Η Ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια. Συνήθως παραμένει ερμητικά κλεισμένη στα ντουλάπια και ελάχιστοι καταπιάνονται μαζί της: Οι επιστήμονες, που ούτως ή άλλως την υπηρετούν δια βίου. Οι φιλόλογοι στα Γυμνάσια και τα Λύκεια- οι περισσότεροι χωρίς να τους αρέσει. Και οι αποκαμωμένοι μαθητές των πανελλαδικών, οι οποίοι μεταξύ παπαγαλίας και σκοπιμότητας ουδόλως ενδιαφέρονται για τα βαθύτερα νοήματα. Δεν είναι, άλλωστε, δουλειά τους.
Κάποιες φορές, όμως, η Ιστορία αποφασίζει να εξέλθει από τον Κάτω Κόσμο. Όχι για να «επαναληφθεί ως φάρσα», ούτε όμως για να διδάξει. Αλλά για να διχάσει. Ξανά. Και να μας θυμίσει ότι οι πόλεμοι της Μνήμης, μικροί ή πιο μεγάλοι, τελικά δεν αφορούν τίποτα άλλο εκτός από το σήμερα. Δεν θυμάμαι τις τελευταίες δεκαετίες άλλη περίπτωση ιστορικού τεκμηρίου να προκαλεί τόσο ευρύ δημόσιο διάλογο όσο οι φωτογραφίες των «200 της Καισαριανής». Ελλήνων ή κομμουνιστών, κομμουνιστών και Ελλήνων, ΕΑΜιτών και αντιμοναρχικών, αντιστασιακών και ηρώων. Ανεξαρτήτως της πολύπλοκης ορολογίας που θα επιλέξει κανείς να χρησιμοποιήσει- μάλλον αγνοώντας την ουσία- αυτό που έχει σημασία είναι ότι το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης εκτινάχθηκε σε βαθμό τέτοιο που το θέμα έγινε viral και μάλιστα σε πολλαπλές εκδοχές.
Πώς αυτό; Κυρίως διότι πρόκειται για την απόλυτη προσωποποίηση της Ιστορίας ή διαφορετικά για μια Ιστορία ηρώων σε πρώτο πρόσωπο. Κάτι βεβαίως που οι πρωταγωνιστές των τόσο ξεχωριστών και επιδραστικών ενσταντανέ δεν θα μπορούσαν ποτέ να φανταστούν. Οι ίδιοι, τότε, δεν θεωρούσαν εαυτούς ήρωες. Υπηρέτησαν, απλώς και χωρίς φανφάρες, αυτό που θεωρούσαν ως πρώτιστο «καθήκον» τους. Την ιδεολογία και την ταυτότητά τους, την πίστη στο Κόμμα ή κάποια από τις παραλλαγές του, τον αντιφασισμό εντός κι εκτός Ελλάδας, το όραμα για μια διαφορετική, κομμουνιστική, κοινωνία. Και εν τέλει θυσιάστηκαν.
Η Ελλάδα του 21ου αιώνα έχει ανάγκη για ήρωες. Ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης. Ήρωες, οι οποίοι έπεσαν νεκροί από τις σφαίρες του πιο ειδεχθούς καθεστώτος που γνώρισε η ανθρωπότητα. Ήρωες ήταν βέβαια και άλλες χιλιάδες στελέχη και μέλη του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ που αντιστάθηκαν στα βουνά και τις πόλεις κατά των Γερμανών. Ομοίως και αυτοί του ΕΔΕΣ (Της Στερεάς Ελλάδας και της Ηπείρου, όχι των Αθηνών), καθώς και των άλλων «αστικών»- δηλαδή εκτός της επιρροής του ΚΚΕ- οργανώσεων. Μέλη τους, επίσης, εκτελέστηκαν από τις κατοχικές δυνάμεις, πριν αρχίσουν να αλληλοεξοντώνονται με τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ.
