Σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς, και η τεχνητή νοημοσύνη προσομοιώνει την ανθρώπινη νόηση και λύνει σύνθετα προβλήματα, η Ακαδημία Αθηνών, το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας, που συμπληρώνει 100 χρόνια ζωής, συνεχίζει το έργο της στη νέα εποχή με στόχο την καλλιέργεια και την προαγωγή των επιστημών και των καλών τεχνών, αλλά και την επιστημονική έρευνα και μελέτη.
Το διήμερο διεθνές συμπόσιο που διοργανώνει στις 9-10 Φεβρουαρίου, με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών από κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού καθώς και εκπροσώπων της τεχνολογίας και της έρευνας, δεν έχει μόνο επετειακό χαρακτήρα. Φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως χώρος αναστοχασμού για το αν -και πώς- ένας θεσμός ενός αιώνα μπορεί να παραμείνει επίκαιρος.
Η ίδια η θεματολογία του συμποσίου αποκαλύπτει αυτή την αγωνία: τεχνητή νοημοσύνη, λογοτεχνία, περιβάλλον, δημοκρατία της γνώσης. Πρόκειται για ζητήματα που ξεπερνούν κατά πολύ τα στενά όρια της ακαδημαϊκής συζήτησης και αγγίζουν τον πυρήνα της σύγχρονης κοινωνίας.
Γνώση ή προσομοίωση γνώσης;
Η τεχνητή νοημοσύνη αναδείχθηκε σε έναν από τους κεντρικούς άξονες των συζητήσεων. Όχι ως τεχνολογικό θαύμα, αλλά ως φιλοσοφική και πολιτική πρόκληση. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά τι σημαίνει αυτό για την ίδια την έννοια της γνώσης.
Όπως επισημαίνουν συμμετέχοντες ακαδημαϊκοί, για πρώτη φορά η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη με συστήματα που μιμούνται τη σκέψη χωρίς συνείδηση, παράγουν λόγο χωρίς εμπειρία και συνθέτουν κείμενα χωρίς πρόθεση. Το ερώτημα αν αυτά τα συστήματα «παράγουν γνώση» ή απλώς ανασυνδυάζουν δεδομένα δεν είναι τεχνικό, είναι βαθιά φιλοσοφικό.
Η συζήτηση αυτή δεν μένει σε αφηρημένο επίπεδο. Αντίθετα, μέσα από συγκεκριμένα επιστημονικά παραδείγματα, αναδείχθηκε πώς η τεχνητή νοημοσύνη ήδη μετασχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο παράγεται και ερμηνεύεται η γνώση σε επιμέρους επιστημονικά πεδία.
Ενδεικτική ήταν η παρέμβαση του αρχαιολόγου Μιχάλη Κοσμόπουλου, ο οποίος εστίασε στις πρακτικές και μεθοδολογικές συνέπειες της τεχνητής νοημοσύνης στην αρχαιολογική έρευνα
Ο κ. Μιχάλης Κοσμόπουλος, ομιλητής στο συμπόσιο της Ακαδημίας Αθηνών για τα 100 χρόνια, αναφέρει ότι «οι αρχαιολόγοι μπορούν να καλλιεργήσουν την τεκμηριωμένη γνώση της τεχνητής νοημοσύνης» και τονίζει ότι «σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες περιπτώσεων, όπως τα γεωγλυφικά της Νάζκα και η ανάγνωση ελληνικών επιγραφών και απανθρακωμένων παπύρων, οι πιο παραγωγικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης προκύπτουν από την ολοκληρωμένη συνεργασία ανθρώπου-μηχανής και όχι από την απλή αυτοματοποίηση των εργασιών.
Μάλιστα, υποστηρίζει ότι «η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην αρχαιολογία αντιπροσωπεύει μία από τις πιο σημαντικές μεθοδολογικές αλλαγές στην ιστορία του κλάδου. Εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα εργαλεία που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνουν βασικούς τομείς της αρχαιολογικής εργασίας, από την ανάλυση του τοπίου και την ανίχνευση αρχαιολογικών χώρων και την ταξινόμηση αρχαιολογικών ευρημάτων έως την αποκατάσταση αποσπασματικών κειμένων και τις βάσεις δεδομένων μουσείων και αρχείων.
