Ριβιέρες για πάντα

Αιχμές από τον Γιώργο Βέλτσο.

Ριβιέρες για πάντα

Το έχει κι αυτό η γενικόλογη, εβδομαδιαία επιφυλλίδα σαν την σταχομαζώχτρα του Παπαδιαμάντη: μαζεύει σχόλια και ειδήσεις όλης της εβδομάδας, τα ανασυνθέτει με λίγο καλό γούστο και ιδού το “κομμάτι” της την ορισμένη μέρα, στην εφημερίδα – εφήμερη κι αυτή και, το απεύχομαι, σπάνιο είδος οσονούπω.

Γραφιάς είναι κάποιος που βλέπει τη ζωή από το γραφείο του με μολύβι και χαρτί εμπαίζοντας την ψηφιακή αντικειμενικότητα, τις Επιδαύρους και τις ριβιέρες της.

Αυτά τα αφήνει στον ζευγά, τις Πόρσε του και τα βόδια. Κάνουν κουμάντο: ένας στην πολιτική, τρεις στις μπίζνες, τρεις στον πολιτισμό, τρεις κι ο κούκος που είναι πάντα ο γραφιάς.

Πώς λοιπόν να μη σκεφτείς εκτός από τη θειά -Αχτίτσα στη Σκιάθο, και τη θεία από το Σικάγο στον Άλιμο του ’60; Και που έγινες και «Πρόγονος» μαζί με τον Αθανάσιο Διάκο και τον Κολοκοτρώνη στην ομώνυμη συγκινητική ταινία της Εύας Στεφανή, που σε προβάλλει σήμερα στο Φεστιβάλ, τί κατάλαβες; Απόγονος του εαυτού σου δεν κατάφερες να γίνεις.

Σ’ αυτή τη φρικαρισμένη κοινωνία που λίγο η ψευτο- προεκτεταμένη προεκλογική περίοδος, λίγο το Μουντιάλ, λίγο οι δημοσιολογούντες θεματολογικά περί Τσίπρα, και κλείσαμε.

Διότι όλο και ο Παυλόπουλος ως ποιητής θα μας αιφνιδιάζει με νέες συλλογές, όλο και ο Γεωργιάδης ως ιδεολόγος, και μάλιστα από την «Εφσυν», θα μας εξηγεί γιατί «πολεμάει την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς».

Όλο και ο Μητσοτάκης θα κουμπώνει αγέρωχος το σακάκι του στο κόκκινο χαλί κατεβαίνοντας από το Sommet, δείχνοντας στον Ανδρουλάκη πώς βάζει στη μέσα τσέπη του τη «θέση» της Ούρσουλα- χωρίς την Ούρσουλα.

Αν μάλιστα το “Posοkanei” το σακάκι του, εφαρμοστεί και για τα μεταξωτά βρακιά ή τις ομπρέλες της νέας αθηναϊκής μας Ριβιέρας, το μόνο που ίσως «παίξει» στον Τύπο το καλοκαίρι θα είναι οι γυναικοκτονίες, οι φωτιές, κάτι από συναυλίες στο Καλιμάρμαρο, ο θώκος, ο πισινός, ο μπροστινός και η «γαλάζια Πατρίδα».

Θα “παίξουν” βέβαια και οι συνεχείς εκπλήξεις από την ηθελημένη αμφισημία του Τραμπ που ξεκάθαρα (μας) “παίζει” με τα double bind του όπως οι σχιζοφρενείς. Ο ίδιος, προς το ραμολί μάλλον, και οι γυμνασμένοι ολιγάρχες του, με τον πόλεμο, εκτός από δισεκατομμύρια απέκτησαν και ριβιέρες.

Κι’ αναλογίζομαι, ο Μαρξ δεν θα αναγνώριζε την αντιστροφή: ότι πλέον ζούμε μια Ιστορία που επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως φάρσα και τη δεύτερη συμβαίνει ως τραγωδία;
Δεν θα το έβλεπε ξανά με την ιστορία της Παλαιστίνης;

Το σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ για τη «Ριβιέρα της Μέσης Ανατολής» στη Λωρίδα της Γάζας, που προβλέπει τη μετατροπή της σε τουριστικό και οικονομικό κέντρο με την παράλληλη «εθελοντική» μετεγκατάσταση -ή «εθελοντική» αποχώρηση- του παλαιστινιακού πληθυσμού, προαναγγέλλει το αντίστοιχο σχέδιο για τα Στενά του Ορμούζ, αφού προηγουμένως η κόρη του με τον γαμπρό του σχεδιάζουν Ριβιέρα και στην Αλβανία με τις ευλογίες του Ράμα.

