Όταν ξεκινούσε ο τελευταίος μεσανατολικός πόλεμος, ανάμεσα στον συνασπισμό ΗΠΑ-Ισραήλ και το Ιράν, οι εμπλεκόμενοι προσέβλεπαν στο Ομάν και τις πολύτιμες διπλωματικές υπηρεσίες που παραδοσιακά προσέφερε ως ουδέτερος μεσολαβητής. Τρεις μήνες μετά, το βασίλειο του Κόλπου βρίσκεται κάτω από την ασφυκτική πίεση της Ουάσινγκτον να διαλέξει στρατόπεδο.
Θυμός
Ως αιτία της αυξανόμενης πίεσης των ΗΠΑ καταγράφεται η πρόθεση του σουλτανάτου να συμμετάσχει στο σχέδιο του Ιράν για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, το οποίο προβλέπει δημιουργία μηχανισμού που θα διαχειρίζεται από κοινού τις πληρωμές από τα διερχόμενα πλοία. Πρόκειται για εξέλιξη που διαψεύδει κατηγορηματικά το ίδιο το Ομάν, επιβεβαιώνεται όμως από το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών, ανώνυμες πηγές επικαλείται δημοσίευμα των New York Times και αναφορές αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, στις οποίες παραπέμπει εκτενές ρεπορτάζ της Wall Street Journal.
Μια τέτοια ενέργεια θα οδηγούσε στην de facto απεμπόληση του νομικού status που διέπει το κρίσιμο για την παγκόσμια οικονομία πέρασμα ως ελεύθερη διεθνής θαλάσσια οδό. Κατά συνέπεια, θα αμφισβητούσε με τον πλέον έμπρακτο τρόπο την όποια μόχλευση των ΗΠΑ στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις με το Ιράν, στις οποίες κεντρικό ρόλο κατέχει το άνοιγμα του μεγάλης σπουδαιότητας εμπορικού κόμβου.
Η αντίδραση της Ουάσινγκτον ήταν οργισμένη. Ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απείλησε ευθέως τη χώρα με βομβαρδισμό. «Είναι διεθνή ύδατα και το Ομάν θα συμπεριφερθεί όπως όλοι οι άλλοι, αλλιώς θα πρέπει να το ανατινάξουμε», είπε την Τετάρτη (27/05) απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου. Ακολούθησε ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος απείλησε τη Μουσκάτ με οικονομικές κυρώσεις. «Ιδίως το Ομάν θα πρέπει να ξέρει ότι το Υπουργείο Οικονομικών θα στοχοποιήσει κάθε εμπλεκόμενο –πλαγίως ή ευθέως– στην εφαρμογή διοδίων στα Στενά και ότι κάθε συνεργός θα υποστεί κυρώσεις», προειδοποίησε ο Μπέσεντ με ανάρτησή του στο Χ.
Μια άλλη Ελβετία
Η στάση των ΗΠΑ προκάλεσε εύλογο σοκ στους ομανούς αξιωματούχους, με αναλυτές να επισημάνουν ότι η ρητορική του Λευκού Οίκου είναι ενδεικτική του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η αμερικανική κυβέρνηση ως προς τον τερματισμό του πολέμου. «Οι απειλές του Τραμπ κατά του Ομάν αποτελούν ένδειξη της απελπισίας του και της αδυναμίας του να επιτύχει τα αποτελέσματα που ήλπιζε στο Ιράν», δήλωσε μιλώντας στο CNBC ο συνεργάτης της δεξαμενής σκέψης Middle East Institute, Μπράιαν Κατούλις, εκτιμώντας ότι όσα λέει ο αμερικανός πρόεδρος «δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλά λόγια». Στα παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί η πληροφορία ότι τη δυσφορία του Τραμπ προς το Ομάν επέτεινε συνέντευξη του ομανού υπουργού Εξωτερικών στο αμερικανικό δίκτυο CBS, κατά τη διάρκεια της οποίας δήλωσε ότι τα δύο μέρη βρίσκονται κοντά σε συμφωνία, ισχυρισμός που διαψεύσθηκε έντονα από το προεδρικό περιβάλλον.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ως κρατική οντότητα το Ομάν είναι παραδοσιακά ταυτισμένο με τις αρχές της ουδετερότητας και της διαμεσολάβησης, σε μια περιοχή ευεπίφορη σε ενδοκρατικές και διακρατικές συγκρούσεις. Πριν το ξεκίνημα του πολέμου, η χώρα φιλοξενούσε τις έμμεσες συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν που αφορούσαν τόσο το πυρηνικό όσο και το βαλλιστικό πρόγραμμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Προηγουμένως, συγκεκριμένα κατά το διάστημα 2012-2015 είχε φιλοξενήσει τις άκρως απόρρητες διπλωματικές επαφές μεταξύ της κυβέρνησης Ομπάμα και της ιρανικής ηγεσίας, που έθεσαν τις βάσεις για την ιστορική διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν (JCPOA). Η παράδοση επικοινωνίας με το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης ανάγεται στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν το Ομάν μεσολάβησε για το τέλος του οκταετούς πολέμου ανάμεσα σε Ιράν και Ιράκ (1980-88).
