Αστική Εξερεύνηση (Urbex): Η ζωή και η τέχνη ανάμεσα στα ερείπια

Η εξέλιξη της αστικής εξερεύνησης (urbex) από τις κατακόμβες του Παρισού μέχρι τους χώρους εγκατάλειψης της σύγχρονης Ελλάδας, μέσα από τις προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που ζουν και δημιουργούν ανάμεσα στα ερείπια.

Αστική Εξερεύνηση (Urbex): Η ζωή και η τέχνη ανάμεσα στα ερείπια

Πριν από δύο χρόνια σε ένα ταξίδι μoυ στη Λέρο, ανεβαίνοντας το βουνό του Τούρτουρα πάνω από το Διαπόρι, βρέθηκα σε ένα κτίριο, που στην διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στέγαζε την πυροβολαρχία των κατοχικών δυνάμεων. 

Στους τοίχους, διατηρημένες σε σχετικά καλή κατάσταση παρά την εγκατάλειψη -και ίσως χάρη σε αυτήν-, οι εικαστικές δημιουργίες ενός Γερμανού στρατιώτη, του Όττο Μάιστερ. Ενός ανθρώπου παγιδευμένου στον παραλογισμό της εποχής, ο οποίος θέλησε να διοχετεύσει την καλλιτεχνική του ορμή στους τοίχους, όπου ζωγράφιζε αντίγραφα πινάκων του Πίτερ Μπρέγκελ, σκηνές της καθημερινότητας, γυναικείες μορφές, ακόμη και καρτούν. Έστησε έτσι μια ιδιότυπη γκαλερί, της οποίας εκείνη τη στιγμή ήμουν επισκέπτρια, οχτώ δεκαετίες αργότερα. 

Bastnäs, το μεγαλύτερο νεκροταφείο αυτοκινήτων στην Ευρώπη. Φωτογραφία: Μαρίζα Καψαμπέλη

Θαυμάζοντας αυτά τα έργα, ένιωσα σαν να ρίχνω κλεφτές ματιές στη ζωή εκείνων των στρατιωτών. Τη θυμάμαι ως μια από τις πιο έντονες εμπειρίες μου στο πανέμορφο νησί με την τόσο πονεμένη ιστορία.

Η ανάμνηση εκείνης της επίσκεψης επέστρεψε αναπάντεχα πριν από λίγο καιρό, όταν, κάνοντας μια έρευνα στο διαδίκτυο, συνάντησα για πρώτη φορά τον όρο urbex (urban exploration), ελληνιστί «αστική εξερεύνηση». 

Φωτογραφία: Lumiere urbex

Συνειδητοποίησα τότε ότι, χωρίς να το επιδιώξω, υπήρξα κι εγώ στιγμιαία μέλος μιας παγκόσμιας κοινότητας, η οποία γοητεύεται ψάχνοντας στα ερείπια να ανακαλύψει τις ιστορίες που «αφηγούνται» οι χώροι, τα κτίρια, οι οροφές, οι σπηλιές, ακόμη και τα αντικείμενα της εγκατάλειψης. 

Οι κατακόμβες του Παρισιού και το «Fight Club»

Είναι μάλλον ανθρώπινο να γοητευόμαστε από το παρελθόν και από το μυστήριο. Ήδη από τον 18ο αιώνα, η περιέργεια της εξερεύνησης του υπόγειου Παρισιού, έθεσε τις βάσεις για την δημιουργία των «κατακομβόφιλων» (cataphiles), της κοινότητας δηλαδή που παρανόμως εξερευνά το εκτεταμένο δίκτυο (εκατοντάδες χιλιόμετρα) των ορυχείων και των κατακομβών κάτω από την Πόλη του Φωτός.

Φωτογραφία: Lumiere urbex

Οι Γερμανοί ονόμασαν την εμμονή για την αστική εξερεύνηση Ruinenlust (λαγνεία των ερειπίων), ενώ τον 20ό αιώνα η δραστηριότητα απέκτησε πολιτικό και κοινωνικό πρόσημο. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ερείπια των βομβαρδισμένων πόλεων έγιναν τα σχολεία και τα παιχνίδια των trümmerkinder («παιδιά των ερειπίων»), που μάθαιναν να επιβιώνουν σε χαλάσματα και ξεχασμένα καταφύγια. 