Ανάμεσα στην καινοτομία και την ευθύνη
Για θεσμούς όπως η Ακαδημία Αθηνών, το διακύβευμα είναι διπλό: από τη μία, να κατανοήσουν και να αξιοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη στην έρευνα, από την άλλη, να συμβάλουν στη χάραξη ηθικών και κοινωνικών ορίων.
Σε μια χώρα όπου ο δημόσιος διάλογος για την Τεχνητή Νοημοσύνη παραμένει αποσπασματικός και συχνά εγκλωβισμένος ανάμεσα στον ενθουσιασμό και τον φόβο, η απουσία ενός σταθερού, θεσμικού λόγου γίνεται ολοένα και πιο αισθητή. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν θέτει απλώς ερωτήματα αποτελεσματικότητας, θέτει όρια, ευθύνες και, τελικά, ερωτήματα εξουσίας: ποιος ορίζει τι είναι γνώση και με ποια κριτήρια;
Αν η Ακαδημία Αθηνών φιλοδοξεί να παραμείνει επίκαιρη στον δεύτερο αιώνα ζωής της, ίσως αυτός να είναι ο ρόλος της. Όχι να ανταγωνιστεί τις μηχανές στην παραγωγή πληροφορίας, αλλά να υπερασπιστεί τη γνώση ως ανθρώπινη, ερμηνευτική και ηθική πράξη.
Θεσμική και ηθική υπόθεση
Στο πλαίσιο της συζήτησης για τη θέση της τεχνητής νοημοσύνης στις επιστήμες και την κοινωνία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οπτική που αφορά τον ρόλο της στους θεσμούς δικαίου. Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπιος Παυλόπουλος, αναφέρεται στους περιορισμούς αλλά και στις συμπληρωματικές δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης στη νομική συλλογιστική:
«Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στη νομική συλλογιστική μόνο συμπληρωματικά, κυρίως σε περιπτώσεις όπου η ερμηνεία και η εφαρμογή των σχετικών νομικών κανόνων απαιτούν την επίλυση σύνθετων τεχνικών προβλημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει τους επίσημα εξουσιοδοτημένους νομικούς να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν το νόμο. Αυτός ο περιορισμός προκύπτει κυρίως, μεταξύ άλλων παραγόντων, επειδή η τεχνητή νοημοσύνη στερείται ακόμη και των πιο στοιχειωδών χαρακτηριστικών της συνείδησης».
«Ως αποτέλεσμα, η τεχνητή νοημοσύνη είναι δομικά και εξ ορισμού ανίκανη να ξεπεράσει τα τεχνικά και νομικά εμπόδια που σχετίζονται τόσο με: (i) την αποτελεσματική και lege artis ερμηνεία αόριστων νομικών εννοιών κατά τη διαμόρφωση νομικών κανόνων, όσο και με (ii) τη συγκεκριμένη προδιαγραφή των εννοιών αυτών σύμφωνα με τη κανονιστική τους λειτουργία κατά τη διοίκηση της δικαιοσύνης.»
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει τα όρια της τεχνητής νοημοσύνης, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίζει, αλλά όχι να αντικαθιστά, τη νομική κρίση. Τα συμπεράσματα του κ. Παυλόπουλου υπογραμμίζουν την ανάγκη για μια ισορροπημένη συνεργασία ανθρώπου-μηχανής, όπου η τεχνολογία ενισχύει τη γνώση χωρίς να υποκαθιστά την κρίση και την ευθύνη των νομικών θεσμών.
Το συμπόσιο των 100 χρόνων της Ακαδημίας Αθηνών υπενθυμίζει ότι, ακόμα και μπροστά στις τεχνολογικές και κοινωνικές προκλήσεις, η γνώση δεν είναι απλώς πληροφορία. Είναι ανθρώπινη πράξη, ερμηνεία και ηθική ευθύνη. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποστηρίζει τη σκέψη και τη δράση, αλλά η κρίση, η φροντίδα και η ευθύνη παραμένουν αναντικατάστατα στοιχεία κάθε θεσμικής και κοινωνικής πρακτικής.
