Τι έγινε σήμερα ο θυμός των αγανακτισμένων;

Η πλατεία έγινε τόπος συνάντησης, διαφωνίας, ελπίδας, θυμού.Ίσως γι' αυτό οι πλατείες είχαν τόσο μεγάλη ψυχολογική σημασία. Δεν ήταν απλώς χώροι διαμαρτυρίας. Μια κοινή αφήγηση για την οδύνη εξημέρωνε την οδύνη της προσωπικής αποτυχίας. Η πλατεία ήταν ο τόπος όπου η ατομική απόγνωση μετατρεπόταν σε συλλογική αφήγηση.

Τι έγινε σήμερα ο θυμός των αγανακτισμένων;

Το 2011 ο θυμός των αγανακτισμένων είχε αποκτήσει ένα χώρο έκφρασης. Στης πλατείες αναβίωνε μια αρχαϊκή ανάγκη συνύπαρξης ανθρώπων σε δημόσιο χώρο. Μια κραυγή αντίστασης απέναντι στην κατάρρευση βεβαιοτήτων, στην ανεργία, στη διάψευση μιας ολόκληρης μεταπολιτευτικής υπόσχεσης Ιδιαίτερα για τους νέους η διάψευση ήταν ολική. Η γενιά που μεγάλωσε με την προσδοκία της κοινωνικής ανόδου αντίκριζε το φάσμα της ανεργίας, της μετανάστευσης, της ολικής διάψευσης των προσδοκιών της. Κυρίαρχη ήταν η αίσθηση ότι είχε διαρραγεί το κοινωνικό συμβόλαιο. Ότι το μέλλον που τους είχαν  υποσχεθεί ήταν μια αυταπάτη. Τα αίτια της δυσφορίας είχαν σαφήνεια: Τα μνημόνια, η λιτότητα, το πολιτικό σύστημα, η ανεργία. Ο θυμός είχε διεύθυνση. Η πλατεία ήταν ο τόπος όπου η ατομική απόγνωση μετατρεπόταν σε συλλογική αφήγηση.

Στις πλατείες των Αγανακτισμένων η απελπισία δεν είχε τον τελευταίο λόγο. Χιλιάδες νέοι αισθάνθηκαν ότι δεν είναι μόνοι απέναντι στην κρίση, την ανεργία, την ταπείνωση, την αίσθηση ότι το μέλλον τους είχε κλαπεί. Η πλατεία έγινε τόπος συνάντησης, διαφωνίας, ελπίδας, θυμού. Ήταν μια στιγμή όπου «όλα έμοιαζαν συνειδητά»: Οι κοινωνικές ανισότητες, η πολιτική χρεοκοπία, η ανάγκη συμμετοχής. Το ατομικό τραύμα αποκτούσε συλλογική γλώσσα. Ίσως γι’ αυτό οι πλατείες είχαν τόσο μεγάλη ψυχολογική σημασία. Δεν ήταν απλώς χώροι διαμαρτυρίας. Μια κοινή αφήγηση για την οδύνη εξημέρωνε την οδύνη της προσωπικής αποτυχίας. Η πλατεία ήταν ο τόπος όπου η ατομική απόγνωση μετατρεπόταν σε συλλογική αφήγηση.

15 χρόνια μετά, τι απέγιναν εκείνοι οι νέοι; Άλλοι μετανάστευσαν. Άλλοι βυθίστηκαν στην επισφάλεια. Άλλοι πέρασαν στον αγώνα για την καθημερινή επιβίωση. Κάποιοι ενσωματώθηκαν στους θεσμούς που κάποτε αμφισβητούσαν. Πολλοί κουράστηκαν. Αποσύρθηκαν. Πολλοί υποφέρουν μόνοι, μπροστά σε μια οθόνη.

