Στο χολ του σπιτιού μου υπάρχει ένα κόκκινο τηλέφωνο σε σχήμα χειλιών. Είναι ένα vintage κομμάτι, από εκείνα που μεσουρανούσαν στα ’80s και τα ’90s και έγιναν ευρύτερα γνωστά μέσα από την ταινία Pretty Woman, όπου η πρωταγωνίστρια έχει ένα τέτοιο τηλέφωνο στο σαλόνι της. Στην πραγματικότητα, η χρησιμότητά του σταθερού μου είναι καθαρά διακοσμητική. Το έβαλα στο σπίτι μόνο και μόνο επειδή η σταθερή τηλεφωνία συμπεριλαμβανόταν «δωρεάν» στο πακέτο του ίντερνετ.
Η μοναδική του λειτουργία; Να εκτελεί χρέη ανιχνευτή. Κάθε πρωί, μέσα στη βιασύνη για να φύγω για τη δουλειά, χάνω το κινητό μου. Τότε είναι η μόνη στιγμή που επιστρατεύω το κόκκινο τηλέφωνο: καλώ το κινητό μου για να ακούσω τον ήχο του και να το εντοπίσω. Όταν τελικά το βρίσκω και κοιτάζω την οθόνη, βλέπω μια αναπάντητη κλήση από έναν άγνωστο, μακρύ αριθμό. «Ποιο σταθερό με θυμήθηκε; Θα είναι πάλι κάποια απάτη» σκέφτομαι για ένα δευτερόλεπτο, πριν συνειδητοποιήσω, με μια δόση αυτοσαρκασμού, ότι ήμουν εγώ. Ο αριθμός μου φαίνεται ξένος, ένα ακαταλαβίστικο μακρινάρι. Ήταν πάντα τόσο μεγάλα τα νούμερα;
Η εποχή της «από στήθους» μνήμης
Χρειάζεται, αλήθεια, να έχουμε σταθερό σήμερα; Κι αν έχουμε, πόσο το χρησιμοποιούμε; Για μια ολόκληρη γενιά καταναλωτών, αυτή η συσκευή ήταν κάποτε κάτι δεδομένο. Σήμερα, για τους περισσότερους από εμάς, είναι απλώς ένα φάντασμα του παρελθόντος.
Θυμάμαι τον εαυτό μου ως παιδί, ήδη από το νηπιαγωγείο, να ξέρει απέξω τα τηλέφωνα των φίλων μου. Μέχρι και το γυμνάσιο, μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου αριθμούς και διευθύνσεις παιδιών με τα οποία είχαμε χαθεί προ πολλού. Ήξερα επίσης απέξω τα τηλέφωνα στις δουλειές των γονιών μου. Είχαμε όλοι έναν τηλεφωνικό κατάλογο χαραγμένο στο μυαλό μας. Τα παιδιά αποστήθιζαν αριθμούς πριν καν μάθουν καλά-καλά προπαίδεια. Υπήρχε μια εποχή που το να ξέρεις απέξω τα τηλέφωνα των φίλων σου ήταν μορφή κοινωνικής επιβίωσης.
Σταδιακά, αυτή η «δύναμη» χάθηκε. Στα 11 μου απέκτησα το πρώτο μου κινητό. Ήταν το εισιτήριό μου για την ελευθερία, το εργαλείο που έπεισε τους γονείς μου να με αφήνουν να γυρίζω μόνη μου από το σχολείο στο σπίτι. Το κινητό λειτουργούσε σαν ηλεκτρονικό λουρί ασφαλείας μιας γενιάς παιδιών που μεγάλωσαν πιο ανεξάρτητα από τους γονείς τους, αλλά ταυτόχρονα πιο συνδεδεμένα από ποτέ μαζί τους. Μαζί με το κινητό, όμως, μπήκε στη ζωή μου και η ψηφιακή ευκολία κι έτσι, η ανάγκη να θυμάμαι εξαφανίστηκε.
Από τον κοινό χώρο στην ατομική απομόνωση
Από κοινωνιολογική σκοπιά, η μετάβαση από το σταθερό στο κινητό τηλέφωνο δεν αποτελεί απλώς μια τεχνολογική αναβάθμιση, αλλά μια ριζική αναδιάρθρωση των κοινωνικών μας σχέσεων. Το σταθερό τηλέφωνο ήταν εξ ορισμού ένας «χωρικός» και «συλλογικός» θεσμός. Όταν καλούσες ένα νούμερο, καλούσες έναν χώρο -συνήθως, το σπίτι- και η επικοινωνία περνούσε από ένα κοινό φίλτρο. Απαντούσε ο πατέρας, η μητέρα ή τα μεγαλύτερα αδέρφια. Έπρεπε να συστηθείς, να ζητήσεις τον φίλο σου, να διαπραγματευτείς την παρουσία σου στον ιδιωτικό χώρο μιας άλλης οικογένειας.
Η εισαγωγή του κινητού τηλεφώνου ιδιωτικοποίησε την επικοινωνία. Σήμερα δεν καλούμε έναν χώρο, αλλά ένα συγκεκριμένο άτομο, παρακάμπτοντας κάθε κοινωνικό ενδιάμεσο. Αυτή η «αποχωροποίηση» της επικοινωνίας μετέτρεψε το σταθερό τηλέφωνο σε ένα τεχνολογικό απολίθωμα.
