Βαδίζουμε προς το συνέδριο, το οποίο αρχικά είχε εξαγγελθεί να είναι Οργανωτικό αλλά βεβαίως οι πολιτικές εξελίξεις και η πίεση της κοινωνίας, ή μάλλον οι ανάγκες της κοινωνίας, υποχρεωτικά θα το κάνουν να είναι ένα έντονο πολιτικό συνέδριο. Ο κόσμος περιμένει να ακούσει από αυτό προτάσεις, θέσεις και δεσμεύσεις. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε πρώτα το Οργανωτικό και μετά να ξανακάνουμε άλλο ένα πολιτικό συνέδριο, όπως προτείνουν μερικοί. Μία και καλή θα είναι. Διότι από εκεί και πέρα θα μείνουν μήνες μόνο μέχρι τις εκλογές, οι οποίοι θα είναι λίγοι, πυκνοί και απαιτητικοί. Άρα ό,τι κάνουμε, θα το κάνουμε στο επερχόμενο συνέδριο.
Πιστεύω ότι οι μέχρι τώρα διαδικασίες και εξελίξεις του συνεδρίου είναι καλές, ομαλές και υποσχόμενες. Αλλά αυτό το οποίο πρέπει να έχουμε υπόψη μας είναι ότι, παρά τα όσα λέμε και αναπτύσσουμε εκτενώς, για να φτάσουν αυτά τα μηνύματα στην ελληνική οικογένεια, στον Έλληνα πολίτη, στον Έλληνα πατριώτη και στον Έλληνα δημοκράτη, πρέπει να οργανωθούν και να επικεντρωθούν. Σήμερα κανείς δεν συγκινείται τόσο πολύ με το κλέος, τη δόξα την οποία είχε το ΠΑΣΟΚ παλιά, αλλά ενδιαφέρεται μόνο άμα του πεις πολύ συγκεκριμένα πράγματα, τα οποία θα τον επηρεάσουν με έναν καταλυτικό τρόπο τα επόμενα χρόνια. Είτε θετικό, είτε αρνητικό.
Αυτό το οποίο προτείνω, είναι να υιοθετήσουμε, πέραν από το πρόγραμμα, δυο-τρία βασικά σημεία, τα οποία θα γίνουν οι αιχμές, οι άξονες και η σημαία, για μια προσέγγιση στις αγωνίες των πολιτών και αυτά είναι τα εξής:
Ι. Στρατηγικός αφελληνισμός
Το πρώτο ζήτημα το οποίο θεωρώ ότι είναι καθοριστικής σημασίας για την κοινωνία σήμερα, είναι ο κίνδυνος να υπάρξει ένας στρατηγικός αφελληνισμός της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή, ζωτικά μέρη της ελληνικής οικονομίας, από τις κατοικίες, τα τουριστικά συγκροτήματα, τις επιχειρήσεις, τα εργοστάσια, τις υποδομές, να βρεθούν σε ξένα χέρια, και μάλιστα σε ανεξέλεγκτα ξένα χέρια, όχι με τη μορφή παραγωγικών επενδύσεων που γίνονται σε άλλες χώρες, αλλά με τη μορφή κερδοσκοπικών κινήσεων και εκμετάλλευσης του πλουτοπαραγωγικού δυναμικού της χώρας μας.
Κορυφαίο εργαλείο σε όλα αυτά είναι η Golden Visa, μέσω της οποίας εξαγοράζονται κατοικίες, αλλά τώρα πλέον και εργοστάσια, σε πολύ ευαίσθητες περιοχές. Ο νομός Έβρου έχει αλλοιωθεί από μαζικές τουρκικές αγορές. Τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου επίσης. Η Αθήνα, κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος έχει παραδώσει δεκάδες χιλιάδες ιδιοκτησίες σε εξ Ανατολών ιδιοκτήτες. Τούρκους, ισραηλινούς, από την Μέση Ανατολή, την Κίνα και ούτω καθεξής.
Έτσι έχει διαμορφωθεί μια κατάσταση, όπου όλο και περισσότερη εθνική περιουσία περνά σε ξένα χέρια ανεξέλεγκτα, κανείς δεν ξέρει ποιος την έχει. Μάλιστα κάνουμε κάτι το οποίο είναι ιστορικά πρωτοφανές και ανταλλάσσουμε πολιτειακά δικαιώματα, όπως είναι αυτό της παραμονής, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, κάτι το οποίο δεν γίνεται σε καμία ευνομούμενη χώρα της υφηλίου. Έστω να δεχθούμε ότι αυτό έγινε συγκυριακά λόγω της έλλειψης ρευστότητας κατά την περίοδο της κρίσης των Μνημονίων. Ωραία, όμως πέρασε η κρίση. Ακόμα τώρα έχουμε ανάγκη να εκποιούμε εν ψυχρώ δεκάδες χιλιάδες ακίνητα;
Για αυτό πιστεύω ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να οργανώσει μια διαρκή εκστρατεία με κινητοποίηση όλων των τοπικών φορέων, να καταδείξει τους εθνικούς κινδύνους που κρύβει αυτό το φαινόμενο και να αντιπαλέψει τη δυναμική της με κάθε τρόπο. Αλλιώς θα το πληρώσουμε ακριβά στο μέλλον και ιδού μία υποθετική περίπτωση:
Για παράδειγμα, ότι γίνεται ένα εθνικό επεισόδιο, όπως τώρα που έχουμε την Navtex που είναι μια έμμεση αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας. Ακολουθούν μερικές ενέργειες που πυροδοτούν μια ένταση και οδηγούν σε κλιμάκωση. Οι πολίτες στα ελληνικά νησιά καλούνται τότε να οργανωθούν αλλά το ερώτημα είναι τι θα πράξουν οι χιλιάδες ιδιοκτησίες των γειτόνων στη χώρα μας; Άραγε θα οργανωθούν εναντίον της Γαλάζιας Πατρίδας ή εναντίον της χώρας που τους φιλοξενεί και μάλιστα τους έχει παραχωρήσει μακρά άδεια παραμονής; Έτσι, όπως καθένας αντιλαμβάνεται, μπορεί να διαμορφωθεί εκ του μη-όντος μια εξαιρετικά απειλητική κατάσταση για την εθνική ασφάλεια και ανεξαρτησία. Και πιστεύω ότι πρέπει να προνοήσουμε για αυτούς τους κινδύνους πριν είναι πολύ αργά.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Έρχονται στην χώρα τα funds, τα οποία αγοράζουν ελληνικές επιχειρήσεις, κερδοσκοπούν ένα διάστημα με αυτές, έπειτα παίρνουν τα μερίσματα τα οποία σημειωτέον η Νέα Δημοκρατία τα φορολογεί μόνο στο 5%, το χαμηλότερο της Ευρώπης, ξεπουλάνε και αποχωρούν. Άρα δεν πρόκειται για μόνιμες επενδύσεις εδώ αλλά για ένα ταξίδι aller-retour. Οι μόνες κάπως μόνιμες επενδύσεις που γίνονται, είναι τα λεγόμενα data centers, τα κέντρα δεδομένων. Όμως αυτά είναι τόσο ενεργοβόρα και επιβαρυντικά για το περιβάλλον, που σε όλες τις χώρες αργά ή γρήγορα ξεσηκώνονται για να τα διώξουν. Αλλά και αυτά είναι μερικοί υπολογιστές όπου δουλεύουν φοιτητές και απόφοιτοι και άμα θέλουν τους παίρνουν και φεύγουν. Δεν είναι εδραίες παραγωγικές επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα τα οποία εξάγονται. Πρέπει αυτό το φαινόμενο να το αναδείξει το ΠΑΣΟΚ.
Έχουν φτάσει αυτά τα κερδοσκοπικά σχήματα να αγοράζουν ακόμα και ιδιωτικά σχολεία, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην περιφέρεια. Σκεφτείτε δηλαδή να στείλει κάποιος το παιδί του σε ένα ιδιωτικό και να θέλει να παραπονεθεί ή να διατυπώσει μια γνώμη, δεν θα ξέρει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης και από που κρατάει η σκούφια του. Φανταστείτε το πιο απλό πράγμα, τι συνέπειες μπορεί να έχει αν θελήσει να επηρρεάσει έστω και ακροθιγώς την διδασκαλία της Ιστορίας ή της ελληνικής γλώσσας! Αυτά τα φαινόμενα χαρακτηρίζουν κοινωνίες οι οποίες είναι σε αποδρομή.
Πουθενά αλλού στον κόσμο δεν υπάρχει τέτοια διείσδυση ξένου κεφαλαίου, ανεξέλεγκτου, επαναλαμβάνω και πάλι, χωρίς υποχρεώσεις, σε μια σειρά από ζωτικές δραστηριότητες της χώρας αυτής.
Αυτό είναι το ένα θέμα, το οποίο πιστεύω ότι πρέπει να γίνει η σημαία του ΠΑΣΟΚ, διότι κινδυνεύει η ασφάλεια του πολίτη, η εθνική ασφάλεια και η εθνική μας αξιοπρέπεια. Και πιστεύω ότι όλα αυτά τα ζητήματα, το ΠΑΣΟΚ ιστορικά τα έχει αναδείξει και είναι ίσως το μοναδικό κόμμα το οποίο τα έχει υπερασπιστεί μέχρι κεραίας.
ΙΙ. Δεύτερο θέμα, η ακρίβεια
Εμείς λέμε διάφορες θεωρίες, το ένα, το άλλο, κτλ., αλλά η ακρίβεια είναι η πρέσα η οποία κάθε μέρα, πρωί, μεσημέρι και απόγευμα, πιέζει τα νοικοκυριά. Όσες φορές πάει στο σουπερμάρκετ, όσες φορές πάρει το λεωφορείο, όσες φορές σκεφτεί να αγοράσει κάτι, αντικρίζει την πρέσα της ακρίβειας. Και πιστεύω ότι εκεί χρειάζεται να βρούμε μερικούς τρόπους, όχι είκοσι μέτρα και πέντε πολιτικές, πρέπει να βρούμε τρία τέσσερα μέτρα, τα οποία θα κάνουν τη διαφορά.
Κατά την άποψή μου, οι τομείς της ακρίβειας οι οποίοι πονάνε όλα ανεξαιρέτως τα νοικοκυριά είναι τέσσερις: ηλεκτρισμός, τηλεπικοινωνίες, σουπερμάρκετ, ακτοπλοϊκά εισιτήρια. Αυτά είναι τα τέσσερα αγκάθια.
Στον ηλεκτρισμό, το βασικό πρόβλημα οφείλεται στον τρόπο λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Ενέργειας και στα υπερκέρδη τα οποία αποκομίζει η ΔΕΗ από την είσοδο των λιγνιτικών σταθμών στη διαπραγμάτευση ηλεκτρισμού που γίνεται κάθε μέρα. Άρα αυτό είναι που πρέπει να σταματήσει. Μην κάνουμε πως δεν βλέπουμε και λέμε τώρα πρέπει να το εξορθολογήσουμε, να δούμε αυτό εδώ, να κάνουμε το ένα, να κάνουμε το άλλο. Ένα πραγματάκι χρειάζεται να αλλάξουμε. Ότι όταν μπαίνει η ΔΕΗ μέσα στο σύστημα για να συμπληρώσει ενέργεια που λείπει, δεν την προσφέρει στην υψηλότερη τιμή αλλά στο μέσο κόστος που έχει συν ένα είκοσι τοις εκατό κέρδος, και τελείωσε όλο το θέμα. Γιατί δεν γίνεται αυτό; Άγνωστον.
Δεύτερον, τηλεπικοινωνίες. Οι τηλεπικοινωνίες δεν είναι υπηρεσία εντάσεως εργασίας. Είναι μερικοί υπολογιστές και μερικές κεραίες, να το πω έτσι απλοϊκά και πολύ πρακτικά. Κι όμως η Ελλάδα είναι η δεύτερη ακριβότερη στην Ευρώπη μετά το Βέλγιο. Πώς εξηγείται αυτό; Κανείς δεν το εξηγεί, διότι πολλοί έχουν συμφέρον. Η δαπάνη της μέσης ελληνικής οικογένειας στις τηλεπικοινωνίες είναι πολύ μεγάλη, διότι άμα βάλεις υπολογιστές, ίντερνετ, κινητά, κινητά παιδιών κτλ., όλη η οικογένεια ξοδεύει γύρω στα τετρακόσια ευρώ μηνιαίως. Τι χρειάζεται να γίνει; Να στείλεις την Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών, που υποτίθεται μεριμνά για τον καταναλωτή, στην Επιτροπή Ανταγωνισμού για έλεγχο.
Τρίτον, σουπερμάρκετ. Μία πολύ απλή διαδικασία θα ήταν να συγκρίνουμε, με έναν τρόπο συστηματικό, τις τιμές που έχουν τα ελληνικά σουπερμάρκετ με αυτά που έχουν τα σουπερμάρκετ άλλων χωρών, για παράδειγμα της Γερμανίας. (Για παράδειγμα, οι παιδικές τροφές είναι σε διπλάσια ή τριπλάσια τιμή από πολλές ευρωπαϊκές χώρες). Γίνεται αυτό από την Επιτροπή Ανταγωνισμού; Καθόλου. Όχι μόνο δεν γίνεται, αλλά μια φορά τόλμησε η δημόσια διοίκηση, τρέμοντας, να βάλει πρόστιμο σε ένα μεγάλο σουπερμάρκετ, και την άλλη μέρα δέχτηκε τους ιδιοκτήτες ο πρωθυπουργός για να τους καταπραΰνει, ότι μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να συμβεί ξανά. Και μάλιστα χωρίς καν παρόντα τον αρμόδιο υπουργό! Μα έτσι δεν πρόκειται να γίνει τίποτα ουσιαστικό. Εμείς πρέπει να τα αναδείξουμε αυτά.
Και φυσικά, το άλλο μέγα θέμα το οποίο θα σκάσει οσονούπω, είναι τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια, για τα οποία θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε. Διότι εάν έρθουν οι αυξήσεις οι οποίες φημολογούνται στην πιάτσα, θα έχουμε ουσιαστικά ένα καθεστώς απαγορευτικό για τις διακοπές του μέσου πολίτη, και του μικρομεσαίου πολίτη και πολλών άλλων.
ΙΙΙ. Η φορολογία του πολύ μεγάλου πλούτου
Τέλος, ένα θέμα το οποίο θέλω να προτείνω εκτός προγράμματος είναι ότι κάτι συγκεκριμένο πρέπει να πούμε για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεν φτάνει να λέμε θα κάνουμε ένα κοινωνικό κράτος, επειδή οι ανισότητες αυτές γίνονται όλο και περισσότερο προκλητικές, λουσάτες και προσβλητικές. Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ανεβάσουμε το κόστος αυτής της μανίας καταναλωτισμού, επίδειξης και αλαζονείας. Και αυτό είναι η φορολογία του πολύ μεγάλου πλούτου.
Η φορολογία του πολύ μεγάλου πλούτου ήδη εφαρμόζεται σε άλλες χώρες. Μέχρι και η Μελόνι έφτιαξε ένα σχήμα που φορολογεί τον πολύ μεγάλο πλούτο. Στην Ελβετία γίνεται, στη Νορβηγία γίνεται, στην Ισπανία γίνεται και περιφερειακά και κεντρικά. Άρα πιστεύω ότι εμείς κάπως πρέπει να αξιολογήσουμε όλα αυτά τα πλαίσια και να βγάλουμε μία δική μας πρόταση, πεντακάθαρη, την οποία θα προτείνουμε προεκλογικά. Και θα πούμε ότι όσα λεφτά μαζευτούν, τα οποία μπορεί να είναι αρκετά, μπορεί να είναι έως και ένα δις ή και παραπάνω το χρόνο, θα προικίσουμε με αυτά το Ταμείο Εθνικού Πλούτου. Και θα πάνε στη νέα γενιά ως ένα αντιστάθμισμα της αδικίας την οποία αντιμετώπισε τα προηγούμενα χρόνια λόγω των Μνημονίων.
Μην ξεχνάμε ότι ναι μεν είναι καλή ιδέα να κάνουμε το Υπερταμείο, ένα Ταμείο Εθνικού Πλούτου, αλλά το θέμα είναι ότι διαθέσιμα λεφτά δεν έχει. Διότι προς το παρόν τα κεφάλαια του είναι δεσμευμένα υπό την επιτροπεία της Τρόικας για άλλα 90 χρόνια. Και για να ξεπαγώσουνε θέλει μια σειρά από δύσκολες διαδικασίες, διαπραγματεύσεις κτλ. Η ιδέα να το κάνουμε εθνικό ταμείο είναι καλή, αλλά πρέπει σιγά-σιγά να του βρίσκουμε και προίκα. Και πιστεύω ότι αυτή η πρόταση της φορολογίας του πολύ μεγάλου πλούτου είναι μία καλή αρχή.
Ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης είναι ομότιμος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, πρώην υπουργός.
