«Αποδείχθηκε ότι στην Ελλάδα δεν γίνονται τέτοια deals» έλεγε λίγο μετά την ανατροπή της συμφωνίας συγχώνευσης Εθνικής Τράπεζας και Eurobank επικεφαλής μεγάλης ελληνικής τράπεζας. Ηταν ο τέταρτος γάμος στον τραπεζικό κλάδο για τη δημιουργία μιας υπερτράπεζας που κατέληξε σε διαζύγιο, «στοιχειώνοντας» την περίφημη ρήση του προέδρου της Alpha Bank κ. Γιάννη Κωστόπουλου ότι «η ελληνική αγορά έχει χώρο για δυόμισι, το πολύ τρεις τράπεζες». Είχαν προηγηθεί η συμφωνία για τη συγχώνευση Εθνικής και Alpha Bank αρχικά επί Θεόδωρου Καρατζά και εν συνεχεία επί διοικήσεως του κ. Απ. Ταμβακάκη και η συμφωνία Alpha Bank – Eurobank, που και αυτή δεν τελεσφόρησε, παρά τις επίσημες ανακοινώσεις και τις προχωρημένες διαδικασίες συγχώνευσης. Αν στην αποτυχία των παραπάνω deals πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν τα πρόσωπα και οι διαφορετικές κουλτούρες στο μάνατζμεντ των μεγάλων τραπεζικών ομίλων της χώρας, στην περίπτωση Εθνικής – Eurobank τον πρώτο λόγο είχε η τρόικα. Οι πιστωτές άλλαξαν στάση, εκθέτοντας την κυβέρνηση, η οποία διά στόματος του υπουργού Οικονομικών κ. Γιάννη Στουρνάρα υποστήριζε ως την τελευταία στιγμή ότι «η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών θα προχωρήσει όπως έχει σχεδιαστεί». Ταυτόχρονα, αποσταθεροποίησαν το τραπεζικό σύστημα σε μια κρίσιμη περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες επιχειρούν αυξήσεις κεφαλαίου.
Η στάση της τρόικας απέναντι στη συγχώνευση Εθνικής Τράπεζας και Eurobank μπορεί να αιτιολογείται από το γεγονός ότι τα δεδομένα στη διεθνή αγορά μετά τις εξελίξεις στην Κύπρο μεταβλήθηκαν άρδην. Ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο επέβαλε την επιλογή της σίγουρα πολιτικά δεν είναι ο πιο κομψός. «Σήμερα δεν είναι το ίδιο περιβάλλον με αυτό του περασμένου Οκτωβρίου, όταν αποφασίστηκε η συγχώνευση» αναφέρουν τραπεζικές πηγές. Ηταν τότε που ο πρωθυπουργός κ. Αντ. Σαμαράς άναβε το πράσινο φως στα σχέδια συγχώνευσης των δύο τραπεζών. Το deal είχε προετοιμαστεί μετά την απόφαση του κ. Σπ. Λάτση να αποχωρήσει από την εγχώρια τραπεζική αγορά, από τον πρόεδρο της τράπεζας και έμπιστο του μεγαλομετόχου της Eurobank, κ. Τίμο Χριστοδούλου και τον διευθύνοντα σύμβουλο της Εθνικής και προσωπικό φίλο του Πρωθυπουργού κ. Αλ. Τουρκολιά. Είχε δε επιχειρηθεί και στο παρελθόν, επί διοικήσεως Ταμβακάκη, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει. Τη φορά αυτή, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, «η τρικομματική κυβέρνηση διευκόλυνε την υλοποίησή του».
H αλλαγή στάσης
Ωστόσο, διαφορετικές ήταν οι βουλές του εκπροσώπου του ΔΝΤ Πόουλ Τόμσεν, ο οποίος επέμεινε και τελικά επέβαλε τη θέση του για διάλυση της συμφωνίας την περασμένη Κυριακή. Και όλα αυτά τη στιγμή που για το deal είχαν δοθεί οι απαραίτητες εγκρίσεις από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), την Τράπεζα της Ελλάδος αλλά και την αρμόδια διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
«Η τρόικα κάποια στιγμή κατάλαβε ότι πολιτικά θα ήταν πολύ δύσκολο για το εγχώριο πολιτικό σύστημα να συναινέσει στην πώληση της Εθνικής σε ξένα κεφάλαια και επέλεξε τη διάλυση της συμφωνίας ώστε τουλάχιστον να πετύχει την πώληση της Eurobank» αναφέρουν πηγές που είναι σε θέση να γνωρίζουν. Σύμφωνα με το μνημόνιο οι τράπεζες που θα ανακεφαλαιοποιηθούν από το ΤΧΣ (δηλαδή όλες οι τράπεζες) θα πρέπει να πωληθούν. Στην περίπτωση που οι ιδιώτες μέτοχοι συμμετέχουν στην ανακεφαλαιοποίηση με ποσοστό τουλάχιστον 10%, η πώληση θα γίνει εντός τριετίας. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να γίνει και άμεσα.
Η τρόικα λοιπόν –και ιδιαίτερα ο Πόουλ Τόμσεν –σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, προφασιζόμενη τις συνεχείς καθυστερήσεις και αναβολές που δίνονταν στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, προέβαλε βέτο και δεν συναίνεσε στο να δοθεί περαιτέρω παράταση στην Εθνική που ήταν απαραίτητη για να ολοκληρώσει τις απαιτούμενες ενέργειες για τη συγχώνευση ώστε να μπορεί να προχωρήσει σε αύξηση κεφαλαίου, όπως υποστηρίζει η διοίκηση της τράπεζας.
