Ο Πρόεδρος του ΔΕΕ στην Ακαδημία Αθηνών: Τι κρατά ακόμη ενωμένη την Ευρώπη;

Στην επίσημη υποδοχή του στην Ακαδημία Αθηνών ως Ξένου Εταίρου, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ε.Ε., Κουν Λέναρτς, εξήγησε γιατί η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και οι κοινές αξίες αποτελούν την ίδια την «καρδιά» της ευρωπαϊκής ενότητας

Τις πύλες της άνοιξε με κάθε επισημότητα η Ακαδημία Αθηνών, η οποία, την Πέμπτη 28 Μαΐου, υποδέχθηκε σε Δημόσια Συνεδρία τον κ. Kουν Λέναρτς, Πρόεδρο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως Ξένο Εταίρο της. Το κορυφαίο πνευματικό ίδρυμα της χώρας τίμησε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ακαδημαϊκός Προκόπης Παυλόπουλος, «μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες στην ιστορία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης»: ένα πρόσωπο που κρατά τα ηνία του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου σε μια περίοδο κατά την οποία δοκιμάζονται η συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αντοχή του κράτους δικαίου και, κατ’ επέκταση, η ίδια η πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Το «παρών» στην εκδήλωση έδωσαν κορυφαίοι εκπρόσωποι της πολιτικής, δικαστικής και ακαδημαϊκής ζωής της χώρας, ανάμεσα στους οποίους η πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, ο πρώην πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, καθώς και οι Αθανάσιος Ράντος, Ευάγγελος Βενιζέλος, Νίκος Αλιβιζάτος, Χρήστος Ροζάκης, Γιώργος Δελλής και Αντώνης Μεταξάς

Πριν ο Κουν Λέναρτς λάβει τον λόγο για να αναπτύξει την ομιλία του, ο κ. Παυλόπουλος στάθηκε στη διαδρομή, στο επιστημονικό έργο και στο θεσμικό αποτύπωμα του τιμώμενου. Υπενθύμισε ότι η διδακτορική διατριβή του αποτελεί «μία από τις σημαντικότερες μονογραφίες του ευρωπαϊκού δικαίου», δίνοντας, ωστόσο, ιδιαίτερο βάρος στο τελευταίο του έργο, το οποίο, όπως σημείωσε, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το «συνταγματικό δίκαιο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το έργο αυτό συμπυκνώνει την ουσία του σύγχρονου ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ενός συνταγματισμού που «δεν εξαντλείται σε θεωρητικές διακηρύξεις», αλλά ερείδεται σε μια σύγχρονη ομοσπονδιακή προοπτική, με βάση την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και δύο κομβικούς πυλώνες: «το κράτος δικαίου» και «τη διάκριση των εξουσιών». Δεν παρέλειψε, πάντως, να επισημάνει ότι η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση απέχει ακόμη από αυτό το ιδανικό, καθώς, όπως ανέφερε, η πολιτική ηγεσία της, ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα, «δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων».

Μέσα σε αυτό το θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο, ο κ. Παυλόπουλος υπογράμμισε ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει προσφέρει «τα μέγιστα» προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Και, απορρίπτοντας την αντίληψη ότι οι προεδρίες των ανώτατων δικαστηρίων δεν μπορούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις ή να αφήσουν ισχυρό θεσμικό αποτύπωμα, ανέδειξε τη σημασία της παρουσίας του Λέναρτς στην κορυφή του Δικαστηρίου του Λουξεμβούργου.

Η σωκρατική ερώτηση για την Ευρώπη

Με αυτή την εισαγωγή, ο λόγος πέρασε στον τιμώμενο. Ο Κόεν Λέναρτς, με αφετηρία την εκλογή του ως ξένου μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, ανέπτυξε μια ομιλία με επίκεντρο τις αξίες της Ένωσης, παρουσιάζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως κράτος, αλλά ως «κοινή έννομη τάξη», της οποίας η ταυτότητα θεμελιώνεται στις αξίες του άρθρου 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όπως είπε, αισθάνεται «βαθιά ευγνώμων» για την αναγνώριση αυτή, σημειώνοντας ότι η Ακαδημία Αθηνών, η οποία εορτάζει την εκατονταετηρίδα της, παραμένει «θεμελιωμένη στην αρχαία ελληνική παράδοση της προαγωγής της ανθρώπινης γνώσης». Την υποδοχή του ως ξένου μέλους την χαρακτήρισε «τιμή» που αποδέχεται «με μεγάλη υπερηφάνεια, αλλά και με μεγάλη ταπεινότητα».

