Μαθήματα από την Εσθονία για την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης

Από το «άλμα της τίγρης» τη δεκαετία του 1990 στο «ΑΙ LEAP»- Η μικρή χώρα της Βαλτικής πρωτοπορεί με το εν εξελίξει εκπαιδευτικό πείραμα φιλοδοξώντας να αλλάξει ένα σύστημα 200 ετών

Μαθήματα από την Εσθονία για την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης

Πριν από σχεδόν 30 χρόνια, η Εσθονία ξεκίνησε ένα τολμηρό πείραμα στην ψηφιακή εκπαίδευση, γνωστό ως «άλμα της τίγρης» (tiger leap). Το μικρό έθνος της Βαλτικής καλωδίωσε τα σχολεία του με διαδίκτυο και υπολογιστές στα τέλη της δεκαετίας του 1990, γινόμενο πρωτοπόρος της ηλεκτρονικής μάθησης (e-learning) σε μια εποχή που πολλές μεγαλύτερες χώρες συζητούσαν ακόμη για συνδέσεις dial-up. Αυτό το τεχνο-αισιόδοξο άλμα –η εισαγωγή υλικού (hardware) και συνδεσιμότητας σε κάθε τάξη– βοήθησε να καθιερωθεί η Εσθονία ως «e-Estonia», μια κοινωνία πρόθυμη να αγκαλιάσει τον Παγκόσμιο Ιστό.

Μέχρι το 2011, το δωρεάν Wi-Fi ήταν πανταχού παρόν, ακόμη και σε αγροτικά καφέ. Το εξώφυλλο ενός περιοδικού της εποχής απεικόνιζε έναν παραδοσιακό χορευτή με έναν φορητό υπολογιστή στα γόνατά του. Η εποχή του «άλματος της τίγρης της Βαλτικής» εδραίωσε την εμπιστοσύνη της εσθονικής κοινωνίας στην ψηφιακή πρόοδο. Σε αντίθεση με άλλες χώρες, υπήρξαν ελάχιστες αντιδράσεις στη συνδεσιμότητα και χρήση οθονών. Ηταν όμως και μια εποχή όπου η εισαγωγή της νέας τεχνολογίας θεωρούνταν πανάκεια. Οπως αναφέρει στο «Β» ο Εμανουέλε Μπαρντόνε, καθηγητής εκπαιδευτικής τεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τάρτου, το πρώτο άλμα «αφορούσε το υλικό –την εισαγωγή μηχανημάτων και Wi-Fi στα σχολεία–, ενώ οι νέες προκλήσεις τού σήμερα απαιτούν κάτι βαθύτερο: τώρα το θέμα είναι ο τρόπος που μαθαίνουμε».

Η Εσθονία σήμερα επιχειρεί ένα νέο άλμα – αυτή τη φορά στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Η πρωτοβουλία, με το φιλόδοξο όνομα «ΑΙ άλμα» (AI Leap), δεν είναι απλώς ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα αλλά μια εθνική μελέτη περίπτωσης για τη διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης σε έναν μετα-ψηφιακό κόσμο. Σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν από τον πρόεδρο της Εσθονίας Αλαρ Κάρις το 2024, ξεκινώντας στα σχολεία αυτό το φθινόπωρο, το «ΑΙ άλμα» στοχεύει στην ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη διδασκαλία και τη μάθηση με τρόπο που αξιοποιεί τις ευκαιρίες, αποφεύγοντας παράλληλα τις παγίδες. Η πρωτοβουλία βασίζεται στα σκληρά μαθήματα του παρελθόντος. Η αξία της τεχνολογίας εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης της και όχι απλώς από τη διαθεσιμότητά της. «Θέλουμε η τεχνολογία να είναι καθοδηγούμενη από την επιστήμη της παιδαγωγικής», λέει η υπουργός Παιδείας και Ερευνας της Εσθονίας Κριστίνα Κάλλας, «και όχι εκείνη που να ορίζει τη μαθησιακή διαδικασία. Οι εκπαιδευτικοί είναι αυτοί που σχεδιάζουν και καθοδηγούν τη διαδικασία». Αυτό το απλό ρητό –«πρώτα η παιδαγωγική»– έχει γίνει το μάντρα της πρωτοβουλίας.

