Γιατί μισείς τη δουλειά σου

Προ ημερών έμαθα για κάποιον που παραιτήθηκε από τη δουλειά του. Ναι, κάποιος παραιτήθηκε οικειοθελώς στην Ελλάδα του παρατεταμένου κραχ

Προ ημερών έμαθα για κάποιον που παραιτήθηκε από τη δουλειά του. Ναι, κάποιος παραιτήθηκε οικειοθελώς στην Ελλάδα του παρατεταμένου κραχ. Στην Ελλάδα, όπου όπως μου είπε πρόσφατα επιφανής ψυχίατρος (ο οποίος βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπος με απελπισμένα άνεργα ζευγάρια, εξ ου και η επισκεψιμότητα στα ψυχιατρικά ιατρεία των δημόσιων νοσοκομείων έχει αυξηθεί κατά 30% με 40%), «δεν υπάρχουν πλέον ψυχολογικά προβλήματα εξαιτίας της κρίσης, η κρίση είναι το ψυχολογικό πρόβλημα». Ο παραιτηθείς που αναφέρω (χαμηλού βεληνεκούς στέλεχος στον χώρο του μάρκετινγκ) δεν είχε άλλα εισοδήματα που να του επιτρέπουν να φερθεί έτσι (σχεδόν αλαζονικά) στη χώρα που θυμίζει νεκροταφείο θέσεων εργασίας. Δεν είχε καμία άλλη πρόταση για δουλειά, δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι τον περίμενε την επόμενη ημέρα. Στους οικείους του, όμως, έδωσε μια πολύ απλή εξήγηση. Είχε φτάσει πια στο σημείο να μισεί τη δουλειά του.
Ακριβώς ο τίτλος που είδα σε ένα άρθρο των «New York Times»: «Why you Ηate Work». Συντάκτες του άρθρου οι δημιουργοί της Energy Project, μιας εταιρείας που παρέχει συμβουλές σε επιχειρήσεις και οργανισμούς για τη βελτίωση της παραγωγικότητας αλλά και της «δέσμευσης» («engagement») των εργαζομένων (όπου ως «δέσμευση» νοείται κάτι από όλα αυτά: «εμπλοκή, αφοσίωση, πάθος, ενθουσιασμός, εστιασμένη προσπάθεια και ενέργεια»). Οι άνθρωποι της Energy Project εξηγούν ότι υπάρχει πλέον ένα νέο είδος «burnout» (σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης) ίσως πολύ χειρότερο από αυτό που χτυπούσε τα στελέχη επιχειρήσεων της Silicon Valley και της Γουόλ Στριτ προηγούμενων δεκαετιών. Αλλως ειπείν, δεν είσαι απλώς εξαντλημένος από τη δουλειά σου, την απεχθάνεσαι: «Ο τρόπος με τον οποίο δουλεύεις δεν «δουλεύει» πια. Ακόμη και αν είσαι αρκετά τυχερός ώστε να έχεις δουλειά, το πιθανότερο είναι ότι το πρωί δεν πηγαίνεις στο γραφείο με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, ότι όσο είσαι εκεί νιώθεις ότι ουδείς εκτιμά αυτό που κάνεις, ότι είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολο, με όλους αυτούς τους περισπασμούς, να φέρεις εις πέρας τα πιο σημαντικά καθήκοντά σου και ότι πιστεύεις πως ό,τι και να κάνεις δεν έχει καμία απολύτως διαφορά. Οταν πια γυρίζεις στο σπίτι είσαι άδειος, και όμως συνεχίζεις να απαντάς σε e-mail μέχρι να σε πάρει ο ύπνος».
Οπως κατέθεσε προ ολίγων ετών ο Λιουκ Κίσαμ, διευθύνων σύμβουλος της γιγάντιας εταιρείας χημικών Albemarle: «Ενιωθα πλέον πως με οτιδήποτε και να καταπιανόμουν πάντα θα υπήρχε κάτι που θα με «τραβούσε» κάπου αλλού. Ενιωθα σαν να εξαπατούσα κάποιον –την εταιρεία μου, την οικογένειά μου, τον εαυτό μου. Δεν μπορούσα να εστιάσω σε τίποτε απολύτως». Και αυτό, βέβαια, δεν αφορά μόνο διευθύνοντες συμβούλους και μεσαία στελέχη.
Σύμφωνα με έκθεση της Gallup (2013), μόλις το 33% των υπαλλήλων στις ΗΠΑ νιώθουν «δέσμευση» για τη δουλειά τους. Οι περισσότεροι την αντιμετωπίζουν σαν μια αμιγώς βιοποριστική δουλεία που τους ροκανίζει σιγά αλλά σταθερά τη ζωή. Σύμφωνοι, στην Ελλάδα της κρίσης (όπου οι γνωστοί σε ρωτούν παντελώς αδιάκριτα «Εχεις ακόμη δουλειά;» και οι φίλοι σού ψιθυρίζουν με μία σαφή «Arbeit macht frei» («Η εργασία απελευθερώνει») εσάνς: «Μη μιλάς καθόλου, δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από την ανεργία»), ακούγεται σαν φτηνό ανέκδοτο. Στην Ελλάδα με τις ορδές των ανέργων είναι βλάσφημο να διεκδικείς «νόημα» στη δουλειά. Και όμως, οι άνθρωποι της Energy Project, που μελετούν το φαινόμενο, προειδοποιούν ότι τέσσερα είναι τα βασικά συστατικά του ευτυχισμένου (άρα «βιώσιμου») εργαζόμενου: ανανέωση, αναγνώριση, προσοχή, νόημα. Να μπορείς να «ανανεώνεσαι» μέσα στη διάρκεια της ημέρας (εργαζόμενοι που κάνουν ένα διάλειμμα κάθε 90 λεπτά συγκεντρώνονται πολύ καλύτερα από εκείνους που δουλεύουν απνευστί). Να αισθάνεσαι ότι οι ανώτεροί σου στην ιεραρχία αναγνωρίζουν την αξία σου. Να μπορείς να εστιάζεις κάθε φορά σε αυτό που κάνεις και να μη «διαχέεσαι» παντού (την κατάσταση έχει σαφώς επιδεινώσει η ψηφιακή τεχνολογία). Να αισθάνεσαι ότι και εσύ αντλείς έμπνευση και «νόημα» από τη δουλειά σου.
«Δεν άντεχα την ατελείωτη πίεση και το ότι δεν έπαιρνα πλέον καμιά ευχαρίστηση από αυτό που έκανα» μου εξομολογήθηκε o παραιτηθείς στην Ελλάδα της κρίσης, που τυγχάνει και πατέρας δύο παιδιών. Προφανώς δεν διεκδικούσε μετακινήσεις με δίτροχα Segway και γεύματα σε συνθήκες απόλυτης σιωπής με ζεν μοναχούς, όπως κάνουν στην Google. Απλώς ζητούσε να μη σιχαίνεται αυτό που έκανε τις περισσότερες ώρες της εβδομάδας (και τα Σαββατοκύριακα).

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.