Ακολουθώντας, όπως ο ίδιος είπε, «τη σωκρατική παράδοση», ο Λέναρτς ξεκίνησε από ένα ερώτημα. Θυμήθηκε ότι, όταν δίδασκε στο Harvard, επειδή προερχόταν από την ηπειρωτική Ευρώπη και το γαλλικό σύστημα, του έλεγαν: «Ελπίζουμε ότι θα διδάξετε σύμφωνα με τη σωκρατική μέθοδο», δηλαδή «με τη μέθοδο των ερωτήσεων και των απαντήσεων». Με αυτή την αφετηρία, περιέγραψε την ερώτηση που συνηθίζει να θέτει στους φοιτητές του: αν υπάρχει χώρος στην Ευρώπη για «μια δικτατορία που θα λογόκρινε μέσα ενημέρωσης», θα έκανε «διακρίσεις εις βάρος μειονοτήτων», θα έλεγε στις γυναίκες ότι «ο μοναδικός τους σκοπός είναι να γεννούν παιδιά» και θα ανέτρεπε το σύστημα θεσμικών αντιβάρων, «υπονομεύοντας την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».

Η απάντηση, όπως τόνισε, είναι πάντα ένα ηχηρό «όχι». Όχι, γιατί κάτι τέτοιο «θα ήταν απαράδεκτο στην Ευρώπη». Το κρίσιμο όμως, κατά τον Πρόεδρο του ΔΕΕ, είναι το επόμενο ερώτημα: «Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για τις αξίες;». Οι απαντήσεις των φοιτητών, όπως εξήγησε, κινούνται συνήθως σε τρεις άξονες: πρώτον, ότι η ιδιότητα του κράτους μέλους σημαίνει, «εξ ορισμού», δημοκρατικό κράτος. Δεύτερον, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «δύσκολα θα μπορούσε να διατηρηθεί ως ένωση αυταρχικών καθεστώτων». Και τρίτον, ότι «εμείς, οι Ευρωπαίοι, μοιραζόμαστε αυτές τις αξίες».

Ο Λέναρτς στάθηκε ιδιαίτερα σε αυτή την τριπλή απάντηση, επισημαίνοντας ότι «και οι τρεις απαντήσεις είναι ορθές» και ότι καθεμία βρίσκει «ισχυρό έρεισμα στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Από εκεί άντλησε και ένα ευρύτερο συμπέρασμα: ότι «έχουμε πολλά να κερδίσουμε όταν ακούμε τα νεότερα μυαλά», διότι «πίσω από τον ιδεαλισμό τους υπάρχει συχνά μια καθαρότητα σκέψης» που δεν πρέπει να χαθεί.

Στον πυρήνα της ομιλίας του βρέθηκε η θέση ότι ο σεβασμός στην «ανθρώπινη αξιοπρέπεια», την «ελευθερία», τη «δημοκρατία», την «ισότητα», το «κράτος δικαίου» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα» παρέχει στα κράτη μέλη «ένα είδος διαπιστευτηρίου». Οι αξίες αυτές, όπως υποστήριξε, «διατηρούν τη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και ορίζουν «την ίδια την ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης, ως κοινού νομικού χώρου».

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι κράτος»

Πριν αναλύσει τις τρεις διαστάσεις των αξιών, ο Πρόεδρος του ΔΕΕ έθεσε μια θεμελιώδη παραδοχή: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι κράτος». Επικαλέστηκε τη Γνώμη 2/13 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με την προσχώρηση της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να υπογραμμίσει ότι η Ένωση «δεν είναι κράτος, ούτε προτίθεται να γίνει κράτος». Είναι όμως, όπως είπε, «μια κοινή έννομη τάξη».