Από τον τεχνο-ενθουσιασμό στη μετα-ψηφιακή σύνεση

Η προσήλωση της Εσθονίας στην εκπαιδευτική χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης προέκυψε τόσο από τον ενθουσιασμό όσο και από το άγχος που κατέλαβε τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς όταν εργαλεία όπως το ChatGPT εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο προσκήνιο. Στα τέλη του 2023, όταν τα chatbots μεγάλων γλωσσικών μοντέλων έγιναν διαθέσιμα στο smartphone κάθε μαθητή, εκπαιδευτικοί και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πιάστηκαν απροετοίμαστοι. Οπως είπε η Κριστίνα Κάλλας σε πρόσφατη ομιλία της στο Tallin Digital Summit τον περασμένο Οκτώβριο, «κάθε παιδί είχε τη δυνατότητα να κατεβάσει [το ChatGPT] στο τηλέφωνό του… Για πολλούς δασκάλους αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο ερώτημα: τι κάνω τώρα; Πώς διδάσκω και τι πρέπει να διδάσκω;». Ξαφνικά, η γνώση που οι μαθητές αποκτούσαν στη σχολική τάξη ήταν διαθέσιμη κατά παραγγελία με μία εντολή ή ερώτηση στο ChatGPT. Το φάσμα της αντιγραφής, της «γνωστικής αποφόρτισης» (cognitive offloading) και της απώλειας δεξιοτήτων (deskilling) διαγραφόταν έντονα αν εργαλεία παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης παρέμεναν ανεξέλεγκτα στη μαθησιακή διαδικασία. Για περίπου έναν χρόνο, το ερώτημα αιωρούνταν χωρίς σαφή πολιτική στόχευση.

Οι εκπαιδευτικοί φοβούνταν ότι αν δεν γινόταν τίποτα, οι μαθητές θα χρησιμοποιούσαν αθόρυβα τέτοια εργαλεία για να κάνουν τις εργασίες τους ή, ακόμα χειρότερα, να ζητούν από αυτά να «σκέφτονται» για εκείνους. Σύμφωνα με την Εσθονή υπουργό Παιδείας, το να επιτραπεί στην τεχνητή νοημοσύνη να διαπεράσει τα σχολεία «χωρίς καμία παιδαγωγική καθοδήγηση» θα ελλόχευε τον κίνδυνο «η ΑΙ να μαθαίνει πολλά, αλλά τα παιδιά να μη μαθαίνουν τίποτα», επιδεινώνοντας ταυτόχρονα τις κοινωνικές ανισότητες. Ηταν αυτό το μείγμα υπόσχεσης και κινδύνου που ώθησε τους ηγέτες της Εσθονίας να αναλάβουν δράση.