Αλλά και η δική μας Ριβιέρα στο Ελληνικό, με τις ευλογίες της Κυβέρνησης και την ευεργετική της, πρόσφατη πρωτοβουλία για την επικήρυξη των λαγοκέφαλων, δεν είναι το άκρον-άωτον του γελοίου;

Το απέραντο ξενοδοχείο που γίνεται ο κόσμος ,οι ριβιέρες ως νεκροταφείο της της Φύσης- είναι το σχέδιο των ολιγαρχών απογόνων του νεοφιλελευθερισμού με τις επενδύσεις τους σε πολυτελή καταφύγια που προετοιμάζονται όχι ακριβώς στη Ριβιέρα, αλλά κάτω από τη θάλασσα.

Η Φύση ως εμπόρευμα, η μεταφυτευμένη φοινικιά δηλαδή, δείχνει εκείνο το μαρξικό “άλλο αντί άλλου” του εμπορεύματος. Ενός αισθητού πράγματος που μετατρέπεται σε υπεραισθητό προς πώληση (η Κίμπερλι Γκιλφόϊλ κάτω από τις φοινικιές του “Νάμμος” ).

Να υποθέσω ότι εκτός από τον εκτρωματικό πύργο της Lamda Development στο Ελληνικό, θα έχει προβλεφθεί και πολυώροφο μπούνκερ που θα στεγάζει τους δικούς μας φοβισμένους και την ισραηλινή ελίτ του χρήματος που ήδη έχει προαγοράσει;

Να το σκεφτώ μαζί με τον όμηρο συμπολίτη μου που πληρώνει ακριβά τις αμμουδιές του Ομήρου του.

Τις περι-φράζουν οι Development όταν περι-φραστικά δεν παρεμβαίνουν οι μπράβοι.

Θρηνώ με τον Παζολίνι για τις πυγολαμπίδες που εξαφανίστηκαν και από τους κήπους ταπεινών μονοκατοικιών στο δικό μας Καλαμάκι.

Ε’ λοιπόν; Και αυτή η “νοσταλγία” δεν είναι επίσης κατασκεύασμα του ψηφιακού καπιταλισμού ώστε να κρατά το παρελθόν τεχνητά ζωντανό στο παρόν, εμποδίζοντας τα πράγματα να τελειώσουν, ή επιτρέποντας, για να πουληθούν, να διαφημίζονται με “νοσταλγικό τρόπο” σαν την μπύρα Μάμος ή την Φαίη Σκορδά;

“Καταφύγια” ζητά ο καπιταλισμός.Φωτινά λαγούμια, Μολ, Δελφινάρια, ψυχολογικά ή σωματικά κάγκελα μέσω ενός “παντοτινισμόυ” από τον οποίο δεν γλύτωσε ούτε ή “Μήδεια” του Τσαρούχη προχθές στην Επίδαυρο.

Αυτή όμως η πονηρή βιομηχανία «καταφυγίων» που χρηματοδοτείται επισήμως (η Αμερικανική Κυβέρνηση έχτισε στη Δυτική Βιρτζίνια, για να φιλοξενήσει 535 μέλη του Κογκρέσου ) , αναζητά καταναλωτές, ή εκτάσεις απείρου κάλλους

Στους πολιτικούς, εις τας διαταγάς των δικών μας Big, και των “Big Six”, επαφίεται η κατασκευή τους.

Δες στις κόρες των ματιών τους πώς συσσωρεύται εκείνο το “αληθινό μακάριο φως καλής διάθεσης – όταν δεν πρόκειται για το πονηρό, συνωμοτικό φως της ευστροφίας και της πονηριάς” που είδε ο Παζολίνι στα μάτια του Αντρεότι.

Η ιστορία με τη Λωρίδα της Γάζας – περιζήτητης Ριβιέρας έχει συμβεί συγχρόνως και ως φάρσα και ως τραγωδία. Για την υπόθεση της Σάμπρα και της Σατίλα, τότε, ο Αραφάτ είχε πει μια μόνο λέξη για τις ψεύτικες δεσμεύσεις που αθετήθηκαν: ντροπή!

Ποιός σύμμαχος του Τραμπ θα του πεί κατάμουτρα το ίδιο; Ο Μακρόν, ή ο Μητσοτάκης; Ή ο Τσίπρας, τότε, με το συλλεκτικό εκείνο το : “Μοιάζει διαβολικός αλλά είναι για καλό”.

