«Πέφτουν» έξω οι δημοσκοπήσεις;

Οι δημοσκοπήσεις ως εργαλείο της στατιστικής, βασίζονται σε πιθανότητες και δεν παράγουν βεβαιότητες.

«Πέφτουν» έξω οι δημοσκοπήσεις;

Η συζήτηση για την εγκυρότητα των μετρήσεων είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο και οι μετρήσεις. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά διεθνώς.

Η πρώτη μεγάλη αστοχία σημειώθηκε στην πατρίδα των δημοσκοπήσεων, τις ΗΠΑ. Και υπεύθυνος  για αυτήν ήταν ο πατριάρχης των γκάλοπ – ο Τζορτζ Γκάλοπ (George Gallup). Στις προεδρικές εκλογές του 1948 εκτίμησε ότι ο τότε πρόεδρος Χάρυ Τρούμαν θα ηττηθεί, αλλά τελικώς επανεξελέγη. Η αστοχία του είχε αιτία: σταμάτησε να μετρά την πρόθεση ψήφου τρεις εβδομάδες πριν τις κάλπες…

Από τη σύντομη αυτή ιστορία προκύπτουν δύο συμπεράσματα.

Πρώτον η πρόθεση ψήφου δεν αποτελεί ψήφο. Στην πορεία προς την κάλπη μπορεί να μεταβληθεί. Δεν είναι άλλωστε βέβαιο πως οι αναποφάσιστοι θα ψηφίσουν όπως οι αποφασισμένοι, αν και για να ανατραπεί το προβάδισμα ενός κόμματος που προηγείται χρειάζεται η απόσταση από το δεύτερο να είναι οριακή.

Δεύτερον είναι απαραίτητο κανείς να καταγράφει την πρόθεση ψήφου έως και την τελευταία μέρα της προεκλογικής περιόδου. Και με αυτήν να συγκρίνει τελικώς το εκλογικό αποτέλεσμα.

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι οι έρευνες γνώμης πολύ πριν τις εκλογές είναι άνευ σημασίας. Κάθε άλλο.

Λέγεται συχνά ότι μια δημοσκόπηση είναι η «φωτογραφία της στιγμής». Στην πράξη όμως κάθε εταιρεία δημοσκοπήσεων δημοσιεύει τουλάχιστον μία έρευνα το μήνα. Σε χώρες όπως η Βρετανία ίσως και περισσότερες από μία. Συνεπώς στη διάρκεια ενός έτους ή μιας τετραετίας, αθροίζονται πολλές «φωτογραφίες της στιγμής» που αν τεθούν η μία δίπλα στην άλλη δημιουργούν ένα «φιλμ» δημοσκοπικών τάσεων. Έτσι μπορεί να διαπιστωθεί η εκλογική επιρροή των κομμάτων σε βάθος χρόνου: άλλα κινούνται ανοδικά, άλλα  καθοδικά ενώ άλλα παραμένουν στάσιμα.

Από την εποχή του Γκάλοπ πάντως και μετά, οι περιπτώσεις μεγάλων αποκλίσεων ανάμεσα σε προεκλογικές έρευνες και εκλογικά αποτελέσματα ήταν διεθνώς σχετικά σπάνιες.

Πιο έντονα επανήλθε η συζήτηση στις βρετανικές εκλογές του 2015, το δημοψήφισμα για το Brexit το 2016 και την πρώτη εκλογή Τραμπ την ίδια χρονιά. Και πάλι όμως δεν εντόπιζαν όλες οι εταιρείες τις ίδιες τάσεις. Στις βρετανικές κάλπες που επικράτησαν οι Συντηρητικοί, οι δημοσκοπήσεις ήταν μοιρασμένες ανάμεσα στους Τόρηδες και τους Εργατικούς. Σχεδόν παρόμοια ήταν η εικόνα και στο δημοψήφισμα που ακολούθησε λαμβάνοντας υπόψη τις έρευνες που δημοσιεύθηκαν λίγο πριν την κάλπη. Το αποτέλεσμα άλλωστε υπέρ του Brexit ήταν οριακό  (51,9% έναντι 48,1%).

Στην Ελλάδα η γενική εικόνα είναι συγκριτικά και διαχρονικά καλύτερη.

Από τα μέσα του 1980, οπότε και δημοσιεύονται πιο συστηματικά δημοσκοπήσεις, όποιο κόμμα προηγείται στην έναρξη της επίσημης προεκλογικής περιόδου, τερματίζει πρώτο και στην κάλπη. Το ίδιο ισχύει κατά κανόνα και για τη σειρά κατάταξης των κομμάτων.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι εκλογές κρίνονται πολύ πριν τις εκλογές. Τα μεγάλα ρεύματα ή οι ισχυρές εκλογικές τάσεις διαμορφώνονται αρκετό καιρό πριν. Άρα και οι αναποφάσιστοι ψηφίζουν συχνά όπως και οι αποφασισμένοι. Για παράδειγμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 όσοι αποφάσισαν για την ψήφο τους την τελευταία εβδομάδα, επέλεξαν κυρίως το ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος επανεξελέγη. Ωστόσο ακόμα κι όταν οι αναποφάσιστοι επιλέγουν διαφορετικά, οι συσχετισμοί δεν μεταβάλλονται ριζικά. Στις εκλογές του Ιουλίου 2019, παρότι οι περισσότεροι από όσους αποφάσισαν την τελευταία εβδομάδα στράφηκαν και πάλι στο ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ τελικώς επικράτησε.