Στις αρχές του 2024, ο πρόεδρος Αλαρ Κάρις συγκάλεσε το Ψηφιακό Συμβουλευτικό Συμβούλιο –μια ομάδα αποτελούμενη κυρίως από επιχειρηματίες τεχνολογίας και άλλους παίχτες του εγχώριου οικοσυστήματος ψηφιακής καινοτομίας– μαζί με το Συμβούλιο Τεχνητής Νοημοσύνης του υπουργείου Παιδείας, το οποίο περιλάμβανε τόσο εκπαιδευτικούς όσο και ερευνητές παιδαγωγικής. Η αποστολή τους ήταν να διαμορφώσουν μαζί μια εθνικής εμβέλειας απάντηση στην ξαφνική είσοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης στα σχολεία. Η πρώτη πρόταση που κατατέθηκε –με τη μορφή λευκής βίβλου που εστίαζε στη γρήγορη υιοθέτηση της τεχνολογίας– απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τους εμπειρογνώμονες. Πίεσαν για μια πιο στοχαστική προσέγγιση που δεν θα αφορούσε απλώς τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης για χάρη της χρήσης. Στην ουσία, το «ΑΙ άλμα» της Εσθονίας γεννήθηκε από μια υγιή ένταση: από τη μία πλευρά, η επιθυμία για τεχνολογική καινοτομία και η αποφυγή της ψηφιακής υστέρησης· από την άλλη, η αποφασιστικότητα να αποφευχθούν προηγούμενα λάθη βασισμένα στον υπερβολικό ενθουσιασμό του «σολουσιονισμού», δηλαδή της πεποίθησης ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες αποτελούν τη λύση για όλα.

Το αποτέλεσμα ήταν κάτι σαν μια «μέση οδός που δεν βασίζεται πλέον στο “το ψηφιακό είναι ωραίο, ας το χρησιμοποιήσουμε”», αναφέρει ο Εμανουέλε Μπαρντόνε, επισημαίνοντας μια αλλαγή νοοτροπίας, ειδικά μετά την πανδημία COVID-19 και την «επανάσταση» του ChatGPT. Η Εσθονία, συνεχίζει ο ίδιος, έχει εισέλθει σε μια «μετα-ψηφιακή φάση» όπου «το ψηφιακό δεν είναι πλέον η καινοτομία» αλλά μάλλον ένα γεγονός της ζωής που πρέπει να διακυβερνάται με σοφία. Ο Μπαρντόνε, ο οποίος μελετά με την ομάδα του την εφαρμογή του προγράμματος, χαρακτηρίζει το «ΑΙ άλμα» της Εσθονίας ως «ένα γόνιμο και δυναμικό πεδίο δοκιμών για τον γραμματισμό στην τεχνητή νοημοσύνη». Με αυτό, δεν εννοεί απλώς να διδαχθούν τα παιδιά πώς να δίνουν εντολές στο ChatGPT για βοήθεια στις εργασίες τους αλλά «την καλλιέργεια μιας βαθύτερης ικανότητας κατανόησης των κοινωνικών διαδικασιών της Τεχνητής Νοημοσύνης», καθώς αυτή κατακλύζει την καθημερινή ζωή. Με άλλα λόγια, η Εσθονία βλέπει τα σχολεία της ως ζωντανά εργαστήρια (living labs) προετοιμασίας όχι μόνο μελλοντικών εργαζόμενων αλλά διορατικών και ψηφιακά ώριμων πολιτών.

Κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με το ήθος της δεκαετίας του 1990, του «ας καλωδιώσουμε τις τάξεις και ας δούμε τι θα συμβεί». Ακόμα και ένας από τους αρχικούς πρωταγωνιστές του «άλματος της τίγρης», ο οραματιστής της τεχνολογίας Λίναρ Βίικ, αναγνωρίζει ότι έχουμε να κάνουμε με «ένα διαφορετικό θηρίο». Στην πράξη, αυτό σημαίνει επανεξέταση θεμελιωδών πτυχών της σχολικής εκπαίδευσης –από τον ρόλο του δασκάλου μέχρι τον σχεδιασμό των μαθητικών εργασιών– υπό το πρίσμα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η Κριστίνα Κάλλας το θέτει ως εξής: «Πρέπει να ξαναφτιάξουμε όλες τις εργασίες που δίναμε στα παιδιά και να ξανασκεφτούμε πώς βάζουμε την ΑΙ σε αυτή τη διαδικασία, αντί να περιμένουμε από τα παιδιά να αντιγράψουν και μετά να τα ελέγχουμε για αντιγραφή». Πολλές εργασίες για το σπίτι «δεν έχει νόημα να γίνονται πια επειδή η ΑΙ θα τις κάνει εξίσου καλά», σημειώνει, οπότε η εστίαση πρέπει να μετατοπιστεί σε δραστηριότητες όπου οι μαθητές προσθέτουν πραγματική αξία ή μαθαίνουν πράττοντας.