Στο προκείμενό τώρα. Αναρτώ εδώ το πάντα επίκαιρο κείμενο του Ντελέζ στην “Revue d’ Études Palestiniennes (τχ. 10, 1984)” με τίτλο «Το μεγαλείο του Γιάσερ Αραφάτ», το οποίο, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Κωνσταντίνο Μπουντά, περιλαμβάνεται στον πολύτιμο τόμο: “Δύο καθεστώτα τρελών – Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Εκκρεμές”.

Δεν θα μπορούσα να μην το παραθέσω σαν “μνημόνιο” για την εύθραυστη εκεχειρία μου στον πόλεμο της μνήμης μου με τον εαυτό της.

Γράφει ο Ντελέζ:

»Μας λένε πως δεν είναι γενοκτονία. Κι όμως, είναι μια ιστορία που, από την αρχή, περιλαμβάνει πολλά Οραντούρ. Η σιωνιστική τρομοκρατία δεν στρεφόταν μόνο εναντίον των Άγγλων, αλλά και εναντίον των αραβικών χωριών που έπρεπε να εξαφανιστούν. Η Ιργκούν ενεργοποιήθηκε πολύ στην υπόθεση αυτή (Ντέιρ Γιασίν). Απ’ άκρη σ’ άκρη, η κατάσταση εξελισσόταν όχι μόνο σαν ο παλαιστινιακός λαός να μην έπρεπε να υπάρξει, αλλά σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Τα αποτελέσματα ήταν σαν αυτά που οι ίδιοι οι Εβραίοι υπέφεραν στη μεγαλύτερη γενοκτονία της ιστορίας. Αυτή τη γενοκτονία, οι σιωνιστές την ανήγαγαν στο απόλυτο κακό. Αλλά το να μετατρέπεις τη μεγαλύτερη γενοκτονία της ιστορίας σε απόλυτο κακό είναι ένα θρησκευτικό και μυστικιστικό όραμα, όχι ιστορικό. Δεν σταματάει το κακό· αντιθέτως το εξαπλώνει, το επιρρίπτει σε άλλους αθώους, κάνει αυτούς τους άλλους να υφίστανται μερικά από τα δεινά που οι Εβραίοι υπέστησαν: τον διωγμό, τα γκέτο, την εξαφάνιση ενός λαού. Με λιγότερο ψυχρά μέσα από τη γενοκτονία, καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα.

Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη χρωστούσαν αποζημήμες στους Εβραίους και τους αποπλήρωσαν με έναν λαό για τον οποίο, το λιγότερο που μπορεί κανείς να πει, είναι ότι ήταν εντελώς αθώος μπροστά σε κάθε ολοκαύτωμα ‒ δεν είχε καν ακούσει γι’ αυτό. Είναι σε αυτό το σημείο που το τερατώδες αρχίζει μαζί με τη βία. Ο σιωνισμός, και κατόπιν το κράτος του Ισραήλ, απαιτούν από τους Παλαιστίνιους να το αναγνωρίσουν με βάση το δίκαιο. Αλλά εκείνο, το κράτος του Ισραήλ, θα εξακολουθεί να αρνείται ακόμα και το γεγονός της ύπαρξης ενός παλαιστινιακού λαού. Δεν γίνεται ποτέ λόγος για Παλαιστίνιους, αλλά για Άραβες της Παλαιστίνης, σαν να βρέθηκαν εκεί κατά τύχη ή από σφάλμα. Και αργότερα, θα συμπεριφερθούν σαν οι διωγμένοι Παλαιστίνιοι να έρχονταν απέξω· δεν θα γίνεται καθόλου λόγος για τον πρώτο πόλεμο αντίστασης, που τον έκαναν εντελώς μόνοι τους. Θα τους παρουσιάσουν ως απογόνους του Χίτλερ, μια και δεν αναγνωρίζουν το δίκαιο του Ισραήλ. Αλλά το Ισραήλ κρατάει το δικαίωμα να αρνείται το γεγονός της ύπαρξής τους.

Εδώ αρχίζει κάτι το πλασματικό, που θα απλωθεί όλο και περισσότερο και θα βαρύνει τους ώμους όλων αυτών που θα υποστηρίξουν την παλαιστινιακή υπόθεση. Αυτό το παραμύθι, αυτό το στοίχημα του Ισραήλ, επρόκειτο να χαρακτηρίσει ως αντισημίτες όλους όσοι αμφισβητούν τα γεγονότα και τις πράξεις του σιωνιστικού κράτους. Αυτή η διαδικασία πηγάζει από την ψυχρή πολιτική του Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων.