Αστοχίες βεβαίως έχουν παρατηρηθεί και στην Ελλάδα όπως στο δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους καθώς και σε εκείνες του Μαΐου 2023. Ωστόσο και σε αυτές ακόμα τις περιπτώσεις, το σφάλμα δεν αφορούσε τον τελικό νικητή και τη σειρά κατάταξης αλλά τη διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος ή (όπως στο δημοψήφισμα) πρώτης και δεύτερης επιλογής. Η ουσία επομένως δεν άλλαξε.

Οι αποκλίσεις πάντως έστω και στην εκλογική απόσταση των κομμάτων ή επιλογών χρήζουν ερμηνείας.

Άλλοτε οι αιτίες είναι ειδικού τύπου. Για παράδειγμα, δημοψηφίσματα διεξάγονται στην χώρα σπάνια – άρα δεν υπάρχουν επαρκή δημοσκοπικά δεδομένα σε βάθος χρόνου που να βοηθούν την ανάλυση. Το Σεπτεμβρίου 2015 επίσης, διαψεύστηκαν οι παραδοχές σχετικά με το ύψος  της αποχής. Θεωρήθηκε σωστά ότι θα ήταν γενικώς αυξημένη αλλά θεωρήθηκε λανθασμένα ότι θα αφορούσε κυρίως αντιμνημονιακούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.

Τελικώς η αποχή που σημειώθηκε έπληξε πολύ περισσότερο τη ΝΔ από την τότε κυβέρνηση Τσίπρα. Επιπλέον δυσκολία συνιστά και η αδυναμία αρκετών ψηφοφόρων να θυμηθούν τι ψήφισαν στις προηγούμενες κάλπες. Κάτι που δυσκολεύει τον έλεγχο της αντιπροσωπευτικότητας του δημοσκοπικού δείγματος ως προς την κομματική προέλευση των ερωτώμενων.  Ιδίως όταν οι μετρήσεις διεξάγονται σε περιβάλλον έντονης πολιτικής ρευστότητας.

Υπάρχουν όμως και αιτίες γενικού τύπου που σχετίζονται με τις προσδοκίες που υπάρχουν από τις μετρήσεις και τον τρόπο που αυτές αναλύονται.

Διότι οι δημοσκοπήσεις ως εργαλείο της στατιστικής, βασίζονται σε πιθανότητες και δεν παράγουν βεβαιότητες. Για αυτό άλλωστε και τα ποσοστά των κομμάτων υπόκεινται σε στατιστικό σφάλμα – συνήθως +/-3%. Όταν π.χ. σε μια μέτρηση, ένα κόμμα λαμβάνει 30%, τότε η δημοσκοπική του δύναμη κυμαίνεται μεταξύ 27% και 33% – με το 30% να είναι η μέση τιμή. Επίσης όσο μικρότερο είναι το ποσοστό ενός κόμματος, τόσο μικρότερο είναι και το στατιστικό σφάλμα. Αν π.χ. ένα κόμμα λαμβάνει 10%, το αντίστοιχο σφάλμα είναι περίπου +/-2% – άρα η διακύμανση του θα είναι μεταξύ 8% και 12%. Συνεπώς για να διαπιστωθεί ο βαθμός εγκυρότητας μιας μέτρησης, είναι πιο χρήσιμο η σύγκριση της εκλογικής επίδοσης ενός κόμματος να γίνεται με τη συνολική διακύμανση του ποσοστού του.

Το ίδιο ισχύει και για το δείκτη της εκτίμησης ψήφου. Πρόκειται για τον υπολογισμό της εκλογικής επιρροής των κομμάτων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αναποφάσιστοι καθώς και όσοι επιλέγουν λευκό, άκυρο και αποχή. Συνιστά διεθνή πρακτική και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως για παράδειγμα η Αγγλία η Γαλλία και η Γερμανία, συνήθως προβάλλεται ως ο βασικός δημοσκοπικός δείκτης (ακόμα και με τη χρήση μόνο ακέραιων αριθμών χωρίς δεκαδικά ψηφία). Αφενός γιατί στις εκλογές δεν υπάρχουν αναποφάσιστοι και δεν είναι βέβαιο πως όσοι το δηλώνουν δημοσκοπικά θα προσέλθουν τελικώς στην κάλπη. Αφετέρου επειδή η εκτίμηση ψήφου αντιστοιχεί σε κοινοβουλευτικές έδρες που προσδιορίζουν το πλαίσιο σχηματισμού κυβέρνησης.

Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης στο Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version