Τα συστατικά του εγχειρήματος 

Ξεκινώντας τον φετινό Σεπτέμβριο, η Εσθονία έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζει πιλοτικά το «ΑΙ άλμα» σε επιλεγμένες τάξεις της Α’ και Β’ Λυκείου. Η εστίαση σε μεγαλύτερους εφήβους είναι μέρος του παιδαγωγικού σχεδιασμού. Οι μικρότεροι μαθητές, υποστηρίζει η Κάλλας, πρέπει πρώτα να «μάθουν πώς να μαθαίνουν» πριν εξοικειωθούν με ένα εργαλείο Τεχνητής Νοημοσύνης.

Στο λύκειο, οι μαθητές διαθέτουν περισσότερες δεξιότητες αυτορύθμισης ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη ως συνεργάτη και όχι ως δεκανίκι. Το χειρότερο σενάριο, συνειδητοποίησαν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, θα ήταν να αφήσουν τους προνομιούχους ή τεχνολογικά εύπορους μαθητές να προχωρήσουν μπροστά χρησιμοποιώντας εργαλεία παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης ιδιωτικά, με τους υπόλοιπους να μένουν πίσω. «Το ψηφιακό χάσμα προκύπτει όταν οι φορείς χάραξης πολιτικής δεν ανταποκρίνονται στον ηγετικό τους ανάστημα», σημειώνει η Κάλλας.

Ενσωματώνοντας προληπτικά τέτοια εργαλεία σε όλες τις τάξεις, η Εσθονία ελπίζει να μαλακώσει τον ανταγωνισμό και να χτίσει εμπιστοσύνη, διασφαλίζοντας ότι το ΑΙ δεν θα διευρύνει περαιτέρω τις υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. Κάθε μαθητής, λοιπόν, λαμβάνει έναν προσωπικό λογαριασμό –το υπουργείο Παιδείας διαπραγματεύεται με την OpenAI για την ανάπτυξη μιας ειδικής έκδοσης του ChatGPT προσαρμοσμένης στην εκπαίδευση– καθώς και μια συσκευή αν χρειαστεί, ώστε η πρόσβαση να είναι καθολική. Ισως η πιο σημαντική αλλαγή αφορά τον νέο ρόλο του εκπαιδευτικού ως μέντορα και σχεδιαστή μαθησιακών εμπειριών, καθοδηγώντας τους μαθητές στο πώς να χρησιμοποιούν η ΑΙ ως εργαλείο εξερεύνησης και δημιουργίας. «Δεν μιλάμε πλέον για έναν δάσκαλο που στέκεται μπροστά στην τάξη, διδάσκοντας 30 παιδιά που κάθονται υπομονετικά», εξηγεί η Κάλλας. «Ο δάσκαλος είναι μέντορας, οργανώνει και σχεδιάζει τις εργασίες και τις ασκήσεις, και οι μαθητές είναι αυτοί που δημιουργούν τη μάθηση για τον εαυτό τους».

Αυτό το μαθητοκεντρικό μοντέλο, που βασίζεται στη διερεύνηση, δεν είναι φυσικά νέο –οι εκπαιδευτικοί το υποστηρίζουν εδώ και δεκαετίες– αλλά η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τα δεδομένα αναλαμβάνοντας βασικές εργασίες (όπως η σύνοψη πληροφοριών ή η δημιουργία προσχεδίων), ώστε ωφέλιμος χρόνος να μπορεί να αφιερωθεί σε πιο βαθιές μαθησιακές διεργασίες (deep learning). Αντί να δίνει μια χαμένη μάχη για την απαγόρευση των κινητών ή τον εντοπισμό κάθε περιστατικού «αντιγραφής», η προσέγγιση της Εσθονίας ρωτάει: Πώς μπορούν οι εκπαιδευτικοί να διοχετεύσουν αυτά τα εργαλεία ανοιχτά, μαζί με τους μαθητές, για την επίτευξη σκόπιμων και ουσιαστικών μαθησιακών στόχων; Πρόκειται, με άλλα λόγια, για στροφή από την απαγόρευση στην ενεργή καθοδήγηση.

