοχή του Ασπρομόντε, ένα δύσβατο τοπίο στη νότια Καλαβρία, γεμάτο φαράγγια, δάση και απομονωμένα σημεία που προσφέρονταν για κρυψώνες.
Εκεί ξεκίνησε η πραγματική του δοκιμασία. Ο 16χρονος, που μέχρι λίγες ημέρες πριν ζούσε τη ζωή ενός μποέμ εφήβου στους δρόμους της Ρώμης, βρέθηκε ξαφνικά αποκομμένος από τον κόσμο.
Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν, ποιοι ήταν οι άνθρωποι γύρω του ή αν θα επέστρεφε ποτέ στην ελευθερία.

Οι μήνες που ακολούθησαν θα άφηναν σημάδια που δε θα έσβηναν ποτέ. Αργότερα σε συνεντεύξεις του ο ίδιος θα περιέγραφε τον φόβο της απομόνωσης, το σκοτάδι, την αγωνία της αναμονής και την προσπάθειά του να κρατηθεί ψυχολογικά όρθιος.
Για να αντέξει, προσπαθούσε να δημιουργεί μικρές ρουτίνες. Μιλούσε στον εαυτό του, επαναλάμβανε τραγούδια, κοιτούσε το είδωλό του σε ένα κουτάλι, έτρωγε τα νύχια του και τα μάζευε σε ένα σπιρτόκουτο, προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή την αίσθηση ότι εξακολουθούσε να είναι άνθρωπος και όχι απλώς ένα αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Απαγωγή ή μήπως σκηνοθετημένη φάρσα;
Για την οικογένειά του η αβεβαιότητα είχε άλλη μορφή. Αρχικά, δεν ήταν βέβαιοι ότι η απαγωγή ήταν πραγματική. Και αυτή η αμφιβολία θα καθόριζε την εξέλιξη της υπόθεσης.
Ο Πολ δεν ήταν ένα συνηθισμένο παιδί. Είχε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου το χρήμα υπήρχε παντού, αλλά η οικογενειακή σταθερότητα απουσίαζε. Ζώντας στη Ρώμη, προσπαθούσε να επιβιώσει μόνος του και συνεπώς είχε ανάγκη από χρήματα.
Κάποια στιγμή μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρίες φίλων και ανθρώπων από το περιβάλλον του, είχε αστειευτεί ότι θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ακόμα και την απαγωγή του προκειμένου να αποσπάσει χρήματα από τον παππού του. Ήταν ένα μακάβριο αστείο.
Αλλά όταν λίγες ημέρες αργότερα έφτασαν τα πρώτα μηνύματα των απαγωγέων, η οικογένεια θυμήθηκε εκείνο το αστείο.

Η σκέψη ήταν αναπόφευκτη: Μήπως ο Πολ το είχε κάνει μόνος του; Μήπως προσπαθούσε να πιέσει τον παππού του; Μήπως η απαγωγή ήταν απάτη;
Η καχυποψία έδωσε στους απαγωγείς πολύτιμο χρόνο. Στις 29 Ιουλίου 1973 έστειλαν το πρώτο τους αίτημα: ζητούσαν 17 εκατομμύρια δολάρια για την απελευθέρωση του νεαρού Γκέτι. Το ποσό ήταν τεράστιο ακόμη και για μια τόσο εύπορη οικογένεια.
Ο Τζον Πολ Γκέτι δεν αντέδρασε όπως περίμεναν. Δεν πανικοβλήθηκε, δεν τρόμαξε, ούτε προσφέρθηκε να πληρώσει. Αντίθετα, αντιμετώπισε την απαγωγή με τον τρόπο που μεταχειριζόταν κάθε άλλη κρίση στη ζωή του: ως πρόβλημα στρατηγικής.
Η περίφημη δήλωσή του θα σφράγιζε τη δημόσια εικόνα του για πάντα: «Έχω 14 άλλα εγγόνια. Αν πληρώσω μία δεκάρα τώρα, σύντομα θα έχω 14 εγγόνια ομήρους». Η παραπάνω φράση συνόψισε την ψυχρότητά του.
Οι εβδομάδες περνούσαν. Ο Ιούλιος έγινε Αύγουστος. Ο Αύγουστος έγινε Σεπτέμβριος. Και ενώ ο κόσμος περίμενε μια λύση, ο νεαρός Γκέτι παρέμενε εξαφανισμένος.