Είναι αυτή η εξωτερική πολιτική θετικής ουδετερότητας που έχει χαρίσει στο σουλτανάτο, το οποίο διοικείται αδιάλειπτα από τα μέσα του 180υ αιώνα από τον βασιλικό οίκο των Αλ Μπου Σαΐντ και σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρο Growh Lab του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ η 44η πλουσιότερη χώρα του κόσμου με όρους κατά κεφαλή εισοδήματος, το προσωνύμιο «Ελβετία της Μέσης Ανατολής», σε έναν παραλληλισμό με την εύρωστη και ουδέτερη σε επίπεδο διπλωματίας κεντροευρωπαϊκή χώρα.
Την ικανότητα διπλωματικής επιρροής ενισχύει η γεωγραφική του θέση, στην είσοδο του Περσικού Κόλπου, η οποία αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς διαθέτει λιμάνια στον Ινδικό Ωκεανό (όπως το Λιμάνι της Σαλάλα και το Λιμάνι του Ντουκμ) που επιτρέπουν τη μεταφορά εμπορευμάτων απευθείας από την Αφρική και την Ασία, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ και εξασφαλίζοντας μια εναλλακτική -αν και ανεπαρκή- λύση για την επισιτιστική και ενεργειακή ασφάλεια.
Κίνητρα και πιθανότητες
Πέρα από τη συγκυρία, η κλιμάκωση της έντασης αντανακλά τον σκεπτικισμό της Ουάσινγκτον σχετικά με τη στάση του ομανικού κράτους στην παρούσα σύγκρουση. Πριν τη φημολογούμενη συμφωνία για την επιβολή διοδίων στα διερχόμενα τα Στενά του Ορμούζ, το Ομάν ήταν το μόνο κράτος που απείχε ψηφίσματος που κατέθεσαν τα κράτη του Περσικού Κόλπου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κατόπιν πρωτοβουλίας των Εμιράτων, όπου ζητούνταν η μεσολάβηση του ανώτατου εκτελεστικού οργάνου για την παύση των ιρανικών επιθέσεων στην εδαφική επικράτεια άλλων κρατών και την επιβολή διοδίων.
Ο σουλτάνος Χαϊθάμ μπιν Ταρίκ αλ Σαΐντ ήταν άλλωστε ο μόνος που συνεχάρη τον νέο Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ενώ την ουδετερότητα της χώρας δεν άλλαξαν ούτε οι επιθέσεις ιρανικών drones στο έδαφός του, για τις οποίες η Τεχεράνη δεν κατονομάστηκε. Ως αποτέλεσμα, στην κριτική των ΗΠΑ προστίθεται κι αυτή κρατών σαν τη Σαουδική Αραβία ή τα ΗΑΕ, που καταλογίζουν στο Ομάν αδράνεια που αδυνατίζει κάθε έννοια συλλογικής πίεσης προς την Ισλαμική Δημοκρατία.
Το Ομάν αντιτείνει στην κριτική που του ασκείται ότι κατά τη διάρκεια της τρίμηνης αντιπαράθεσης παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια στα πληρώματα των πλοίων που βρίσκονται εγκλωβισμένα στα στενά, τονίζοντας ότι εξακολουθεί να τιμά τη δέσμευση του απέναντι στην αρχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας . Μιλώντας στην Wall Street Journal ομανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η άρνησή τους να αντιπαρατεθούν στο Ιράν αποσκοπεί στην ύπαρξη ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, απαραίτητων για την προσωρινή αναστολή των εχθροπραξιών ή το τέλος του πολέμου.
Υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί η στάση που τηρεί ακόμη και τώρα το σουλτανάτο, εκπεφρασμένη δια στόματος του υπουργού Πληροφοριών, Αμπντουλάχ μπιν Νάσερ Αλ Χαράσι:«Το Ομάν είναι έτοιμο να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και όλους τους υπεύθυνους εταίρους για την προώθηση της σταθερότητας, την αποτροπή διαταραχών και την προστασία των κοινών στρατηγικών μας συμφερόντων».
Άλλοι πάλι, όπως ο αναλυτής με βαθιά γνώση του Ιράν, Άλεξ Βατάνκα, αμφιβάλλουν για την ικανότητα του Ομάν να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα μέσα από παλιές συνταγές. «Για χρόνια η μεγαλύτερη ισχύς του Ομάν ήταν η δυνατότητά του να μιλάει με όλους, δημιουργώντας διαρκώς χώρο διαλόγου για τα εμπλεκόμενα μέρη. Αλλά η Μέση Ανατολή μπαίνει σε μια φάση όπου o παραδοσιακός ρόλος του βασιλείου πρέπει να αλλάξει. Η Μουσκάτ συνεχίζει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Τεχεράνης και τον σεβασμό της Ουάσινγκτον- μια σπάνια ευθυγράμμιση. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτή την επιρροή για να παροτρύνει το Ιράν προς στρατηγική αυτοσυγκράτηση και να κάνει τις ΗΠΑ να συνειδητοποιήσουν ότι τυχόν μαξιμαλιστικές απαιτήσεις θα οδηγήσουν σε νέα κλιμάκωση» σημείωσε μιλώντας στους Times του Λονδίνου, υπενθυμίζοντας την ίδια στιγμή ότι το Ιράν είναι σημαντικός εταίρος του Ομάν, ενώ οι ΗΠΑ αποτελούν τον σημαντικότερο εταίρο ασφαλείας του σουλτανάτου.