Το «ΑΙ άλμα» δίνει έτσι μεγάλη έμφαση στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και την υποστήριξη των κοινοτήτων τους. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, εκατοντάδες καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης παρακολούθησαν σεμινάρια στην παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη. Αυτή η εκπαίδευση δεν ήταν απλώς ένα μεμονωμένο εργαστήριο, αλλά εγκαινίασε αυτό που ο Μπαρντόνε περιγράφει ως «κύκλους μάθησης» – ομάδες εκπαιδευτικών που συνεχίζουν να αλληλεπιδρούν, να μοιράζονται πρακτικές και να ανακαλύπτουν συλλογικά τι λειτουργεί στις τάξεις τους και τι όχι.

Τέτοιες κοινότητες μάθησης βοηθούν στην απομυθοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης για τους ίδιους, ενώ ταυτόχρονα τους προσφέρουν τη δυνατότητα να εκφράσουν ανοιχτά τις ανησυχίες τους. Αποτελούν επίσης ένα μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης: οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζονται ως εταίροι στην καινοτομία, όχι ως εμπόδια.

Οργανωσιακά μιλώντας, το εγχείρημα είναι δομημένο στο μοντέλο σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με τη μορφή ενός ιδρύματος, του «AI Leap», επιτρέποντας έτσι μεγαλύτερη ευελιξία και άμεση συμμετοχή ειδικών από τον κλάδο της τεχνολογίας, διατηρώντας παράλληλα τους εκπαιδευτικούς και τα σχολεία στενά εμπλεκόμενους και ισότιμους εταίρους. Το ίδρυμα διατηρεί την ανεξαρτησία του, χρηματοδοτείται τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τον ιδιωτικό τομέα, αποτελώντας ένα παράδειγμα του πώς η διακυβέρνηση της καινοτομίας στην εκπαίδευση μπορεί να υπερβεί παραδοσιακά στεγανά και αγκυλώσεις.

Η γλώσσα και ο πολιτισμός ως στρατηγικό πλεονέκτημα

Ενα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του πειράματος της Εσθονίας είναι η προσοχή που προσδίδει στη γλώσσα και τον πολιτισμό – μια πτυχή της πολιτικής για την τεχνητή νοημοσύνη που συχνά παραβλέπεται. Τα εργαλεία παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιούνται δεν είναι γενικής χρήσης μοντέλα που «καταλαβαίνουν» κυρίως αγγλικά, αλλά είναι ειδικά εκπαιδευμένα να «μιλούν» εσθονικά.

Μάλιστα, το chatbot που χρησιμοποιούν πιλοτικά οι μαθητές «μιλάει μόνο Εσθονικά», αναφέρει στο «Β» ο Εμανουέλε Μπαρντόνε, τονίζοντας τη στρατηγική επιλογή για τη διατήρηση και την προώθηση της εθνικής γλώσσας της χώρας. Ο καθηγητής Μίλις Κουίλ, επικεφαλής του Κέντρου Αριστείας για την τεχνητή νοημοσύνη της Εσθονίας, υποστηρίζει ότι για μια μικρή χώρα είναι «πιο λογικό να διδάξουμε στα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα την εσθονική γλώσσα και κουλτούρα παρά να προσπαθήσουμε να χτίσουμε εξίσου ισχυρά συστήματα μόνοι μας». Εκπαιδεύοντας μικρότερα γλωσσικά μοντέλα αιχμής με δεδομένα στα εσθονικά, οι ερευνητές κατάφεραν να τα κάνουν να αποδίδουν καλύτερα από τα ευρέως διαδεδομένα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα. Αυτή η προσέγγιση διασφαλίζει ότι οι μαθητές μπορούν να αλληλεπιδρούν με την τεχνητή νοημοσύνη στη μητρική τους γλώσσα – κάτι που είναι κρίσιμο για μαθητές σε μικρές και απομακρυσμένες περιοχές, λειτουργώντας ταυτόχρονα θετικά για την επιβίωση μιας γλώσσας που σήμερα μιλούν λίγο περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι στον κόσμο.