Φωτογραφία: Μαρία Καψαμπέλη

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Νέα Υόρκη γοητευόταν από τις ιστορίες των «ανθρώπων-τυφλοπόντικων» (mole people) που ζούσαν στις σήραγγες του μετρό, ενώ η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης άνοιξε τον δρόμο για το απόλυτο μνημείο εγκατάλειψης, το Πρίπιατ στο Τσερνόμπιλ. 

Αυτοί όμως που θεωρούνται από πολλούς οι πραγματικοί πρόδορομοι των σύγχρονων urbexers είναι τα μέλη του «suicide club» (λέσχη αυτοκτονίας) που ιδρύθηκε το 1977 στο Σαν Φρανσίσκο. Εμπνευσμένα από τις αρχές του Ντανταϊσμού, τα μέλη της λέσχης σκαρφάλωναν νύχτα στους πύργους της γέφυρας Μπέι Μπριτζ (Bay Bridge), εξερευνούσαν το δίκτυο υπονόμων του Όκλαντ φορώντας βικτωριανά κοστούμια και διοργάνωναν δείπνα με ανεμόσκαλες σε οροφές κτιρίων που ήταν έτοιμα προς κατεδάφιση.

Φωτογραφία: Μαρία Καψαμπέλη

Οι εμπειρίες των μελών της αποτέλεσαν την πρωτογενή έμπνευση για τον συγγραφέα Τσακ Πόλανικ, ο οποίος βάσισε το εμβληματικό του βιβλίο «Fight Club» στις δικές τους παράνομες και ριψοκίνδυνες δράσεις.

Από την Κερατέα στη στέγαστρο του Καλατράβα

Ψάχνοντας να βρω τα ίχνη της αστικής εξερεύνησης στην Ελλάδα, η αναζήτησή μου με οδήγησε σε κάποιες ομάδες διαδικτυακές, οι οποίες μοιράζονται φωτογραφίες από τις εμπειρίες τους, αλλά και τις ιστορίες των χώρων που επισκέπτονται. 

Σε μία από αυτές, στην ιστοσελίδα «urbex.gr», είδα ότι ανάμεσα στους χώρους που έχουν γοητεύσει τους εξερευνητές συπεριλαμβάνεται το Μανώλειο / Σπυρίδειο Ίδρυμα στην Κερατέα της Αττικής, την ιστορία του οποίου τα μέλη έχουν προσπαθήσει να ανακαλύψουν μέσα από τα ευρήματα, αλλά και τις μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής. 

Έχουν ανατρέξει μέχρι και στα αρχεία ΦΕΚ, αλλά η λειτουργία και η χρήση του χώρου παραμένει ένα μυστήριο. Ανάμεσα στα αντικείμενα που έχουν καταγράψει περιλαμβάνονται εκατοντάδες δικογραφίες, μηνυτήριες αναφορές και άλλα νομικά έγγραφα που αφορούν πλήθος φυσικών και νομικών προσώπων, ένα πλήρως εξοπλισμένο γυμναστήριο, πολύ μεγαλύτερο από τις ανάγκες μιας μεμονωμένης οικογένειας, διάσπαρτα παιχνίδια, εσωτερική «καφετέρια-μπαρ» κ.ά. 

Το εργοστάσιο ΛΑΡΚΟ, το ξενοδοχείο γυμνιστών στην Αργολίδα, το ναυάγιο στην Ελευσίνα είναι ακόμη μερικά από τα πεδία έρευνάς τους. 

