«Πολλοί ανησυχούν για την Κλιματική Αλλαγή. Εγώ ανησυχώ περισσότερο για την “Ανθρώπινη Αλλαγή”»
Με τη φράση αυτή, η ιδρύτρια του Human Change Foundation, Μαργκαρίτα Λουί-Ντρέιφους περιγράφει τη σιωπηλή μετάλλαξη μιας υπερ-συνδεδεμένης και ταυτόχρονα απέραντα μοναχικής γενιάς που μεγαλώνει με μία οθόνη στα χέρια.
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνολογικό. Δεν είναι καν μόνο ηθικό Είναι βαθύτατα υπαρξιακό και εξελίσσεται μπροστά μας.
Η ψηφιακή παιδική ηλικία δεν μπορεί να ειδωθεί ως ένα ουδέτερο πεδίο εξέλιξης του ανθρώπινου είδους.
Το ερώτημα δεν είναι το τι προσθέτουν οι οθόνες στη ζωή τους, αλλά το τι της αφαιρούν.
Οι πρώτες ενδείξεις έχουν γίνει πλέον αποδείξεις και συσσωρεύονται: Αύξηση της μοναξιάς, επιδείνωση της ψυχικής υγείας, αποδυνάμωση βασικών κοινωνικών δεξιοτήτων.
Παιδιά και έφηβοι διατρέχουν τα κρίσιμα χρόνια της σωματικής και πνευματικής τους ανάπτυξης μέσα σε ψηφιακά περιβάλλοντα που υποκαθιστούν τη φυσική εμπειρία. Μαθαίνουν να επικοινωνούν χωρίς σώμα, να συγκρούονται χωρίς συνέπειες, να συνυπάρχουν χωρίς την πραγματική, απτή παρουσία των άλλων.
Με τον όρο «Ανθρώπινη Αλλαγή», η Μαργκαρίτα Λουί-Ντρέιφους περιγράφει, στη συνέντευξή της, στη Νίκη Λυμπεράκη, αυτή τη μετάλλαξη με ακρίβεια.
Ο ψηφιακός εθισμός αλλάζει την καθημερινότητα αλλά και τη συγκρότηση του ανθρώπου.
Όταν η ανθρώπινη επαφή και η κοινωνική μάθηση περιορίζονται μέσα στις πλατφόρμες, η ενσυναίσθηση, η υπομονή, η δέσμευση, η δημιουργικότητα παύουν να είναι αυτονόητες.
Οι τεχνολογικές εταιρείες, έχει αποδειχθεί πλέον, ότι σχεδιάζουν προϊόντα που αξιοποιούν τις όποιες αδυναμίες των παιδιών, για να μεγιστοποιήσουν την παραμονή τους στην οθόνη. Το επιχειρηματικό τους μοντέλο είναι ξεκάθαρο. Η σύγκριση που κάνει η Ντρέιφους με τις φαρμακευτικές βιομηχανία είναι εύλογη: Όταν οι επιπτώσεις είναι τόσο βαθιές, απαιτείται διαφάνεια και έλεγχος, τόσο για τη χρήση όσο και για τις αντενδείξεις και τις συνέπειες αυτής της χρήσης.
Η οικογένεια και το σχολείο οφείλουν να επωμιστούν τις ευθύνες τους. Όταν η καθημερινή επαφή, η φροντίδα, η μετάδοση αξιών, υποχωρούν, θα πρέπει να υψώσουν ανάχωμα απέναντι στον αλγόριθμο που δε λογοδοτεί. Χωρίς ενεργή γονεϊκότητα, σαφή όρια, αλλά και δίχως σύγχρονη εκπαίδευση και εναλλακτικές δράσεις, καμία πολιτική δεν είναι αρκετή για να καλύψει το κενό και να προστατέψει τα παιδιά μας. Γιατί το πρόβλημα δεν επιλύεται μόνο με απαγορεύσεις ούτε με πισωγύρισμα στον χρόνο. Εκείνο που χρειάζεται, είναι η ουσιαστική υποκατάσταση της οθόνης με κάτι εξίσου, αν όχι περισσότερο, γοητευτικό με αυτήν. Κι αυτό το “κάτι” δεν μπορεί να είναι άλλο από την εκ νέου ανακάλυψη των ανθρώπινων σχέσεων και συναισθημάτων.
Η ψηφιοποίηση της παιδικής ηλικίας αποτελεί απειλή για τη δημόσια υγεία, αλλά και για την ίδια την κοινωνική συνύπαρξη. Μια κοινωνία που τα μέλη της χάνουν την ικανότητα να συνδέονται ουσιαστικά, χάνει σταδιακά τη συνοχή της.
Ο στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και τραγούδησε ο Παύλος Σιδηρόπουλος, παραμένει διαχρονικός αλλά και επίκαιρος: «Υπερασπίσου το παιδί / γιατί αν γλιτώσει το παιδί / υπάρχει ελπίδα».