Αυτή η κοινή έννομη τάξη, κατά τον Λέναρτς, «διέπεται από δομικές αρχές» και «θεμελιώνεται σε κοινές αξίες», οι οποίες απορρέουν από τις «κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών». Αναφερόμενος και στον πρόεδρο Παυλόπουλο, σημείωσε ότι οι αξίες αυτές βρίσκονται στα Συντάγματα των κρατών, κάτι που χαρακτήρισε «απολύτως ορθό». Η Ένωση, πρόσθεσε, λειτουργεί βάσει της «αρχής της δοτής αρμοδιότητας», αφού τα κράτη μέλη αποφάσισαν «κυριαρχικά και δημοκρατικά» να ασκούν από κοινού τμήματα της κυριαρχίας τους, επειδή αυτή η κοινή άσκηση μπορεί να είναι «πιο αποτελεσματική και πιο αποδοτική».Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε στην «αρχή της θεσμικής ισορροπίας», καθώς και στις αρχές της «υπεροχής» και του «άμεσου αποτελέσματος», οι οποίες, όπως είπε, ορίζουν «την ίδια τη φύση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ωστόσο, η ουσία της Ένωσης δεν εξαντλείται εκεί. «Στην ουσία της», είπε, «η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα εγχείρημα ειρήνης που θέτει την ανθρώπινη κατάσταση στο επίκεντρο». Η προστιθέμενη αξία της είναι ότι «κράτη και λαοί πρέπει να ζουν μεταξύ τους αρμονικά στην ευρωπαϊκή ήπειρο».

Ο Πρόεδρος του ΔΕΕ υπογράμμισε ότι οι Συνθήκες και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο, καθιστούν σαφές ότι «κάθε άνθρωπος απολαμβάνει ίση αξιοπρέπεια», είτε είναι «άνδρας ή γυναίκα», «πλούσιος ή φτωχός», «νέος ή ηλικιωμένος», «φίλος ή εχθρός». Ως κοινή έννομη τάξη, η Ένωση λειτουργεί μέσα σε ένα «συνταγματικό πλαίσιο», με τις Συνθήκες και τον Χάρτη να αποτελούν το πλαίσιο λήψης αποφάσεων μέσα στο οποίο προχωρά η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Παρέθεσε μάλιστα τη βασική παραδοχή του Δικαστηρίου ότι κάθε κράτος μέλος «συμμερίζεται με όλα τα άλλα κράτη μέλη» και αναγνωρίζει ότι και εκείνα συμμερίζονται με αυτό «τις κοινές αξίες που περιέχονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Αυτή η παραδοχή, όπως είπε, «συνεπάγεται και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης» μεταξύ των κρατών μελών. Με άλλα λόγια, η τήρηση των αξιών δεν είναι διακοσμητική αναφορά αλλά το «θεμέλιο της αμοιβαίας εμπιστοσύνης».

Από εκεί πέρασε στις τρεις βασικές λειτουργίες των αξιών. Πρώτον, οι αξίες ως «διαπιστευτήρια των κρατών μελών». Δεύτερον, οι αξίες ως «προϋπόθεση για την ίδια τη δυνατότητα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και τρίτον, οι αξίες ως «η ίδια η ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως κοινής έννομης τάξης».

Οι αξίες ως διαπιστευτήρια των κρατών μελών

Ως προς την πρώτη διάσταση, ο Λέναρτς ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ιδιότητα του κράτους μέλους προϋποθέτει ένα δημοκρατικό κράτος, στο οποίο «τα θεμελιώδη δικαιώματα γίνονται σεβαστά» και «το κράτος δικαίου τηρείται». Υπενθύμισε ότι το άρθρο 49 ΣΕΕ επιτρέπει την προσχώρηση μόνο σε ευρωπαϊκά κράτη που «σέβονται τις αξίες του άρθρου 2» και «δεσμεύονται να τις προάγουν». Αυτό σημαίνει, όπως είπε, ότι κάθε κράτος που γίνεται μέλος της Ένωσης οφείλει να ευθυγραμμίσει τη συνταγματική του τάξη, ακόμη και την εθνική του ταυτότητα, με τις αξίες του άρθρου 2.

Τη διαδικασία αυτή την περιέγραψε ως «αρχή της συνταγματικής ευθυγράμμισης». Κατά την προσχώρηση, το κράτος περνά από μια «συνταγματική στιγμή», δηλαδή από την ευθυγράμμιση της εθνικής συνταγματικής τάξης με τις αξίες της Ένωσης. Όμως η υποχρέωση αυτή δεν εξαντλείται στην ένταξη. Από τη στιγμή που ένα κράτος γίνεται μέλος, είναι κρίσιμο, όπως είπε, «να απέχει από κάθε μέτρο που θα σήμαινε οπισθοδρόμηση ως προς αυτές τις αξίες». Η οπισθοδρόμηση αντιφάσκει με τη δέσμευση προαγωγής τους. Έτσι, δίπλα στην αρχή της συνταγματικής ευθυγράμμισης, τοποθέτησε και την «αρχή της μη οπισθοδρόμησης».

Επικαλέστηκε, στο σημείο αυτό, την απόφαση της Ολομέλειας του 2022 για τον κανονισμό αιρεσιμότητας, τονίζοντας ότι το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει στα κράτη μέλη «να εμπλακούν σε αυταρχική στροφή» ή «να διολισθήσουν σε δημοκρατική οπισθοδρόμηση». Οι αρχές αυτές, όπως υποστήριξε, δεν αφήνουν περιθώριο σε ένα κράτος μέλος να επικαλεστεί το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ, δηλαδή τη ρήτρα εθνικής ταυτότητας, για να αποκλίνει από τις θεμελιώδεις αξίες του άρθρου 2. «Δεν μπορείς να είσαι κράτος μέλος, κατά την έννοια του άρθρου 49, αν δεν σέβεσαι τις αξίες του άρθρου 2», είπε χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και «κανένα επιχείρημα περί εθνικής ταυτότητας» δεν μπορεί να δικαιολογήσει «μια τόσο πρόδηλη και ιδιαιτέρως σοβαρή παραβίαση των αξιών της Ένωσης».

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ως προϋπόθεση εμπιστοσύνης

Η δεύτερη διάσταση αφορά την ίδια τη λειτουργία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο Λέναρτς υποστήριξε ότι ούτε η εσωτερική αγορά, ούτε ο χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ούτε ο δικαστικός διάλογος μεταξύ ΔΕΕ και εθνικών δικαστηρίων μπορούν να υπάρξουν χωρίς τον κοινό σεβασμό των ίδιων αξιών. «Οι αξίες είναι αυτό που μας κρατά ενωμένους», είπε, επισημαίνοντας ότι η συμμόρφωση προς το άρθρο 2 ΣΕΕ είναι προϋπόθεση για την απόλαυση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις Συνθήκες.

Στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, εξήγησε, οι πολίτες πρέπει να μπορούν να κινούνται «ελεύθερα και με ασφάλεια», ενώ οι εθνικές δικαστικές αποφάσεις, μέσω της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, αποκτούν «διασυνοριακή εμβέλεια». Τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους καλούνται να αναγνωρίζουν και να εκτελούν αποφάσεις άλλων κρατών μελών «σαν να ήταν δικές τους». Αυτό, όπως είπε, είναι η «ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων».

Η ελεύθερη αυτή κυκλοφορία, όμως, προϋποθέτει «υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης» μεταξύ των δικαστηρίων. Και η εμπιστοσύνη αυτή είναι αδιανόητη χωρίς «ανεξαρτησία των δικαστικών αρχών». Αν μια δικαστική αρχή υποψιάζεται ότι η δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους «καθοδηγείται, στην πραγματικότητα, από το πολιτικό κόμμα που κυβερνά το κράτος αυτό», τότε «δεν θα υπάρχει εμπιστοσύνη». Για τον λόγο αυτό, όπως τόνισε, η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των δικαστηρίων αποτελούν μέρος της ουσίας του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία και δίκαιη δίκη.

Η αιρεσιμότητα ως μηχανισμός προστασίας του κράτους δικαίου

Στη συνέχεια, ο Λέναρτς πέρασε στον μηχανισμό αιρεσιμότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται, όπως εξήγησε, για τον μηχανισμό που επιτρέπει στην Ένωση «να αναστέλλει, να μειώνει ή να περιορίζει την πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια» όταν ένα κράτος μέλος παραβιάζει τις αρχές του κράτους δικαίου κατά τρόπο που θέτει σε κίνδυνο τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Σκοπός του μηχανισμού είναι η προστασία του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, μέσω της «χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης» και της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

Ο ορισμός του κράτους δικαίου που υιοθέτησε ο ενωσιακός νομοθέτης, είπε, ενσωματώνει στοιχεία που προστατεύουν τη δημοκρατία, όπως η «αρχή της νομιμότητας» και μια «διαφανής, δημοκρατική και πλουραλιστική διαδικασία θέσπισης νόμων». Περιλαμβάνει επίσης στοιχεία που αφορούν τη «δικαστική ανεξαρτησία» και την «αποτελεσματική δικαστική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων».

Αναφερόμενος στις αποφάσεις για τον μηχανισμό αιρεσιμότητας, σημείωσε ότι η Πολωνία και η Ουγγαρία είχαν ασκήσει προσφυγές ακύρωσης κατά του σχετικού κανονισμού, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις τους επικρίνονταν για «δημοκρατική οπισθοδρόμηση» και παραβιάσεις του κράτους δικαίου. Το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές και, όπως είπε ο Λέναρτς, εξήγησε τη σύνδεση μεταξύ «δημοκρατίας», «κράτους δικαίου» και «αλληλεγγύης».