Στο προφίλ στο Instagram «lumiere urbex», από την άλλη, η ατμόσφαιρα αλλάζει κάπως. Εδώ, η έμφαση δίνεται σε μια αστική εξερεύνηση από ψηλά. Εξάλλου, ο κάτοχος του προφίλ, ήταν ένας από τους ανθρώπους που τον Οκτώβριο του 2024 σκαρφάλωσαν στην κορυφή του στεγάστρου Καλατράβα στο ΟΑΚΑ και, αφού πέρασαν τη νύχτα εκεί, αποχώρησαν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, παρά μόνο όταν μοιράστηκαν οπτικοακουστικό υλικό στα κοινωνικά δίκτυα. 

Η αντίδραση από μερίδα του κοινού και των ΜΜΕ ήταν έντονη καθώς τέθηκαν θέματα ασφάλειας των ίδιων των «παραβατών», αλλά και βανδαλισμού. 

Φωτογραφία: Lumiere urbex

Η απάντηση και στα δύο έρχεται απευθείας από τον lumiere urbex: «Αντιμετωπίζουμε την ασφάλεια με απόλυτη σοβαρότητα. Μπορεί στα βίντεο και τις φωτογραφίες, οι οποίες ανεβαίνουν στο ίντερνετ να μη φαίνεται, και πολύς κόσμος να μην το καταλαβαίνει, αλλά κάθε κίνηση έχει παιχτεί επανειλημμένως στο μυαλό μας για να είμαστε σίγουροι για την αποφυγή λαθών. Δεν πρόκειται για δραστηριότητα χωρίς ρίσκο και δεν προτείνεται σε κανέναν. Η ενημέρωση, η κριτική στάση και η αποφυγή επικίνδυνων καταστάσεων είναι βασικές προϋποθέσεις για εμάς».

Φωτογραφία: Lumiere urbex

Όσο για το αν θα βανδάλιζαν κάποιον χώρο τον οποίο επισκέπτονται: «Πολλές φορές τα κανάλια και η κοινή γνώμη μας ταυτίζουν με κλέφτες ή διαρρήκτες, κάτι που στην πραγματικότητα είναι λάθος και άδικο. Ο νούμερο ένα κανόνας της κοινότητάς μας παγκοσμιως, είναι ο σεβασμός στους χώρους, ο οποίος εκφράζεται μέσα απο τη μη παρέμβαση, τη μη αλλοίωση και τη μη αφαίρεση αντικειμένων. Οπως ξερουν ολοι για το urbex, το σλόγκαν μας είναι “Take only photos, leave nothing but footprints”. 

Κάνει, ωστόσο έναν διαχωρισμό από εκείνους που εμφανίζονται ως urbexers χωρίς να είναι πραγματικά: «Τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω του TikTok, έχει μεγαλώσει πολύ η τάση στις μικρότερες ηλικίες. Δεν μπορώ να πω ότι όλοι όσοι εμφανίζονται σήμερα ως urbexers είναι σοβαροί εξερευνητές. Ένα μεγάλο ποσοστό προκαλεί ζημιές και δεν σέβεται τους χώρους, και αυτό για εμάς αποτελεί πραγματικό πρόβλημα».

Φωτογραφία: Μαρία Καψαμπέλη

«Το urbex είναι τρόπος επιβίωσης»

Φοιτητής της Ιατρικής, ορειβάτης και αθλητής μεγάλων αποστάσεων, η αστική εξερεύνηση μπήκε στη ζωή του lumiere urbex από μικρή ηλικία, όχι ως χόμπι ή από περιέργεια, αλλά ως ένας τρόπος επιβίωσης. Δηλώνει μάλιστα ότι χωρίς αυτό, ίσως να μην βρισκόταν εδώ σήμερα: «Μεγάλωσα σε δύσκολα παιδικά χρόνια, μέσα σε ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον και η ανάγκη για απόδραση ήταν πραγματική. Στο ανεξερεύνητο και στο άπιαστο βρήκα οξυγόνο. Εκεί υπήρχε σιωπή, έλεγχος και απόσταση από μια καθημερινότητα που δεν άντεχα».