Ήρωες ήταν και οι άνδρες του εναπομείναντος εθνικού στρατού, οι οποίοι μαζί με τον τοπικό πληθυσμό και λίγες χιλιάδες Βρετανούς πολέμησαν στη Μάχη της Κρήτης τον Μάιο του 1941. Αλλά και όσοι στήθηκαν στα αποσπάσματα με αιτιολογία την επαίσχυντη «συλλογική ευθύνη». Είναι τα θύματα των γερμανικών αντιποίνων, στα ολοκαυτώματα στο Δίστομο, τα Καλάβρυτα, τη Βιάννο και αλλού. Ήταν εκείνη μια εποχή δαιμόνων, ηρώων και τεράτων. Των δαιμόνων του ναζισμού και του δωσιλογισμού, των ηρώων της Αντίστασης και της καθημερινής επιβίωσης και των τεράτων μιας ακατάσχετης εμφύλιας βίας με ρίζες γερές στο προπολεμικό παρελθόν. Βίας που πλησιάζοντας στις μέρες της Απελευθέρωσης φούντωνε, μεταξύ των Ελλήνων, για να κορυφωθεί, εν πρώτοις, στα Δεκεμβριανά του 1944.
Τα τελευταία λίγη σημασία έχουν σήμερα. Αυτό που κυριαρχεί είναι οι φωτογραφίες των «200». Το γεγονός ότι μια πτυχή της σκοτεινής δεκαετίας του 1940 λειτουργεί ως αφορμή επανεκκίνησης του περί Ιστορίας δημοσίου διαλόγου, ακόμα κι αν αυτός είναι αποκομμένος από το ευρύτερο περιβάλλον, είναι θετικό. Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί να παραβλεφθεί είναι η απογοητευτική ποιότητα του δημόσιου διαλόγου, φυσικά με την αμέριστη συμβολή των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Εδώ εντοπίζεται το δεύτερο στοιχείο που μετατρέπει το ιστορικό τεκμήριο σε αιτία ανάφλεξης της δημόσιας σφαίρας: Είναι η εργαλειοποίηση της Ιστορίας, με σαφή τάση πολιτικοποίησης και προβολές στο υπάρχον κομματικό σύστημα. Είναι, επίσης, η τοποθέτηση των συμμετεχόντων στη συζήτηση στις εξής δύο κατηγορίες: με τους «200» ή με τους δωσίλογους. Με τους ήρωες του ΚΚΕ και της Αριστεράς ή με τους «πολιτικούς απόγονους του Μεταξά». Με εμάς ή με το «σύστημα». Και πάντως, με τα όρια δυσδιάκριτα, αλλά και την Ιστορία να απαιτεί τα εντελώς αντίθετα για να μελετηθεί: σύνθεση και νηφαλιότητα.
Όπως σημειώθηκε στην αρχή αυτού του κειμένου, η Ιστορία παίζει περίεργα παιχνίδια. Εν μέσω του αντίκτυπου των «200», σε λιγότερο από 40 ημέρες, στις 31 Μαρτίου, συμπληρώνονται 80 χρόνια από την έναρξη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Εκείνη την ημέρα, το 1946, διεξήχθησαν οι πρώτες έπειτα από 10 χρόνια εθνικές εκλογές, με το ΚΚΕ να απέχει. Αντί της συμμετοχής στις κάλπες μια μικρή ανταρτική ομάδα επιτέθηκε κατά του αστυνομικού σταθμού στο Λιτόχωρο σκοτώνοντας 13 άτομα, κυρίως χωροφύλακες. Ο κύβος είχε ριφθεί.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος (1946- 1949) ήταν η πρώτη θερμή αναμέτρηση του Ψυχρού Πολέμου και καθόρισε Ελλάδα έως και το τέλος του 20ου αιώνα, ενώ η Μνήμη του φαίνεται ότι συνδιαμορφώνει έως και σήμερα- δηλαδή στη μακρά διάρκεια- ιδεολογίες, ταυτότητες και συνειδήσεις. Θα απασχολήσει, άραγε, αυτή η σημαντική επέτειος την ελληνική κοινωνία όσο οι «200 της Καισαριανής»; Δεν είναι ακόμα μια ευκαιρία να φωτιστεί η πλέον ηρωική, αλλά συνάμα τραγική και αιματοβαμμένη εποχή της ελληνικής Ιστορίας; Αν αναλογιστεί κανείς όσα συμβαίνουν σήμερα, αλλά και το φολκόρ στη βάση του οποίου η κυβέρνηση «γιόρτασε» τα 200 χρόνια από την Επανάσταση και τα 50 της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Η Ιστορία θα ξαναπάρει σιγά- σιγά τη θέση της. Ερμητικά κλεισμένη στα συνήθη, σκονισμένα ντουλάπια της.
