«Κάποιος, λέω, θα με θυμάται»: Η Σαπφώ συναντά τις γυναίκες που δεν σίγησαν ποτέ

Τι μπορεί να συνδέει τη Σαπφώ, την Connie Converse, την Αρλέτα και τη Λένα Πλάτωνος; Η Κατερίνα Φωτεινάκη και η Θεοδώρα Ψυχογυιού απαντούν μέσα από μια παράσταση-συνομιλία για τις φωνές που χάνονται, επιστρέφουν και συνεχίζουν να φωτίζουν.

«Κάποιος, λέω, θα με θυμάται»: Η Σαπφώ συναντά τις γυναίκες που δεν σίγησαν ποτέ

Υπάρχουν φωνές που κατακτούν την ιστορία και άλλες που επιβιώνουν μέσα στις ρωγμές της. Φωνές που σώζονται αποσπασματικά και επιστρέφουν έπειτα από χρόνια σιωπής ή που ξανακούγονται χάρη σε μια ηχογράφηση, μια νέα ερμηνεία ή τη μνήμη κάποιων που αρνήθηκαν να τις αφήσει να χαθούν.

Με αφετηρία τη μορφή της Σαπφούς και ακολουθώντας ένα νήμα που διασχίζει αιώνες, η μουσικός Κατερίνα Φωτεινάκη και η πανεπιστημιακός  Θεοδώρα Ψυχογυιού παρουσιάζουν στην Πειραιώς 260 τη lecture-performance «Κάποιος, λέω, θα με θυμάται – Γυναικείες φωνές από την αρχαιότητα στο σήμερα». Πρόκειται για μια μουσική και θεωρητική περιπλάνηση ανάμεσα σε ποιήτριες, τραγουδοποιούς και δημιουργούς που άφησαν μικρά αλλά ανθεκτικά ίχνη στον χρόνο. Η παράσταση εντάσσεται στον κύκλου «Πυγολαμπίδες» του Φεστιβάλ Αθηνών, τον οποίο επιμελείται ο καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Δημήτρης Παπανικολάου, σε συνεργασία με την Ισαβέλλα-Δήμητρα Καρούτη.

Οι δύο δημιουργοί αποφεύγουν συνειδητά να αφηγηθούν μια ακόμη ιστορία γυναικείας δημιουργίας. Τις ενδιαφέρει περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο οι φωνές επιβιώνουν: μέσα από θραύσματα, χειρόγραφα, κασέτες, ηχογραφήσεις και νέες ερμηνείες. Η Σαπφώ, η Louise Labé, η Gertrude Stein, η Connie Converse, η Αρλέτα, η Αγγελική Ιωαννάτου και η Λένα Πλάτωνος μετατρέπονται σε «πυγολαμπίδες», δηλαδή σε μικρές φωτεινές παρουσίες που επιμένουν ακόμη και όταν απειλούνται από τη λήθη.

Λίγο πριν από την παρουσίαση της παράστασης, η Κατερίνα Φωτεινάκη και η Θεοδώρα Ψυχογυιού μιλούν στο ΒΗΜΑ για τις γυναικείες φωνές που τις συντρόφευσαν, για τη δυσκολία της ακρόασης στην εποχή της υπερπληροφόρησης, αλλά και για την ανάγκη να ξαναμάθουμε να προσέχουμε τις μικρές, εύθραυστες λάμψεις που εξακολουθούν να αντιστέκονται στον θόρυβο του κόσμου

Στην performance οι γυναικείες φωνές της αρχαιότητας συναντούν τις φωνές του σήμερα. Υπάρχει κάτι που τις ενοποιεί ανά τους αιώνες; Ποια είναι η σύσταση αυτού του νήματος;

Θεοδώρα Ψυχογυιού: Όταν ο Δημήτρης Παπανικολάου μάς προ(σ)κάλεσε να σκεφτούμε τις «Πυγολαμπίδες» του Παζολίνι και του Georges Didi-Huberman, συνειδητοποιήσαμε ότι υπήρχε ένα διαχρονικό νήμα που ένωνε πολλές από τις γυναικείες φωνές που αγαπάμε: μικρές φωτεινές παρουσίες που επιμένουν ακόμη κι όταν κινδυνεύουν να χαθούν. Αυτό που ενοποιεί όλες αυτές τις φωνές δεν είναι τόσο η «γυναικεία δημιουργία» ως κατηγορία, όσο ένας ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης της φωνής μέσα στον χρόνο.

Η κ. Ψυχογυιού επισημαίνει ότι αυτό που ενωποιοεί της γυναικείες φωνές της perfomance δεν είναι η γενική κατηγορία «γυναικεία δημιουργία» αλλά «ένας ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης της φωνής μέσα στον χρόνο».