Ειδικά για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, υπογράμμισε ότι η έγκρισή του αποτελεί βασικό στοιχείο της δημοκρατίας σε επίπεδο Ένωσης. Όπως σε κάθε εθνικό δημοκρατικό σύστημα, η απόφαση για το «πώς συλλέγονται τα χρήματα» και «πώς δαπανώνται» είναι η «ραχοκοκαλιά της δημοκρατικής διαδικασίας». Και εδώ, όπως τόνισε, «η εμπιστοσύνη είναι καθοριστική». Τα κράτη μέλη πρέπει να εμπιστεύονται ότι οι κοινοί πόροι θα χρησιμοποιηθούν υπεύθυνα και σύμφωνα με τους σκοπούς για τους οποίους χορηγήθηκαν.

Οι αρμόδιες αρχές, είπε παραθέτοντας σχετική διατύπωση, πρέπει «να εγγυώνται ότι οι δαπάνες που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης πληρούν όλες τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης που θέτει το δίκαιο της Ένωσης» και ανταποκρίνονται στους σκοπούς που επιδιώκει η Ένωση. Με πιο απλά λόγια, όπως εξήγησε, τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να εμπιστεύονται ότι το κράτος που λαμβάνει κονδύλια «θα τα χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς για τους οποίους χορηγήθηκαν» και «μόνο για αυτούς τους σκοπούς».

Αν αυτό δεν συμβεί, συνέχισε, τότε πρέπει να υπάρχει εμπιστοσύνη ότι το ενδιαφερόμενο κράτος διαθέτει «Δικαιοσύνη, εισαγγελικές αρχές και ελεγκτικούς μηχανισμούς» ικανούς να ενεργήσουν κατά της κακοδιαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Πρέπει, επίσης, να υπάρχει δικαστικός έλεγχος από «ανεξάρτητα και αμερόληπτα δικαστήρια», τα οποία θα εφαρμόζουν, όπου χρειάζεται, το δίκαιο της Ένωσης και θα αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών.

Με αυτή την έννοια, ο μηχανισμός αιρεσιμότητας λειτουργεί ως «εξωτερικός έλεγχος» στο σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης των κρατών μελών. Αν το εσωτερικό σύστημα θεσμικών αντιβάρων αποτύχει, τότε ο μηχανισμός επιδιώκει να επαναφέρει το κράτος μέλος «στην οδό του σεβασμού της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων», ως προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια. Έτσι, η παρακράτηση κονδυλίων λειτουργεί ως «εξωτερικός μηχανισμός αποκατάστασης του κράτους δικαίου, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης».

Στην τρίτη και τελευταία διάσταση, ο Λέναρτς παρουσίασε τις αξίες του άρθρου 2 ως «πυξίδα» που διατρέχει ολόκληρο το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δύο προηγούμενες διαστάσεις, όπως είπε, οδηγούν σε ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα: οι αξίες αυτές «ορίζουν την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης».

Ο ίδιος στάθηκε στη θετική αυτή διατύπωση. Από τον Δεκέμβριο του 2014, είπε, υπήρχε ένας αρνητικός ορισμός: «Η Ένωση δεν είναι κράτος». Το Δικαστήριο, όμως, δεν είχε ορίσει θετικά τι είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό συνέβη τον Φεβρουάριο του 2022, όταν το Δικαστήριο είπε ότι η Ένωση είναι «μια κοινή έννομη τάξη», μέσω της οποίας τα κράτη μέλη ασκούν από κοινού τμήματα της κυριαρχίας τους, σύμφωνα με τους κανόνες των Συνθηκών και με βάση το τρίγωνο «δημοκρατία, κράτος δικαίου και ανθρώπινα δικαιώματα», τόσο στο επίπεδο της Ένωσης όσο και στο επίπεδο κάθε συμμετέχοντος κράτους.

«Ενότητα μέσα στην ποικιλομορφία»

Το ερώτημα, επομένως, είναι τι σημαίνει ότι οι αξίες αυτές είναι η ταυτότητα της Ένωσης. Η απάντηση του Λέναρτς ήταν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετεί «έναν νέο τύπο ταυτότητας», ο οποίος λειτουργεί έξω από το σχήμα του εθνικού κράτους. Η ταυτότητα αυτή «ενώνει όλους τους Ευρωπαίους». Είναι, όπως είπε, η τρίτη απάντηση των φοιτητών του: «Επειδή εμείς, οι Ευρωπαίοι, μένουμε πιστοί σε αυτές τις αξίες».