Το Ισραήλ δεν έκρυψε ποτέ τον σκοπό του: να δημιουργήσει το κενό μέσα στον παλαιστινιακό χώρο. Ή, ακόμα καλύτερα, να συμπεριφέρεται σαν ο παλαιστινιακός χώρος να ήταν άδειος, προορισμένος από πάντα για τους σιωνιστές. Επρόκειτο φυσικά για αποικισμό, αλλά όχι με την έννοια του 19ου αιώνα: δεν θα εκμεταλλευτούμε τους κατοίκους αυτής της περιοχής, αλλά θα τους κάνουμε να φύγουν. Αυτοί που θα έμεναν δεν θα αποτελούσαν εργατικά χέρια εξαρτημένα από τη γη, αλλά εργατικά χέρια μετακινούμενα και αποκομμένα, σαν μετανάστες ριγμένοι στο γκέτο. Από την αρχή πρόκειται για αγορά γης, υπό τον όρο ότι η γη θα είναι άδεια από κατοίκους ή θα μπορεί να αδειάσει. Πρόκειται για γενοκτονία, αλλά σε αυτήν η φυσική εξόντωση είναι συνδεδεμένη με τη γεωγραφική εκκένωση. Όντας γενικά «μόνο Άραβες», οι επιζήσαντες Παλαιστίνιοι οφείλουν να πάνε να συγχωνευτούν με τους άλλους Άραβες. Η φυσική εξόντωση, είτε έχει ανατεθεί σε μισθοφόρους είτε όχι, είναι εντελώς παρούσα. Αλλά, μας λένε, δεν είναι γενοκτονία, αφού δεν αποτελεί την «τελική λύση»: πράγματι, είναι ένα μέσο ανάμεσα σε άλλα.

Η συμπαιγνία των ΗΠΑ με το Ισραήλ δεν στηρίζεται μόνο στην ισχύ του σιωνιστικού λόμπι. Ο Ελίας Σανμπάρ έδειξε καθαρά πώς οι ΗΠΑ ξαναβρήκαν στο Ισραήλ μια πτυχή της δικής τους ιστορίας: την εξόντωση των Ινδιάνων, η οποία και στη δική τους περίπτωση ήταν μόνο εν μέρει καθαυτό φυσική. Σκοπός ήταν να δημιουργηθεί το κενό, σαν να μην υπήρξαν ποτέ Ινδιάνοι, εκτός από το γκέτο που θα έφτιαχνε ένα σωρό «μετανάστες εκ των ένδον». Από πολλές απόψεις, οι Παλαιστίνιοι είναι οι νέοι Ινδιάνοι, οι Ινδιάνοι του Ισραήλ.

Η μαρξιστική ανάλυση δείχνει τις δύο συμπληρωματικές κινήσεις του καπιταλισμού: τη διαρκή επιβολή ορίων, στο εσωτερικό των οποίων ο καπιταλισμός διαφεντεύει και εκμεταλλεύεται το σύστημά του· και την υπέρβαση, την απόκρουση των ορίων του διαρκώς, προκειμένου να ξαναρχίσει πιο μακριά ή πιο βαθιά την εδραίωσή του. Η απόκρουση των ορίων ήταν η πράξη του αμερικανικού καπιταλισμού, του αμερικανικού ονείρου, που υιοθετήθηκε από το Ισραήλ: το όνειρο του Μεγάλου Ισραήλ, πάνω σε αραβική γη και σε αραβικές πλάτες.

Πώς ο παλαιστινιακός λαός μπόρεσε να αντισταθεί και αντιστέκεται; Πώς από λαός μονογραμμικών γενεαλογικών συγγενειών έγινε οπλισμένο έθνος; Πώς απέκτησε μια οργάνωση που όχι μόνο τον εκπροσωπεί, αλλά τον ενσαρκώνει, χωρίς χώρο και κράτος; Χρειάστηκε μια μεγάλη ιστορική προσωπικότητα, για την οποία, από δυτική άποψη, έλεγαν πως έβγαινε από τον Σαίξπηρ ‒ κι αυτός ήταν ο Αραφάτ. Δεν ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία (οι Γάλλοι μπορούν να σκεφτούν την Ελεύθερη Γαλλία, με τη μόνη διαφορά ότι εκείνη είχε στην αρχή λιγότερη λαϊκή βάση). Και αυτό που επίσης δεν συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία είναι όλες οι ευκαιρίες στις οποίες μια λύση, ένα στοιχείο λύσης ήταν δυνατό [possible], και οι Ισραηλινοί εσκεμμένα και συνειδητά το κατέστρεψαν. Επέμειναν στη θρησκευτική τους τοποθέτηση, να αρνούνται όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και το γεγονός της ύπαρξης των Παλαιστινίων. Ξεπλένονταν από τη δική τους τρομοκρατία, χαρακτηρίζοντας τους Παλαιστίνιους ως τρομοκράτες που έρχονταν απέξω.

