Την πεποίθησή του ότι υπάρχει επαρκές δίχτυ ασφαλείας στην εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ εξέφρασε ο επικεφαλής διαπραγματευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, λίγες ώρες μετά την οριστικοποίηση των όρων του εμπορικού deal ΕΕ – ΗΠΑ, στον απόηχο της απειλής του Αμερικανού προέδρου για αύξηση των εμπορικών δασμών, σε περίπτωση μη εφαρμογής της συμφωνίας.
Σε συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε πολύωρες διαπραγματεύσεις, ο Λάνγκε μεταξύ άλλων δήλωσε: «Πήραμε ότι χρειαζόμασταν, ένα δίχτυ ασφαλείας, γιατί δεν ξέρουμε πως θα δράσουν οι ΗΠΑ στο πεδίο των εμπορικών κυρώσεων. Η υπερψήφιση του από μια τόσο ευρεία πλειοψηφία 417 ψήφων σημαίνει ότι ως Ευρώπη έχουμε μια, ενιαία, δυνατή φωνή», συμπληρώνοντας πως «Η ΕΕ θα παρακολουθεί τις οικονομικές συνέπειες της συμφωνίας, ξεκινώντας τρεις μήνες μετά την έναρξη ισχύος της νομοθεσίας».
Ο ίδιος ανέφερε ακόμη ότι στον χθεσινoβραδινό γύρο διαπραγματεύσεων μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συμπεριλήφθηκε μια λεγόμενη «ρήτρα λήξης», η οποία επιτρέπει στην ΕΕ να τερματίσει τη συμφωνία έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029 — έντεκα μήνες μετά την προγραμματισμένη αποχώρηση του Τραμπ από την προεδρία- αν η Ουάσινγκτον δεν ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Η εν λόγω ρήτρα δεν ενεργοποιείται αυτόματα αλλά κατόπιν πρωτοβουλίας της Κομισιόν. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο απέρριψε πρόταση του Ευρωκοινοβουλίου ώστε να περιληφθεί στον ορισμό της απειλής η εδαφική ακεραιότητα της ΕΕ, που παρέπεμπε στην διπλωματική κρίση που προκάλεσαν στις αρχές του 2026 οι απειλές του Αμερικανού προέδρου για προσάρτηση της Γροιλανδίας.
«Πρόκειται για ένα πακέτο που προσφέρει προβλεψιμότητα και ασφάλεια για εμάς, τους καταναλωτές μας και τη βιομηχανία μας. Γι’ αυτό είμαι αρκετά ικανοποιημένος που καταλήξαμε σε αυτή τη συμφωνία», πρόσθεσε ο Λάνγκε. «Αυτή η συμφωνία είναι άνιση», παραδέχτηκε, προσθέτοντας πως «είναι αρκετά ικανοποιημένος» για την επίτευξη της συμφωνίας. «Η Ευρώπη δεν θα βγει ποτέ πραγματικά από το δάσος όσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, παραμένει στην εξουσία» συμπλήρωσε ο ίδιος. Σε παρόμοιο ύφος ο Επίτροπος Εμπορίου, Μάρος Σέφτσοβιτς, τόνισε ότι «ζητούμενο είναι η τήρηση της συμφωνίας και από τις δύο πλευρές».
Τέσσερις είναι οι δικλείδες ασφαλείας της ΕΕ, όπως ανέφερε κι ο Λάνγκε:
Μηχανισμός προστασίας: Σε περίπτωση που αυξηθούν υπερβολικά οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ και ζημιωθούν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, τα κράτη‑μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Κομισιόν περιορισμό ή αναστολή μέρους της συμφωνίας.
Δικαίωμα αναστολής: Η ΕΕ μπορεί να «παγώσει» τη συμφωνία αν οι ΗΠΑ δεν τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους.
Πίεση για άρση δασμών: Η Ευρώπη διατηρεί το δικαίωμα να πιέσει για τους υψηλούς αμερικανικούς δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο.
Μη μόνιμος χαρακτήρας: Η συμφωνία δεν είναι μόνιμη, όπως αναγράφεται ρητά στο κείμενο, επιτρέποντας την προαναφερθείσα επαναξιολόγηση, ανάλογα με τις εξελίξεις.
Υπενθυμίζεται πως η εν λόγω συμφωνία είχε κλειστεί από τον ίδιο και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στο Τέρνμπερι της Σκωτίας το περασμένο καλοκαίρι ορίζει ότι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων που εξάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες θα υπόκεινται σε δασμό 15%, ενώ τα αμερικανικά προϊόντα. Παράλληλα, η ΕΕ δεσμεύεται επίσης να επενδύσει 600 δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατηγικούς τομείς στις Ηνωμένες Πολιτείες έως το 2028, καθώς και να προχωρήσει σε αγορές ενέργειας αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις ΗΠΑ.
Αρκετοί ευρωβουλευτές αντέδρασαν, καταλογίζοντας στην επικεφαλής της Κομισιόν υπερβολική υποχωρητικότητα απέναντι στους όρους του Λευκού Οίκου, ενώ οικονομικοί αναλυτές έκαναν λόγο για «ανεφάρμοστη συμφωνία», με χαρακτήρα περισσότερο πολιτικής δέσμευσης προς την αμερικανική κυβέρνηση. Ο Λευκός Οίκος είχε θέσει ως καταληκτική ημερομηνία την 4η Ιουλίου για την εφαρμογή της συμφωνίας, προειδοποιώντας ότι, σε διαφορετική περίπτωση, οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν σε νέα αύξηση δασμών, ακόμη και στο 25% για τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα.