Η ομάδα του Κούιλ αξιοποιεί τις παγκόσμιες εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη για τοπικό όφελος – ένα μοντέλο που μικρές χώρες, όπως η Ελλάδα και η Φινλανδία, θα μπορούσαν να ακολουθήσουν. Εξάλλου, αν η ΑΙ γίνει πανταχού παρών διαμεσολαβητής στην παραγωγή και διαμοιρασμό της γνώσης, οι χώρες έχουν καλούς λόγους να διασφαλίσουν ότι μιλάει τη γλώσσα τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τι μπορεί να σημαίνει η εμπειρία της Εσθονίας για άλλα μικρά έθνη, όπως η Ελλάδα; Αποφεύγοντας να συγκρίνουμε «πορτοκάλια με μήλα» –τόσο τα εκπαιδευτικά συστήματα όσο και τα ψηφιακά οικοσυστήματα των δύο χωρών διαφέρουν– μπορούμε ωστόσο να φανταστούμε κοινούς τόπους, αφού η χώρα μας έχει ήδη αναλάβει σχετικές με την εκπαίδευση πρωτοβουλίες όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη με την υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας με την OpenAI τον περασμένο Οκτώβριο.

Το «ΑΙ άλμα» της Εσθονίας είναι ένα πείραμα σε εξέλιξη. Οι σκεπτικιστές ανησυχούν για τους κινδύνους και τις εντάσεις που ενέχει η εισαγωγή του ΑΙ στα σχολεία. Θα εξαρτώνται οι μαθητές υπερβολικά από εργαλεία Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης, χάνοντας την ικανότητα να γράφουν ή να σκέφτονται ανεξάρτητα; Θα μπορούν οι δάσκαλοι ρεαλιστικά να κρατήσουν τους μαθητές αφοσιωμένους και κριτικά σκεπτόμενους αν ένας βοηθός ΑΙ τους «ψιθυρίζει» αβίαστα τις απαντήσεις; Τεκμηριωμένες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα θα χρειαστούν χρόνο.

Απόρρητο και ασφάλεια δεδομένων

Προς το παρόν σχεδιάζεται η μελέτη του τρόπου με τον οποίο η υποβοηθούμενη από ΑΙ μάθηση θα επηρεάζει την απόδοση, τα κίνητρα και την ανάπτυξη δεξιοτήτων των μαθητών. Υπάρχουν επίσης ευρύτερα ζητήματα διακυβέρνησης, όπως το απόρρητο και η ασφάλεια των δεδομένων (ειδικά στο πλαίσιο συνεργασίας με εταιρείες όπως η OpenAI), η διαχείριση των κοινωνικών προσδοκιών και η συνέχιση της πολιτικής στήριξης πέρα από τη θητεία της τρέχουσας κυβέρνησης. Μέχρι στιγμής, η πρωτοβουλία έχει παρουσιαστεί προσεκτικά ως μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης και όχι ως ένα τεχνο-ουτοπικό εγχείρημα. Η διατήρηση της εμπιστοσύνης θα απαιτήσει διαφάνεια σχετικά με τα αποτελέσματα.