Η ιστορία άρχισε να ξεφεύγει από τα όρια της οικογενειακής κρίσης και να ανάγεται σε διεθνές θέμα. Οι εφημερίδες κατέγραφαν κάθε εξέλιξη, οι ιταλικές αρχές πίεζαν για στοιχεία και η κοινή γνώμη άρχισε να στρέφεται εναντίον του ανθρώπου που μπορούσε να πληρώσει, αλλά επέλεγε να μην το κάνει.
Τότε οι απαγωγείς αποφάσισαν ότι η περίοδος χάριτος είχε τελειώσει. Και αποφάσισαν να στείλουν ένα μήνυμα που κανείς δεν θα μπορούσε να αγνοήσει. Ένα μήνυμα που θα προκαλούσε παγκόσμιο σοκ και αποτροπιασμό.
Το αυτί που έσπασε τη σιωπή
Τον Νοέμβριο του 1973, στα γραφεία της ιταλικής εφημερίδας Il Messaggero στη Ρώμη έφτασε – με χαρακτηριστική καθυστέρηση λόγω απεργίας των ιταλικών ταχυδρομείων – ένας φάκελος που περιείχε την απόδειξη ότι ο Τζον Πολ Γκέτι Γ΄ βρισκόταν ακόμη στα χέρια των απαγωγέων.
Μέσα υπήρχε μια τούφα από τα μαλλιά του και το κομμένο δεξί του αυτί. Οι απαγωγείς το είχαν κόψει αφού προηγουμένως του είχαν δώσει να καταναλώσει 5 μπριζόλες. Ο Γκέτι που ήξερε τι θα ακολουθούσε αφηγήθηκε αργότερα ότι προσπαθούσε να μασάει όσο πιο αργά μπορούσε.
Το συνοδευτικό μήνυμα ήταν μια απερίφραστη, ωμή προειδοποίηση: Αν τα χρήματα δεν παραδίδονταν, θα ακολουθούσαν και άλλα μέλη του σώματός του.

Η θεωρία ότι ο Πολ είχε σκηνοθετήσει την απαγωγή του κατέρρευσε οριστικά. Δεν υπήρχε πλέον χώρος για υποθέσεις. Υπήρχε μόνο ένα δεκαεξάχρονο αγόρι που είχε υποστεί ακρωτηριασμό.
Η εικόνα του πλουσιότερου ανθρώπου στον κόσμο απέκτησε μια νέα διάσταση. Ο Τζον Πολ Γκέτι δεν ήταν πλέον απλώς ο εκκεντρικός δισεκατομμυριούχος που αρνούνταν να πληρώσει. Έγινε στα μάτια πολλών το σύμβολο μιας ακραίας απάθειας: ενός ανθρώπου που είχε τη δυνατότητα να σώσει τον εγγονό του, αλλά συνέχιζε να διαπραγματεύεται.
Μετά την αποστολή του αυτιού, η διαπραγμάτευση μπήκε στην τελική της φάση. Οι απαγωγείς είχαν ζητήσει αρχικά 17 εκατομμύρια δολάρια. Μέσω των δικηγόρων του, ο δισεκατομμυριούχος άρχισε να πιέζει για μείωση. Η τελική συμφωνία διαμορφώθηκε τελικά στα 3 εκατομμύρια δολάρια.
Αλλά ακόμη και τότε, ο Γκέτι δεν υπέταξε τη λογική των αριθμών στο συναίσθημα. Κατέβαλε από την προσωπική του περιουσία 2,2 εκατομμύρια δολάρια — το μέγιστο ποσό που μπορούσε, σύμφωνα με τους συμβούλους του, να εκπέσει φορολογικά. Τα υπόλοιπα 800.000 δολάρια τα έδωσε ως δάνειο στον γιο του, τον πατέρα του Πολ, απαιτώντας έντοκη αποπληρωμή.