Και ακριβώς επειδή οι Παλαιστίνιοι δεν ήταν αυτό, αλλά ένας ιδιαίτερος λαός, διαφορετικός από τους άλλους Άραβες (όπως οι Ευρωπαίοι μπορούν να διαφέρουν μεταξύ τους), δεν μπορούσαν να έχουν από τα αραβικά κράτη τίποτε άλλο εκτός από μια διφορούμενη βοήθεια, η οποία καμιά φορά μετατρεπόταν σε εχθρότητα και εξόντωση, όταν το παλαιστινιακό μοντέλο γινόταν γι’ αυτά επικίνδυνο. Οι Παλαιστίνιοι έχουν διασχίσει όλους αυτούς τους κολασμένους κύκλους της ιστορίας: την αποτυχία των λύσεων κάθε φορά που ήταν δυνατές, τις χειρότερες μεταστροφές συμμαχιών που τις πλήρωναν οι ίδιοι, και τις πιο επίσημες υποσχέσεις που δεν υλοποιήθηκαν. Και με όλα αυτά, η αντίστασή τους έπρεπε να τραφεί.

Μπορεί ένας από τους σκοπούς των σφαγών της Σάμπρα και της Σατίλα να ήταν να παραμεριστεί ο Αραφάτ. Δεν συμφωνούσε με την αναχώρηση των μαχητών, η δύναμη των οποίων παρέμενε ακέραιη, παρά μόνο υπό τον όρο ότι η ασφάλεια των οικογενειών τους θα ήταν απόλυτα εγγυημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κι ακόμα από το Ισραήλ. Μετά τις σφαγές, δεν υπήρχε άλλη λέξη από την «ντροπή». Εάν η κρίση που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα, σε λίγο ή πολύ χρόνο, είτε μια ένταξη μέσα σε ένα αραβικό κράτος είτε τη διάλυση μέσα στον μουσουλμανικό φονταμενταλισμό, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο παλαιστινιακός λαός έχει τελειωτικά χαθεί. Αλλά θα ήταν μέσα σε τέτοιες συνθήκες που ο κόσμος, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ακόμα θα λυπούνταν για τις χαμένες ευκαιρίες, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που παραμένουν δυνατές ακόμα σήμερα. Στην υπερφίαλη διακήρυξη του Ισραήλ «Δεν είμαστε ένας λαός σαν τους άλλους», δεν έπαψε να απαντά η παλαιστινιακή κραυγή, αυτή που επικαλούνταν το πρώτο τεύχος της Revue d’Études Palestiniennes: «Είμαστε ένας λαός σαν τους άλλους, αυτό μόνο θέλουμε».

Κάνοντας τον τρομοκρατικό πόλεμο του Λιβάνου, το Ισραήλ πίστεψε ότι εξάλειφε την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) και υπονόμευε την υποστήριξη του παλαιστινιακού λαού, που είχε ήδη χάσει τη γη του. Και ίσως να είχε πετύχει, εφόσον στην περικυκλωμένη Τρίπολη υπάρχει μόνο η φυσική παρουσία του Αραφάτ και των δικών του, στο μοναχικό τους μεγαλείο. Αλλά ο παλαιστινιακός λαός δεν θα χάσει την ταυτότητά του χωρίς να ξεκινήσει στη θέση της μια διπλή τρομοκρατία, κράτους και θρησκείας, που θα κερδίσει από τον αφανισμό του και θα καταστήσει αδύνατη κάθε ειρηνική συνεννόηση με το Ισραήλ.

Από τον πόλεμο του Λιβάνου, το ίδιο το Ισραήλ δεν θα βγει μόνο ηθικά διχασμένο και οικονομικά αποδιοργανωμένο· θα βρεθεί μπροστά στην ανεστραμμένη εικόνα της δικής του έλλειψης ανοχής. Μια πολιτική λύση, μια ειρηνική διευθέτηση δεν είναι δυνατή χωρίς μια ανεξάρτητη ΟΑΠ, που δεν θα έχει εξαφανιστεί μέσα σε ένα ήδη υπάρχον κράτος και δεν θα είναι αφομοιωμένη μέσα στα διάφορα ισλαμικά κινήματα. Μια εξαφάνιση της ΟΑΠ θα ήταν μόνο η νίκη τυφλών πολεμικών δυνάμεων, αδιάφορων για την επιβίωση του παλαιστινιακού λαού.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version