Το μέρος στο οποίο συχνά επιστρέφει, παρά το γεγονός ότι έχει ταξιδέψει σε πάρα πολλά και εντυπωσιακά μέρη του κόσμου, είναι μια ταράτσα σχολείου. Εκεί ξεκίνησαν όλα. Ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκε κάπου «ψηλά» και ένιωσε την ελευθερία που κυνηγάει κάθε μέρα.

Μας εξηγεί πως εκείνο που τον γοητεύει στα εγκαταλελειμμένα κτήρια και τις υποδομές είναι το ταξίδι στο παρελθόν: «Νιώθω τα ίχνη όσων έζησαν πριν από εμένα, τις ιστορίες τους, τις χαρές και τους πόνους τους. Όταν με ρωτούν αν προτιμώ το παρελθόν ή το μέλλον, πάντα απαντώ το παρελθόν. Εκεί βρίσκω το βάρος και τη σημασία της ζωής μου. 

Όσο για τα υψόμετρα και τα νεόκτιστα κτήρια, το συναίσθημα του να βρίσκομαι ψηλά, μόνος, χωρίς να ξέρει κανείς ότι είμαι εκεί, με συναρπάζει και με σοκάρει. Μου δίνει μια ανάσα ελευθερίας χωρίς όρια, ειρήνη με την ψυχή μου και αγάπη. Είναι σαν να βρίσκομαι ανάμεσα στον χρόνο και τον χώρο, και για λίγο όλα γίνονται δικά μου».

Φωτογραφία: Lumiere urbex

Η παγκόσμια κοινότητα του urbex και η Ελλάδα

Σύμφωνα με τον lumiere urbex η αστική εξερεύνηση είναι μια παγκόσμια τάση που ενώνει ανθρώπους από όλο τον κόσμο: «Για εμένα μοιάζει με ένα παγκόσμιο πάρτι, χωρίς σκηνή και χωρίς παρουσιαστές μόνο ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια ανάγκη για εξερεύνηση. Εγώ και οι φίλοι μου δεν θεωρούμε σωστό να μας αποκαλούν “ομάδα”, αλλά μέσα από τις φωτογραφίες και τις αναρτήσεις μας εκπροσωπούμε την Ελλάδα. 

Η αληθινή κοινότητα του urbex, οι άνθρωποι που ακολουθούμε τον κώδικα είμαστε λίγοι. Μετρημένοι στα δάχτυλα, αλλά δυνατοί και δεμένοι μεταξύ μας. Έχουμε γνωρίσει ανθρώπους από πολλές χώρες και πόλεις σε όλο τον κόσμο και έχουμε χτίσει δεσμούς βασισμένους στον κοινό κώδικα και τον σεβασμό».

Φωτογραφία: Lumiere urbex

Μέλος της παγκόσμιας κοινότητας urbex θεωρεί τον εαυτό της και η φωτογράφος Μαρίζα Καψαμπέλη, η οποία όμως προσεγγίζει την δραστηριότητα από μία περισσότερο καλλιτεχνική σκοπιά. Όπως μας λέει: «Ξεκίνησα να φωτογραφίζω εγκαταλελειμμένους χώρους ήδη από το 2011, πριν ακόμα μάθω τον όρο αυτό. 

Για μένα, η εξερεύνηση είναι αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας, αλλά πάντα με έναν κώδικα που η κοινότητα σέβεται: δεν παίρνω τίποτα από τους χώρους, δεν αφήνω ίχνη και πάνω από όλα, προτεραιότητα έχει η ασφάλεια. Για μένα το urbex πέρα από περιπέτεια, είναι παρατήρηση, κατανόηση του χρόνου που αφήνει το αποτύπωμά του και ευαισθησία σε ό,τι μένει πίσω όταν η ανθρώπινη παρουσία φεύγει».

Φωτογραφία: Μαρία Καψαμπέλη

Μέσα από την δουλειά της με τον τίτλο «In absentia», προσπαθεί να καταγράψει τη μεταμόρφωση, τη σχέση των εγκαταλελειμμένων χώρων με τον χρόνο και τη φύση. Ομολογεί ότι βρίσκει μια έντονη αισθητική στη φθορά, γιατί μέσα από αυτήν αποκαλύπτονται ιστορίες που δεν είναι πια ορατές με άμεσο τρόπο. 