Η Σαπφώ ήταν, αρχέτυπα και σε βάθος χρόνου, η αφετηρία μας, γιατί ενσαρκώνει ήδη αυτό το παράδοξο: μια από τις πιο εμβληματικές ποιητικές φωνές της αρχαιότητας, κι όμως το έργο της έφτασε σε εμάς σχεδόν μόνο μέσα από θραύσματα (αντίθετα από τους αντίστοιχους άνδρες ποιητές). Η φωνή της είναι ταυτόχρονα πανίσχυρη και εύθραυστη· παρούσα και απούσα. Μια μικρή λάμψη –μια πυγολαμπίδα– που επιβιώνει μέσα στους αιώνες.

«Μας ενδιέφεραν οι τρόποι με τους οποίους οι φωνές επιβιώνουν μέσα στον χρόνο», Κατερίνα Φωτεινάκη

Κατερίνα Φωτεινάκη: Οι γυναικείες φωνές που επιλέξαμε –η Louise Labé, η Gertrude Stein, η Connie Converse, η Αρλέτα, η Αγγελική Ιωαννάτου, η Λένα Πλάτωνος και άλλες– είναι όλες, με διαφορετικό τρόπο, τέτοιες πυγολαμπίδες: κάποιες λησμονήθηκαν, κάποιες ανακαλύφθηκαν πολύ αργότερα, κάποιες αναγνωρίστηκαν (και αναγνωρίζονται) μόνο εν μέρει. Όλες όμως συνέχισαν και συνεχίζουν κάπως να φωτίζουν, και να αντιστέκονται.

Δεν θελήσαμε να αφηγηθούμε μια ακόμη «ιστορία γυναικών δημιουργών». Όχι επειδή αυτή η ιστορία δεν αξίζει να ειπωθεί -κάθε άλλο- αλλά επειδή μας ενδιέφερε κάτι διαφορετικό: οι τρόποι με τους οποίους οι φωνές επιβιώνουν μέσα στον χρόνο.

Είναι μια διαδρομή από το θραύσμα στη φωνή και από τη φωνή στο τραγούδι. Μας ενδιαφέρει να δείξουμε πώς μια φωνή μπορεί να επιβιώνει μέσα από ένα ίχνος, ένα χειρόγραφο, μια κασέτα, μια ηχογράφηση, μια νέα ερμηνεία. Κάθε τραγούδι γίνεται ένας ακόμη κρίκος αυτής της αλυσίδας.

Ο τίτλος της παράστασης «Κάποιος, λέω, θα με θυμάται» συμπυκνώνει μια ταπεινή αλλά και συγκινητική ελπίδα, «όχι επειδή η φωνή δεν χάθηκε ποτέ, αλλά επειδή, κάθε φορά που κάποιος την ξανακούει, αυτή ανάβει ξανά σαν μια πυγολαμπίδα μέσα στο σκοτάδι», λέει στο ΒΗΜΑ η κ. Φωτεινάκη.

Γι’ αυτό και διαλέξαμε τον σαπφικό στίχο «Μνάσεσθαί τινά φαμι κα ὔστερον ἀμμέων» σαν το νήμα της παράστασης. Δεν δηλώνει τη βεβαιότητα της υστεροφημίας, ούτε το (τόσο αρσενικό) μνημείο του ήρωα. Είναι μια πιο ταπεινή αλλά και πιο συγκινητική ελπίδα: «Κάποιος, λέω, θα με θυμάται». Όχι επειδή η φωνή δεν χάθηκε ποτέ, αλλά επειδή, κάθε φορά που κάποιος την ξανακούει, αυτή ανάβει ξανά σαν μια πυγολαμπίδα μέσα στο σκοτάδι.

Οι «Πυγολαμπίδες» μιλούν για την ανθεκτικότητα και τη μικρή, επίμονη λάμψη απέναντι στο σκοτάδι. Ποιες είναι οι «πυγολαμπίδες» που σας συντρόφευσαν και σας συντροφεύουν;

Κ.Φ.: Είναι πολλές. Θα πω τις πρώτες τρεις που μου ήρθαν στο μυαλό.

Ο Μάνος Χατζιδάκις, τόσο για τη βαθιά ποιητική μουσική του όσο για την επιμονή του να ταρακουνά διαρκώς την ελληνική κοινωνία μέσα από τα γραπτά του και τα λεγόμενά του, αλλά και να στήνει δομές που προήγαγαν με τρόπο απαράμιλλο τις τέχνες και τον πολιτισμό.

Η Αγγελική Ιωαννάτου, που όταν δεν υπήρχε καν ακόμη το είδος «World Music» συνέθετε με μια κιθάρα υπέροχες μελοποιήσεις του Ελύτη, του Καρυωτάκη, του Καβάφη, ακόμα και της Σαπφούς και τις παρουσίαζε σε κατάμεστα θέατρα σε όλο τον κόσμο, σε ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν ούτε λέξη ελληνικά!