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1973, τα χρήματα παραδόθηκαν. Η περιπέτεια του Πολ Γκέτι Γ΄ πλησίαζε στο τέλος της. Όμως η ελευθερία του δε θα σήμαινε και την επιστροφή στην προηγούμενη ζωή του. Όταν οι απαγωγείς τον άφησαν ελεύθερο σε έναν δρόμο της νότιας Ιταλίας, ο κόσμος περίμενε τη συγκινητική στιγμή της επανένωσης.
Εκείνο που ακολούθησε ήταν κατά τι πιο περίπλοκο. Γιατί ο Πολ είχε επιστρέψει ζωντανός. Αλλά δε ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος.
Ελεύθερος αλλά μόνος
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Δεκεμβρίου 1973, ένα τηλεφώνημα έφτασε στην έπαυλη του πατριάρχη των Γκέτι. Ο Τζον Πολ Γκέτι Γ΄ είχε αφεθεί ελεύθερος.
Οι απαγωγείς τον είχαν εγκαταλείψει κοντά στη Λαούρια, στην περιοχή της Μπαζιλικάτα, στη νότια Ιταλία. Ήταν εξαντλημένος, μούσκεμα από τη βροχή, φοβισμένος και προπάντων αλλαγμένος.
Για περισσότερο από πέντε μήνες είχε ζήσει κάτω από τον έλεγχο και την απειλή ανθρώπων που αποφάσιζαν αν θα έτρωγε, αν θα κοιμόταν, αν θα έβλεπε ξανά το φως της ημέρας.

Η φωτογραφία του μετά την απελευθέρωσή κάνει οποιαδήποτε περιγραφή να ωχριά. Ο νεαρός με τα μακριά μαλλιά, που λίγους μήνες νωρίτερα κυκλοφορούσε στους δρόμους της Ρώμης σαν ένας ακόμη μποέμ έφηβος, είχε επιστρέψει ως ένας άνθρωπος που κουβαλούσε πια στο σώμα και τη μνήμη του τα σημάδια της βίας.
Οι δικοί του δεν έκαναν τίποτα για να τα επουλώσουν. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, όταν ο νεαρός προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον παππού του μετά την απελευθέρωσή του για να τον ευχαριστήσει, ο Τζον Πολ Γκέτι δεν έδειξε τη συναισθηματική αντίδραση που θα περίμενε κανείς.
Μάλιστα δεν του μίλησε καν ο ίδιος στο τηλέφωνο, αλλά χρησιμοποίησε ως φερέφωνο τον προσωπικό βοηθό του.
Ο Πολ προσπάθησε να συνεχίσει τη ζωή του. Ήθελε να αφήσει πίσω του την ταυτότητα του «απαχθέντος εγγονού του Γκέτι» και να βρει έναν νέο τρόπο να υπάρξει. Είχε γαλουχηθεί σε έναν κόσμο όπου το χρήμα μπορούσε να λύσει προβλήματα, αλλά δεν μπορούσε να θεραπεύσει πληγές.

Το 1974, σε συνέντευξή του στο περιοδικό Rolling Stone, μίλησε για την εμπειρία του. Περιέγραψε τον φόβο, την απομόνωση, τις στιγμές απελπισίας και τους τρόπους με τους οποίους προσπαθούσε να κρατήσει το μυαλό του ενεργό μέσα στην αβεβαιότητα.
Η λύτρωση που δεν ήρθε ποτέ
Ακόμα και οι δημόσιες εξομολογήσεις όμως δεν έφεραν τη λύτρωση. Ο Πολ Γκέτι στράφηκε στις ουσίες και σταδιακά η ζωή του άρχισε να καταρρέει.
Το 1981, σε ηλικία μόλις 25 ετών, κατέρρευσε μετά από χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ. Υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο του προκάλεσε μόνιμες βλάβες. Έμεινε παράλυτος, σχεδόν τυφλός και με σοβαρή δυσκολία στην ομιλία.

Ο νεαρός που κάποτε είχε γίνει το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο μιας υπόθεσης με οικουμενικό αντίκτυπο δεν μπορούσε πλέον να διηγηθεί ο ίδιος την ιστορία του.
Ο Τζον Πολ Γκέτι Γ΄ έζησε τα επόμενα χρόνια μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Πέθανε το 2011, σε ηλικία 54 ετών. Πίσω του άφησε μια ιστορία που ξεπερνούσε κατά πολύ μια υπόθεση απαγωγής. Ήταν μια ιστορία για τη σχέση ανάμεσα στον πλούτο και την ανθρώπινη αξία.
Ποια ήταν η πραγματική τραγωδία του Πολ Γκετί; Ότι χρειάστηκε να χάσει την ελευθερία του και τελικά τον ίδιο τον εαυτό του, για να αποδείξει το αυτονόητο: πως πίσω από το βαρύ επώνυμό του υπήρχε κάποτε ένας άνθρωπος.