Το μήνυμα των υπεύθυνων φορέων χάραξης πολιτικής ήταν σαφές και αναζωογονητικά ειλικρινές: πρόκειται για ένα πιλοτικό πρόγραμμα και όχι για μαγικό ραβδί που αφορά όμως όλους – μαθητές, εκπαιδευτικούς, γονείς και την εσθονική κοινωνία ευρύτερα. Το φιλόδοξο «ΑΙ άλμα» τοποθετεί την Εσθονία στον παγκόσμιο χάρτη ως ένα πιθανό πρωτοπόρο για την τεχνητή νοημοσύνη στην εκπαίδευση. Η χώρα ξεχωρίζει ιδιαίτερα λόγω του μεγέθους της: ένα έθνος μόλις 1,3 εκατομμυρίων ανθρώπων επιχειρεί κάτι που μεγαλύτερες χώρες έχουν μόλις αρχίσει να επεξεργάζονται. Τα μαθήματα που προκύπτουν είναι πολυεπίπεδα και σύνθετα τόσο για την Εσθονία όσο και για άλλες χώρες στη μετα-ψηφιακή εποχή του ΑΙ. Σε ένα πρώτο επίπεδο, η διακυβέρνηση μπορεί να κάνει τη διαφορά, ακόμη και ενάντια στο μεγάλο τσουνάμι της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης.

Φέρνοντας πολλούς ενδιαφερόμενους στο τραπέζι –επενδυτές και εταιρείες τεχνολογίας, ερευνητές, εκπαιδευτικούς, γονείς– η Εσθονία επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ενθουσιασμό της καινοτομίας και στη σύνεση της ασφάλειας και προστασίας. Ο Μπαρντόνε το παρομοιάζει με την πλοήγηση ενός πλοίου σε αχαρτογράφητα νερά. Επικαλείται μάλιστα την προέλευση της ίδιας της αγγλικής λέξης «governance» από το ελληνικό «κυβερνήτης», που σημαίνει πηδαλιούχος. «Η εσθονική προσέγγιση είναι ουσιαστικά μια προσπάθεια πλοήγησης», αναφέρει. Αντί να αφήσει τον τεχνο-ενθουσιασμό της Silicon Valley να σαρώσει τα σχολεία ανεξέλεγκτα ή, αντίθετα, να περιχαρακώσει τις τάξεις ενάντια στη νέα πραγματικότητα, η Εσθονία υιοθετεί το ήθος της «μέσης οδού», σύμφωνα με το οποίο οι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζονται ως οι βασικοί νοηματοδότες στη διαδικασία.

Η τεχνολογία δεν είναι ούτε θαύμα ούτε απειλή, αλλά ένα γεγονός της ζωής που οφείλει να διαμορφωθεί προς την εξυπηρέτηση στόχων που έχουν νόημα για όλους. Ενα δεύτερο μάθημα αφορά τη σημασία του πλαισίου – ειδικά για μικρές χώρες. Το ταξίδι της Εσθονίας στην τεχνητή νοημοσύνη βασίζεται στην ιδιαίτερη ιστορία και τα δυνατά της σημεία. Η εμπιστοσύνη στα ψηφιακά συστήματα που καλλιεργήθηκε από επιτυχίες του παρελθόντος –από τις διαδικτυακές κυβερνητικές υπηρεσίες έως την ηλεκτρονική ψηφοφορία– της προσφέρει έναν βατήρα για το επόμενο άλμα. Ταυτόχρονα, η ξεχωριστή γλώσσα και ο πολιτισμός της απαιτούν ειδικές λύσεις. Η χώρα έχει βάλει μπροστά το δικό της ΑΙ «βαρόμετρο» που συγκρίνει πόσο καλά κατανοούν διαφορετικά Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα τα εσθονικά, κάτι που προς το παρόν καθησυχάζει την υπουργό Παιδείας όσον αφορά την προστασία της γλωσσικής κληρονομιάς στα μαθήματα της λογοτεχνίας και της ιστορίας, αλλά και των μαθηματικών. Τρίτον, αυτές οι ιδιαιτερότητες είναι αδιαπραγμάτευτες στο ευρύτερο πλαίσιο με το οποίο προσεγγίζει η Εσθονία τις μεγάλες πολιτισμικές προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης.