Η Παυλίνα Παμπούδη, που παράλληλα με το ανεξάντλητο συγγραφικό της έργο, διατελεί εδώ και 9 χρόνια εξίσου ανεξάντλητη αρχισυντάκτρια εβδομαδιαίου δωρεάν ηλεκτρονικού περιοδικού με κύρια θέματα την ποίηση και τη λογοτεχνία (www.periou.gr).

Θ.Ψ.: Συμφωνώ με την Κατερίνα ως προς τον Μάνο Χατζιδάκι: για τη συγκλονιστική και υψηλότατης αισθητικής μουσική του, αλλά και για την αδιαπραγμάτευτη αισθητική του και στάση του ως πολιτικό και καλλιτεχνικό ον. Μία φωτεινή παρουσία με φιλόδοξο και απαιτητικό όραμα για τη χώρα και το οποίο το έθεσε σε εφαρμογή με τεράστια ελευθερία, θάρρος και αποτελεσματικότητα. Ο δημόσιος λόγος του, ελεύθερος και ανιδιοτελής, μας έλειψε πολύ.

Η Marguerite Yourcenar, καθώς το έργο της με συγκινεί βαθιά, τόσο η ποίηση όσο και η πρόζα της· κρατώ ιδιαίτερα το Feux σαν μία από τις πιο πολύτιμες προσωπικές μου λάμψεις. Επίσης και για τον τόσο ποιητικό τρόπο που αφουγκράστηκε, μετέφρασε και μοιράστηκε με τους γαλλόφωνους αναγνώστες την αρχαία ελληνική λυρική ποίηση αλλά και τον Καβάφη.

«Αυτό που διακυβεύεται σήμερα δεν είναι μόνο η ακρόαση, αλλά η ίδια η προσοχή: να “μάθουμε να ακούμε”», Θεοδώρα Ψυχογυιού

Θα επιτρέψω στον εαυτό μου να προσθέσει μία ακόμη πυγολαμπίδα, που ευτυχώς είναι ακόμη δίπλα μας: την ίδια την Κατερίνα Φωτεινάκη. Για την πρωτοτυπία της μουσικής της γλώσσας, την αστείρευτη εφευρετικότητά της, τον εξαιρετικά πρωτότυπο και δεξιοτεχνικό τρόπο που αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται τη ρυθμική διάσταση της μουσικής και του λόγου, την απόλυτη ελευθερία με την οποία κινείται ανάμεσα στην ποίηση, τη φωνή, τον ρυθμό και το τραγούδι, και για τη σπάνια σκηνική της δύναμη.

Στην εποχή της ταχύτητας και της υπερπληροφόρησης, πώς μπορούμε να κάνουμε μια παύση και να μάθουμε ακούμε ξανά;

Κ.Φ.: Για μένα υπάρχουν δυο θέματα sine qua non:

  1. δραστικός περιορισμός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με επανοριοθέτηση του χρόνου, του χώρου και κυρίως του τρόπου που αυτά είναι μέσα στην καθημερινότητά μας.
  2. επιστροφή στο αναλογικό, στο χαρτί και το μολύβι, στο χειροπιαστό βιβλίο, στο ένα μοναδικό κομμάτι μουσικής που βάζουμε στο repeat όλη νύχτα «γιατί έτσι». Και φυσικά στις συναυλίες, στις γιορτές, τις πλατείες, τις παρέες, τα ανέλπιστα θαύματα που αν τα πιστέψεις τα βρίσκεις ξανά διαρκώς μπροστά σου.

Θ.Ψ.: Και εδώ θα συμφωνήσω με την Κατερίνα. Όπως για πολλές και πολλούς από εμάς, και εμένα η επαγγελματική μου δραστηριότητα και υποχρεώσεις μου επιβάλλουν έναν πραγματικό κορεσμό πληροφορίας, συνεχών ειδοποιήσεων, προσδοκιών για άμεση ανταπόκριση.

Τη δική μου ζωτική «ψηφιακή ανακωχή» και την εμπειρία μιας πιο συνειδητής ακρόασης τη βιώνω στην καθημερινότητα μου πρωτίστως όταν είμαι με τους φοιτητές και φοιτήτριές μου, σε μάθημα ή σεμινάριο, αλλά και, σε ένα εντελώς άλλο επίπεδο, παίζοντας τρομπόνι σε μια ερασιτεχνική ορχήστρα.

Καταλαβαίνω όμως σήμερα πόσο ανεπαρκής είναι αυτή η εμπειρία και χαρτογραφώ την ελπίδα να ξαναβρώ το νήμα που με συνδέει ακόμα πιο δυνατά με τον «πραγματικό κόσμο»: τη φύση, το σώμα μου μέσα σε αυτήν, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις, σε όλα τα επίπεδα. Όντως. Αυτό που διακυβεύεται σήμερα δεν είναι μόνο η ακρόαση, αλλά η ίδια η προσοχή: να «μάθουμε να ακούμε», η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε τις μικρές, εύθραυστες παρουσίες που αντιστέκονται ακόμη στον θόρυβο του κόσμου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version