Αν κοιτάξουμε τα δεδομένα της αγοράς, η χρήση της σταθερής τηλεφωνίας στην Ελλάδα βρίσκεται σε συνεχή ελεύθερη πτώση, καταγράφοντας κατακόρυφη μείωση στον χρόνο ομιλίας. Παρά το γεγονός ότι στατιστικά η πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών διατηρεί ακόμη μια ενεργή σταθερή γραμμή, αυτό συμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά λόγω των συνδυαστικών πακέτων (bundling) των παρόχων. Το σταθερό τηλέφωνο επιβιώνει ως «παράσιτο» του ίντερνετ: το πληρώνουμε υποχρεωτικά για να έχουμε Wi-Fi, μετατρέποντας τη συσκευή σε ένα βουβό διακοσμητικό στοιχείο.
Η μετατόπιση της ανθρώπινης μνήμης
Οι επιστήμονες ονομάζουν αυτό το φαινόμενο «ψηφιακή αμνησία» ή «Google Effect». Το μυαλό μας είναι εξαιρετικά οικονομικό: όταν ξέρει ότι μια πληροφορία είναι αποθηκευμένη κάπου με ασφάλεια -στις επαφές μας, σε ένα cloud ή στο άναρχο σημειωματάριο του smartphone- αρνείται να ξοδέψει ενέργεια για να την αποτυπώσει. Δεν χάθηκε ακριβώς η μνήμη μας, απλώς άλλαξε ρόλο. Από σκληρός δίσκος αποθήκευσης δεδομένων, έγινε επεξεργαστής.
Σύμφωνα με την κλασική πλέον έρευνα του Πανεπιστημίου Columbia (Sparrow et al.), όταν το ανθρώπινο μυαλό γνωρίζει ότι μια πληροφορία είναι εύκολα προσβάσιμη online ή αποθηκευμένη σε μια συσκευή, αρνείται να επενδύσει ενέργεια για να την απομνημονεύσει. Αντί να αποθηκεύει την ίδια την πληροφορία, αποθηκεύει την τοποθεσία της, δηλαδή το πώς θα τη βρει. Το smartphone μας έχει γίνει ένας εξωτερικός σκληρός δίσκος, μια επέκταση του εγκεφάλου μας.
Σε σχετικές μελέτες της Kaspersky Lab, το 91.2% των καταναλωτών παραδέχεται ότι χρησιμοποιεί το ίντερνετ ως ψηφιακή επέκταση του μυαλού του, ενώ το 44% δηλώνει ότι το smartphone περιέχει κυριολεκτικά όλη του τη μνήμη. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα; Ενώ οι περισσότεροι μπορούν να θυμηθούν το τηλέφωνο του σπιτιού όπου έμεναν όταν ήταν 15 ετών (67.4%), αδυνατούν να καλέσουν τα αδέρφια τους (44.2%) ή τους φίλους τους (51.4%) χωρίς να κοιτάξουν τις επαφές τους.
«Ποιος είναι;»
Η αποξένωση από το ίδιο μου το σταθερό επιβεβαιώνεται κάθε φορά που η μπαταρία του κινητού μου αδειάζει και αναγκάζομαι να καλέσω το πατρικό μου από τη γραμμή του σπιτιού. «Ναι, ποιος είναι;» ακούω πάντα από την άλλη γραμμή. Ούτε καν οι ίδιοι μου οι γονείς δεν έχουν αποθηκεύσει το νούμερο του σταθερού μου. Για όλους, αυτός ο αριθμός είναι ένας άγνωστος.
Αυτό γεννά ένα εύλογο ερώτημα: Πού πήγε η μνήμη μας; Πώς γίνεται παλιότερα να αποστηθίζαμε με ευκολία δύο και τρία σταθερά τηλέφωνα, τα κινητά των κοντινών μας ανθρώπων, και παράλληλα να γνωρίζουμε απέξω το ΑΦΜ, τον ΑΜΚΑ και τον αριθμό της ταυτότητάς μας;
Η απάντηση κρύβεται στη «συναλλακτική μνήμη» (transactive memory). Παλαιότερα, οι άνθρωποι μοιράζονταν το βάρος της μνήμης με άλλους ανθρώπους (π.χ. «ρώτα τη μητέρα σου που θυμάται τα γενέθλια όλων»). Σήμερα, ο βασικός συναλλακτικός μας εταίρος είναι ο αλγόριθμος και η μνήμη flash. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται γνωστική εκχώρηση (cognitive offloading). Απελευθερώνουμε χώρο από τον εγκέφαλο για να επεξεργαζόμαστε τη συνεχή ροή νέων πληροφοριών, χάνοντας όμως την ικανότητα της βαθιάς συγκράτησης δεδομένων.
Το κόκκινο τηλέφωνο στο χολ μου θα παραμείνει στη θέση του. Όχι ως εργαλείο επικοινωνίας, αλλά ως ένα όμορφο, ποπ μνημείο μιας εποχής που η μνήμη μας μετριόταν με την ικανότητά μας να κρατάμε τους άλλους ζωντανούς μέσα στο μυαλό μας, και όχι σε μια λίστα επαφών.