Για τη μικρή χώρα της Βαλτικής, η διακυβέρνηση της ΤΝ είναι διακυβέρνηση πολιτισμού. Εκπαιδεύοντας εργαλεία Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης σε εσθονικής γλώσσας περιεχόμενο και δίνοντας στους εκπαιδευτικούς την αυτονομία να προσαρμόζουν τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, η χώρα διεκδικεί μια μορφή ψηφιακής κυριαρχίας που υπερβαίνει τις υποδομές, διαμορφώνοντας το «άυλο» γνωστικό περιβάλλον στο οποίο θα μεγαλώσουν οι πολίτες της. Για κάθε χώρα με μοναδική γλώσσα και επιθυμία να διατηρήσει την αυτενέργειά της, η διπλή εστίαση της Εσθονίας στην εντοπιότητα και τον γραμματισμό στη μετα-ψηφιακή εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι άξια προσοχής, είτε αυτό σημαίνει ένα γλωσσικό μοντέλο εκπαιδευμένο στα Ελληνικά στην τάξη είτε εργαλεία Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως το «κρι-κρι», που μαθαίνει να αναγνωρίζει τις αποχρώσεις της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας. Το «ΑΙ άλμα» της Εσθονίας αναδεικνύει επίσης την αξία της εθνικής στρατηγικής.

Οι μικρές χώρες συχνά αισθάνονται έρμαια των τεχνολογικών κολοσσών. Θέτοντας ένα σαφές όραμα –στην περίπτωση της Εσθονίας, ΑΙ γραμματισμός για όλους καθοδηγούμενος από την παιδαγωγική επιστήμη– μπορούν να διαπραγματευτούν από θέση αρχής, εξασφαλίζοντας αυτά που χρειάζονται, όπως προσαρμοσμένα εργαλεία ή διασφαλίσεις δεδομένων, σε συμφωνίες με εταιρείες. Η προθυμία της εσθονικής κυβέρνησης να παρέχει σε κάθε μαθητή λογαριασμό ΤΝ, δωρεάν, στέλνει ένα μήνυμα: Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί δημόσια προσβάσιμο εκπαιδευτικό πόρο για όλους. Το φιλόδοξο εγχείρημα της Εσθονίας είναι, τέλος, συνυφασμένο με την ιστορία ενός μικρού έθνους που σκέφτεται και δρα με αυτοπεποίθηση. Είναι ένα πείραμα για το πώς η τεχνολογία μπορεί να ενδυναμώσει αντί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη μάθηση, αντιμέτωπο με τα ίδια μεγάλα διλήμματα της μετα-ψηφιακής εποχής. Πώς προασπίζουμε την ανθρωπότητα και την αυτενέργειά μας όταν οι «ευφυείς» μηχανές μπορούν να κάνουν τόσο πολλά, τόσο γρήγορα και τόσο «έξυπνα»;

Ποιοι θα μείνουν πίσω σε αυτή τη μετάβαση; Πώς θα κρατήσουμε ζωντανές τις γλώσσες και τις αξίες μας; «Αυτό που κάνουμε στην Εσθονία», λέει η Κριστίνα Κάλλας, «είναι ότι αλλάζουμε το εκπαιδευτικό σύστημα 200 ετών». Ακούγεται μεγαλόπνοο, ίσως και ουτοπικό, αλλά βασίζεται στην αναγνώριση ότι η εκπαίδευση οφείλει να μετεξελιχθεί αν θέλει να υπηρετήσει την επόμενη γενιά. Η εμπειρία της Εσθονίας δεν συνιστά πανικό ούτε και υπερβολές, αλλά εποικοδομητική τριβή, κριτική εμπλοκή και κοινωνική συμμετοχή.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version