Η πρόσληψη του εαυτού και του κόσμου έχουν αλλάξει.  Τα κοινωνικά αδιέξοδα μεταμορφώνονται σε προσωπικές ανεπάρκειες. Δεν λες: «Δεν υπάρχουν δουλειές». Λες: «Δεν είμαι αρκετά ικανός». Δεν λες: «Το μέλλον είναι επισφαλές». Λες «Δεν προσπάθησα αρκετά». Δεν λες: «Οι όροι ζωής γίνονται δυσβάσταχτοι».Λες:«Κάτι δεν πάει καλά με μένα».

Έτσι ο θυμός αλλάζει κατεύθυνση. Αντί να στραφεί προς τα έξω, στρέφεται προς τα μέσα. Στην κυρίαρχη κουλτούρα μιας συνεχούς αξιολόγησης ο εαυτός γίνεται ο στόχος.  Αξιολογείται ο μαθητής. Ο φοιτητής. Ο εργαζόμενος. Ο εκπαιδευτικός. Ο ψυχολόγος. Το σχολείο. Το πανεπιστήμιο.

Παροτρύνεσαι να αξιολογείς ακατάπαυστα τον εαυτό σου. Δεν περισσεύει χώρος για την αδυναμία, την αποτυχία, τη ρωγμή, το δισταγμό. Δεν υπάρχει χρόνος για μια στιγμή παύσης στην κούρσα της αξιολόγησης. Μια εξάντληση, μια πρόωρη γήρανση προβάλλει στον ορίζοντα των νέων παιδιών. Στη θέση ενός αλλοτινού θυμού αναδύεται τώρα η κόπωση, η εξάντληση, η  απάθεια, η αδυναμία να οραματιστείς το μέλλον. Νέα παιδιά  δηλώνουν «Κάθε πρωί που ανοίγω τα μάτια μου νοιώθω 100 χρονών»

Στο μου έρχεται η μαρτυρία ενός έφηβου:

«Το όνομα μου είναι “Χάσου- από εδώ”. Έτσι με φωνάζουν η αδελφή μου, οι γονείς μου όταν έχουν  νεύρα, κι έχουν πάντα νεύρα. Και οι συμμαθητές μου όταν, έτσι για την πλάκα τους, δεν “γούσταρουν” να μου μιλήσουν. “Πως φαντάζεσαι το μέλλον σου” με ρώτησε η ψυχολόγος μου. Σ’ ένα κομμάτι χαρτί ζωγράφισα ένα παράθυρο κι έπειτα το μουτζούρωσα.  “Ιδού” της είπα “Το μέλλον μου ένα χτισμένο παράθυρο. Μια μουτζούρα”!».

Ο θυμός γίνεται εξάντληση. Γίνεται κυνισμός. Γίνεται ειρωνεία. Γίνεται διαδικτυακή επιθετικότητα και τοξικότητα. Γίνεται κατάθλιψη. Γίνεται αυτοκαταστροφική σιωπή. Ο θυμός σήμερα μένει χωρίς συλλογική γλώσσα. Οι πλατείες του 2011, με όλες τις αντιφάσεις τους, προσέφεραν μια τέτοια γλώσσα. «Δεν είσαι μόνο εσύ. Κάτι συμβαίνει σε όλους μας».

Το στοίχημα και ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη της εποχής μας θα ήταν όχι απλώς να εκφράσουμε τον θυμό μας αλλά να τον ξανασυνδέσουμε με τον κόσμο. Να μπορέσουμε πάλι να πούμε:«Δεν είναι μόνο δικό μου το βάρος». Γιατί από εκεί αρχίζει κάθε δυνατότητα κοινότητας, κάθε πολιτικής, αλλά και κάθε ελπίδας.

Και ίσως μια επείγουσα πολιτική πράξη σήμερα θα ήταν. η ανακάλυψη εκείνων των τρόπων όπου η μοναξιά ξαναγίνεται κοινή εμπειρία, όπου η αγωνία συναντά άλλες αγωνίες και μεταμορφώνεται σε δεσμό.Γιατί ο άνθρωπος αντέχει πολλά. Εκείνο που δύσκολα αντέχει είναι να πιστέψει ότι είναι μόνος του μέσα σε όσα ζει.

* Η Φωτεινή Τσαλικόγλου είναι συγγραφέας, Ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version