Με τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν να εισέρχεται στην τέταρτη εβδομάδα, τα μηνύματα από την Ουάσιγκτον γίνονται ολοένα και πιο αντιφατικά, αποτυπώνοντας μια στρατηγική χωρίς σαφή κατεύθυνση.
Η σύγκρουση όχι μόνο δεν αποκλιμακώνεται, αλλά φαίνεται να έχει ξεπεράσει τον αρχικό σχεδιασμό του Ντόναλντ Τραμπ. Παρά τα συνεχή αεροπορικά πλήγματα, η Τεχεράνη αντέχει, απαντά με επιθέσεις κατά του Ισραήλ και κρατών του Κόλπου και διατηρεί τη δυνατότητα να επηρεάζει καθοριστικά την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, όπου το Ιράν έχει επιβάλει στην πράξη έναν άτυπο αποκλεισμό, προκαλώντας άλμα στις τιμές πετρελαίου και LNG. Αναλυτές προειδοποιούν ότι η κρίση αυτή μπορεί να πυροδοτήσει ακόμη και παγκόσμια ύφεση, ασκώντας έντονη πίεση στον Λευκό Οίκο να βρει διέξοδο.
Από την «αποκλιμάκωση» στις απειλές
Η στάση του Τραμπ χαρακτηρίζεται από συνεχείς παλινωδίες. Από τη μία, δηλώνει ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται κοντά στην επίτευξη των στόχων τους και εξετάζουν τη «σταδιακή αποκλιμάκωση» των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Από την άλλη, απειλεί ευθέως το Ιράν με καταστροφή ενεργειακών υποδομών, εάν δεν ανοίξει πλήρως τα Στενά του Ορμούζ εντός 48 ωρών.
Οι στόχοι που θέτει η Ουάσιγκτον είναι ιδιαίτερα φιλόδοξοι: πλήρης αποδυνάμωση των πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν, καταστροφή της αμυντικής του βιομηχανίας, εξουδετέρωση ναυτικού και αεροπορίας, καθώς και οριστική αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων.
Ωστόσο, οι εξελίξεις στο πεδίο δεν επιβεβαιώνουν αυτές τις εκτιμήσεις. Παρά τους ισχυρισμούς περί «ολοκληρωτικής καταστροφής» των ιρανικών δυνατοτήτων, η Τεχεράνη συνεχίζει να εξαπολύει επιθέσεις και να πλήττει ενεργειακές υποδομές στην ευρύτερη περιοχή.
Πόλεμος χωρίς σαφές τέλος
Το πότε θα τελειώσει η σύγκρουση παραμένει ασαφές. Ο Τραμπ έχει δώσει διαφορετικές εκτιμήσεις μέσα σε λίγες ημέρες: από έναν πόλεμο διάρκειας «τεσσάρων εβδομάδων» έως την ανάγκη να «ολοκληρωθεί η αποστολή» χωρίς χρονικούς περιορισμούς.
Ακόμη και κορυφαίοι αξιωματούχοι της κυβέρνησής του εμφανίζονται να στέλνουν αντικρουόμενα μηνύματα: άλλοι κάνουν λόγο για «αρχή μιας μακράς σύγκρουσης», ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος βρίσκεται ήδη κοντά στην ολοκλήρωσή του.
Γιατί ξεκίνησε ο πόλεμος;
Οι λόγοι της επίθεσης παραμένουν επίσης ασαφείς. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται το επιχείρημα ότι επρόκειτο για προληπτικό χτύπημα, ώστε να αποτραπεί επικείμενη ιρανική επίθεση. Από την άλλη, γίνεται λόγος για απάντηση στην άρνηση της Τεχεράνης να διαπραγματευτεί.
Η σύγχυση ενισχύθηκε όταν διαφορετικά στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης έδωσαν αντικρουόμενες εξηγήσεις, με τον ίδιο τον Τραμπ να ανατρέπει δημόσια τις δηλώσεις συνεργατών του.
Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία ότι το Ιράν βρισκόταν κοντά στην απόκτηση πυρηνικού όπλου, γεγονός που εντείνει την κριτική για τη σκοπιμότητα της σύγκρουσης.
Στρατηγική με «κινούμενο στόχο»
Αναλυτές εκτιμούν ότι η μεταβαλλόμενη ρητορική της Ουάσιγκτον αντανακλά τόσο τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής όσο και μια προσπάθεια να διατηρηθούν ανοιχτές «οδοί διαφυγής» από τον πόλεμο.
Ωστόσο, η απουσία σταθερής γραμμής δημιουργεί την εικόνα μιας πολιτικής που αντιδρά στις εξελίξεις αντί να τις καθοδηγεί. Οι στόχοι φαίνεται να μεταβάλλονται διαρκώς, ενώ παραμένει ασαφές ποια μέσα διαθέτουν οι ΗΠΑ για να επιβάλουν ένα τέλος στη σύγκρουση.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι ακόμη και ένα σενάριο πλήρους στρατιωτικής επικράτησης θα απαιτούσε τεράστιες δυνάμεις κάτι που καθιστά το ενδεχόμενο αυτό εξαιρετικά δύσκολο.
Ο von Schirach, πρόεδρος του Global Policy Institute, δήλωσε στο Al Jazeera ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί αν οι ΗΠΑ μπορούν να εξαναγκάσουν το Ιράν σε υποταγή, δεδομένου του μεγέθους και του πληθυσμού του. Φέρνοντας ως παράδειγμα τον Δεύτερο Πόλεμο του Κόλπου, όπου είχαν αναπτυχθεί περίπου 150.000 Αμερικανοί στρατιώτες, εκτίμησε ότι ενδεχόμενη προσπάθεια «κατάληψης» του Ιράν θα απαιτούσε έως και μισό εκατομμύριο στρατιώτες.
Κλιμάκωση ή έξοδος;
Το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: επιδιώκει η Ουάσιγκτον την αποκλιμάκωση ή την περαιτέρω κλιμάκωση;
Μέχρι στιγμής, η απάντηση φαίνεται να είναι και τα δύο. Οι ΗΠΑ ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο υποχώρησης.
Αυτή η διπλή στρατηγική, ωστόσο, εντείνει την αβεβαιότητα και αυξάνει τον κίνδυνο περαιτέρω αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή, με άμεσες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια.