Ήταν αρκετή μια ανάρτηση της Έφης Αχτσιόγλου, για να πυροδοτήσει ένα νέο κύμα ηθικού πανικού απέναντι στους βίγκαν. «Βιγκανισμός και τραμπισμός δεν πάνε μαζί. Όσο ενισχύεται ο δεύτερος, θα μειώνεται η επιρροή του πρώτου», έγραψε η βουλεύτρια της Νέας Αριστεράς, σε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και άνοιξε τον ασκό τον Αιόλου.
Μια βόλτα στα social media θα έπειθε και τον πλέον κυνικό παρατηρητή ότι εδώ η αντίδραση ήταν δυσανάλογη, ακόμα και μιας πιθανής αστοχίας: τι για πολιτική αφέλεια διαβάσαμε, τι ότι ο Χίτλερ ήταν βίγκαν, άρα δε συνδέεται αρνητικά ο βιγκανισμός με τον φασισμό, τι ότι για όλα φταίει το αβοκάντο.
Κοινός παρονομαστής στο μίσος για τον βιγκανισμό, απ’ όπου κι αν προέρχεται, πέρα από τη βιαιότητα της ρητορικής, αποτελεί το επιχείρημα ότι πρόκειται για ατομικιστική πρακτική. Ο βίγκαν είναι ένα νεοφιλελέ αυτιστικό τέρας, που νοιάζεται μόνο για την υγεία και τη μακροζωία του, κάνει περίεργες και υποκριτικές καταναλωτικές επιλογές και δεν ενδιαφέρεται για τους κατατρεγμένους. Φυσικά ανήκει στις ανώτερες τάξεις, είναι ψευτοκουλτουριάρης και συχνά υιοθετεί νιου έιτζ θρησκευτικές ιδεολογίες. Συνήθως, κάπου εδώ θα γίνει και ένας συσχετισμός με τη woke κουλτούρα και τα δεινά που αυτή επιφέρει.
Είναι προφανές ότι δημιουργώντας ένα τέτοιο σκιάχτρο, είναι εύκολο να το αποδομήσεις μετά, καθώς το έχεις επίτηδες κατασκευάσει, να είναι όπως σε βολεύει. Είναι όμως ο βιγκανισμός έτσι;
Ας δούμε στην περιβόητη δήλωση της Έφης Αχτσιόγλου, ποια είναι η φράση που προηγείται της συσχέτισης βιγκανισμού και τραμπισμού: «Η επιλογή της χορτοφαγίας απορρέει από τη συνεχή προσπάθεια να μπούμε στη θέση του άλλου, να δούμε τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, να νιώσουμε τον δικό του πόνο».
Είναι προφανές, ακόμα και αν κάποιος διαφωνεί, ότι το πλαίσιο που θέτει η βουλεύτρια είναι αυτό της ηθικής στάσης που λαμβάνει σοβαρά τον βίο περισσότερο ευάλωτων από εμάς όντων. Βρισκόμαστε εδώ στον αντίποδα της καρικατούρας του βίγκαν ατόμου, που κυκλοφορεί στην αγορά των social media. Η χορτοφαγία δεν είναι μόδα ή τρεντ, αλλά πολιτική θέση, και μάλιστα ριζοσπαστική. Και αυτό ίσως είναι που ενοχλεί περισσότερο.
Ας πάρουμε για παράδειγμα την αυριανή Τσικνοπέμπτη. Για άλλη μια χρονιά, ένα σύννεφο τσίκνας θα σηκωθεί στην πόλη, με αυτοσχέδιες ψησταριές να βρίσκονται έξω από σχεδόν κάθε κατάστημα και σπίτι. Η κατανάλωση κρέατος, που σύμφωνα με το έθιμο προετοιμάζει για τη σκληρή νηστεία που ακολουθεί, εδώ είναι απλά η ένταση μιας συνήθειας καθημερινής. Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο διατηρείται επειδή, αν και η κοινωνική πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική, ικανοποιεί ένα γευστικό γούστο, αδιαφορώντας για τις συνέπειές του. Γιατί προφανώς είναι διαφορετική η κατανάλωση κρέατος σε μια παραδοσιακή αγροτική κοινωνία διαρκούς λιτότητας και διαφορετική στις υπεραναπτυγμένες κοινωνίες του σήμερα.
Η χορτοφαγία, με το να υπενθυμίζει το βάναυσο πλαίσιο όπου πλέον εντάσσεται η κρεατοφαγία (ένα πλαίσιο μη βιώσιμης εντατικής καλλιέργειας, βαθιάς εμπορευματοποίησης, ακραίας εκμετάλλευσης και σκληρότητας απέναντι στα ζώα), προκαλεί, γιατί ξεβολεύει αυτό το παγιωμένο γευστικό γούστο. Ενοχλεί, δηλαδή, όχι γιατί προτείνει κάτι δύσκολο αντικειμενικά, αλλά κάτι που απειλεί να διαταράξει μια παγιωμένη συνήθεια. Θυμίζει έτσι ότι το πιο δύσκολο πράγμα είναι αυτό που αλλάζει με τον πιο ανώδυνο τρόπο. Αυτό που μας καλεί να αλλάξουμε τον μικρόκοσμό μας.