Ο Πρόεδρος του ΔΕΕ αναγνώρισε την ευρωπαϊκή ποικιλομορφία. «Εμείς, οι Ευρωπαίοι, είμαστε διαφορετικοί», είπε. «Μιλάμε διαφορετικές γλώσσες». Ο ίδιος, όπως ανέφερε, δεν εκφωνούσε την ομιλία του στα ολλανδικά, τη μητρική του γλώσσα, άρα γινόταν «ένας γλωσσικός συμβιβασμός». Οι Ευρωπαίοι, πρόσθεσε, «προσευχόμαστε σε διαφορετικό Θεό ή σε κανέναν Θεό» και έχουμε «διαφορετικές αντιλήψεις για την οικογενειακή ζωή».

Κι όμως, παρά τις διαφορές αυτές, «είμαστε όλοι ενωμένοι», επειδή μοιραζόμαστε και οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε τις αξίες της «ανθρώπινης αξιοπρέπειας», της «ελευθερίας», της «ισότητας», της «δημοκρατίας», του «κράτους δικαίου» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Η κοινωνία της Ένωσης, όπως την περιέγραψε, βασίζεται στον «πλουραλισμό», τη «μη διάκριση», την «ανεκτικότητα», τη «δικαιοσύνη», την «αλληλεγγύη» και την «ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών».
Ως κοινότητα αξιών, είπε, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι «ενότητα μέσα στην ποικιλομορφία». Η «ενότητα» αφορά τις κοινές ευρωπαϊκές αξίες. Η «ποικιλομορφία» αφορά τις εθνικές, γεωγραφικές, ιστορικές και πολιτισμικές διαφορές. Οι αντιλήψεις μπορεί να διαφέρουν από χώρα σε χώρα, από περιοχή σε περιοχή και από ιστορική εμπειρία σε ιστορική εμπειρία. «Αυτό είναι απολύτως θεμιτό», είπε. Όμως, πρόσθεσε, «δεν μπορούμε να κάνουμε διακρίσεις κατά των σεξουαλικών μειονοτήτων». Αυτό «δεν είναι θεμιτό».

Επανερχόμενος στις αποφάσεις του 2022 για τον μηχανισμό αιρεσιμότητας, τόνισε ότι το σημαντικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι πως οι αξίες αυτές «δεν είναι απλώς κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής ή δηλώσεις προθέσεων». Είναι «μέρος της ίδιας της ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης» και βρίσκουν συγκεκριμένη έκφραση σε αρχές που περιέχουν «νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις για τους νομοθέτες».

«Τα δώδεκα αστέρια παρέμειναν πάντοτε δώδεκα»

Κλείνοντας, ο Λέναρτς μετέφερε μια ιδέα που, όπως είπε, του έδωσε ο καθηγητής Άρμιν φον Μπόγκνταντι, από το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ Δημοσίου Δικαίου και Διεθνούς Δικαίου στη Χαϊδελβέργη. «Κόεν, συνειδητοποιείς ότι αυτές οι δώδεκα αξίες είναι ακριβώς ο ίδιος αριθμός με τα δώδεκα αστέρια της ευρωπαϊκής σημαίας;», του είχε πει. Τα δώδεκα αστέρια, σημείωσε ο Λέναρτς, «παρέμειναν πάντοτε δώδεκα». Ήταν δώδεκα όταν υπήρχαν έξι κράτη μέλη και παραμένουν δώδεκα τώρα που υπάρχουν είκοσι επτά. Το δώδεκα, όπως του εξήγησε ο Μπόγκνταντι, είναι «ένας όμορφος αριθμός τελειότητας».
Ο Πρόεδρος του ΔΕΕ αντιπαρέβαλε την ευρωπαϊκή σημαία με τη σημαία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπου, όταν ένα νέο κράτος προστίθεται στην αμερικανική Ένωση, «προστίθεται και ένα αστέρι». Στην Ευρώπη, αντίθετα, «δεν συμβαίνει αυτό». Το σύμβολο της τελειότητας παραμένει σταθερό: «τα δώδεκα αστέρια». Και, στην ανάγνωση του Λέναρτς, αυτά αντιστοιχούν στις «δώδεκα αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version