Και όσο για το πώς θέλει η δουλειά αυτή να εισπράττεται από τον κόσμο: «Με ενδιαφέρει να δημιουργηθεί ένας χώρος σιωπής, όπου ο θεατής να σταθεί και να παρατηρήσει, να φανταστεί τι υπήρχε πριν και τι έχει χαθεί. Οι χώροι αυτοί, μαζί με τις μνήμες που κουβαλούν, σταδιακά εξαφανίζονται και η φωτογραφία είναι ένας τρόπος να κρατηθεί κάτι από αυτό, πριν χαθεί τελείως».

Φωτογραφία: Μαρία Καψαμπέλη

Από την «εγκατάλειψη» στη «μεταμόρφωση»

Η ενασχόληση της καλλιτέχνιδας με το urbex προέκυψε οργανικά, όπως μας λέει, μέσα από την έλξη προς χώρους που έχουν παγώσει στον χρόνο: «Με γοητεύει η αίσθηση ότι κάθε χώρος κουβαλά μια αφήγηση που έχει διακοπεί, αλλά ταυτόχρονα συνεχίζει να υπάρχει. Οι εγκαταλελειμμένοι χώροι λειτουργούν σαν ανοιχτά μουσεία μνήμης. Σαν να υπάρχει ακόμα ζωή, αλλά σε άλλη μορφή. Αυτή η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη μνήμη και τη φθορά είναι αυτό που με συγκινεί».

Όσο για το πώς επιλέγει τους χώρους που επισκέπτεται, αυτό γίνεται μέσα από έναν συνδυασμό έρευνας και ενστίκτου. Κάποιες τοποθεσίες προκύπτουν μέσα από αναζήτηση και πληροφορία, άλλες από τυχαία ανακάλυψη. Και στις δυο περιπτώσεις όμως, αυτό που την οδηγεί είναι η αίσθηση του χώρου τη στιγμή που βρίσκεται μέσα σε αυτόν. 

Φωτογραφία: Lumiere urbex

Βασική προϋπόθεση για την ίδια είναι η ασφάλεια, όπως εξηγεί: «Υπάρχουν χώροι που μπορεί να είναι πολύ δυνατοί ως εικόνα, αλλά αν δεν είναι ασφαλείς, δεν αξίζει να μπεις σ αυτή τη διαδικασία. Αυτό είναι κάτι που μέσα στο πλαίσιο του urbex, το μαθαίνεις και το σέβεσαι».

Όσο για το μέρος που την έχει αγγίξει περισσότερο από όσα έχει φωτογραφίσει, αυτό είναι το Bastnäs, στα σύνορα Σουηδίας με Νορβηγία. Πρόκειται για το μεγαλύτερο νεκροταφείο αυτοκινήτων στην Ευρώπη, με εκατοντάδες αυτοκίνητα παρατημένα μέσα στο δάσος από τη δεκαετία του ’50.

Φωτογραφία: Lumiere urbex

«Αυτό που με σημάδεψε», μας αφηγείται, «δεν ήταν τόσο το μέγεθος, όσο η αίσθηση ότι τα αυτοκίνητα δεν είναι πια ξένα σώματα. Η φύση τα έχει απορροφήσει πλήρως. Η σκουριά, τα βρύα, τα δέντρα, όλα λειτουργούν σαν ένα ενιαίο τοπίο. Τα αυτοκίνητα μοιάζουν περισσότερο με οργανικά στοιχεία του τοπίου, παρά με ανθρώπινα αντικείμενα.

Θυμάμαι ότι δεν ένιωσα τόσο την αίσθηση και την σκληρότητα της εγκατάλειψης, όσο της μετάβασης, της μεταμόρφωσης. Είναι από τα λίγα μέρη όπου καταλαβαίνεις πολύ έντονα ότι τίποτα δεν χάνεται πραγματικά, απλώς αλλάζει μορφή».

Πηγές: www.ctinsider.com, urbexhub.com

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version