Πράγματι, η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών εκκρεμούσε πάνω από έναν χρόνο. Αποφασίστηκε μαζί με το πακέτο για το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων τον Νοέμβριο του 2011 και πολιτικά κανείς δεν ήθελε να αγγίξει το ζήτημα ως τις περυσινές εκλογές. Τόσο ο κ. Σαμαράς που ήταν επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης όσο και ο κ. Ευ. Βενιζέλος που ήταν υπουργός Οικονομικών αντιδρούσαν στα σχέδια που προωθούσε ο τότε πρωθυπουργός κ. Λ. Παπαδήμος για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Τότε χάθηκε πολύτιμος χρόνος και η χώρα στην ουσία έμεινε έκτοτε χωρίς τράπεζες. Αυτό το ομολογεί η πλειονότητα των ελλήνων επιχειρηματιών που ζει το δικό της δράμα.
Μετά τις εκλογές, με τη χώρα να βρίσκεται ένα βήμα πριν από την έξοδο από το ευρώ, η ανακεφαλαιοποίηση ήταν αδύνατη, ενώ στη συνέχεια ο κύκλος εξαγορών και συγχωνεύσεων που άνοιξε έδινε χρόνο στους τραπεζίτες να «σπρώξουν» ακόμη πιο πέρα την ανακεφαλαιοποίηση, ευελπιστώντας σε καλύτερο επενδυτικό περιβάλλον.
Θέτοντας λοιπόν η τρόικα ως καταληκτική ημερομηνία την 30ή Απριλίου καταδίκασε το deal Εθνικής – Εurobank. «Η τρόικα δεν έκανε πίσω από τις 30 Απριλίου. Δεν έδινε παράταση να ολοκληρωθεί η νομική συγχώνευση ώστε η διοίκηση της νέας τράπεζας να μπορούσε να απευθυνθεί στη διεθνή επενδυτική κοινότητα με ένα χειροπιαστό σχήμα για την προσέλκυση νέων κεφαλαίων» αναφέρουν υψηλά ιστάμενες πηγές του κορυφαίου τραπεζικού ιδρύματος της χώρας. Ωστόσο τραπεζικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι η Εθνική δεν κατάφερε να πείσει την τρόικα ότι μπορεί να πετύχει την αύξηση κεφαλαίου. Σύμφωνα με αυτές τις πηγές «οι επικεφαλής της τράπεζας έδωσαν την εντύπωση ότι δεν είχαν αίσθηση του εγχειρήματος καθώς ζητούσαν πρόσθετα κεφάλαια».
Αναστολή ή ματαίωση;
Σε κάθε περίπτωση, στις αντιδράσεις της διοίκησης της Εθνικής ότι τεχνικά η τράπεζα δεν είναι δυνατόν να βγει στις αγορές και να ζητήσει κεφάλαια για μια συγχώνευση που πρόκειται να γίνει, η απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος που είχε εναρμονιστεί πλήρως με την πολιτική της τρόικας ήταν ότι είτε η Εθνική θα έπρεπε να βγει μόνη της και να ζητήσει τα 1,5 δισ. ευρώ που χρειάζεται γι’ αυτήν και τη θυγατρική της είτε οι δύο τράπεζες να απευθυνθούν ξεχωριστά στις αγορές. Αλλωστε, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γ. Προβόπουλος από τη θέση του επόπτη των τραπεζών δήλωσε την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή ότι «δεν με νοιάζει αν η τράπεζα είναι αμερικανική, γαλλική, γερμανική. Με νοιάζει να είναι καλή. Αν οι τράπεζες ήταν ξένες δεν θα ήταν σήμερα αποκομμένες από τις αγορές ούτε και θα είχαν το πρόβλημα ρευστότητας που σήμερα αντιμετωπίζουν».
Στο πλαίσιο αυτό επελέγη οι δύο τράπεζες να προχωρήσουν ξεχωριστά σε αυξήσεις κεφαλαίου. Γι’ αυτό κυβέρνηση, Τράπεζα της Ελλάδος και οι διοικήσεις των δύο τραπεζών κάνουν λόγο για «αναστολή» ή «αναβολή» της συγχώνευσης. Επισήμως, υποστηρίζουν ότι η κάθε τράπεζα θα προχωρήσει ξεχωριστά σε αύξηση κεφαλαίου και στη συνέχεια το ΤΧΣ, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, θα αποφασίσει για τη συγχώνευση. Ανεπίσημα ωστόσο χαρακτηρίζουν το deal «νεκρό».
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου στις οποίες προχωρούν οι τράπεζες αφορά τη συγκέντρωση ποσοστού 10% που θα επιτρέψει στους ιδιώτες μετόχους να διατηρήσουν τον έλεγχο. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος περνάει στο ΤΧΣ, το οποίο ούτως ή άλλως θα είναι ο βασικός μέτοχος όλων των τραπεζών.
Οι υποψήφιοι αγοραστές
Ως πρόσθετος λόγος που η τρόικα ήθελε να χαλάσει το deal Εθνικής – Eurobank και επέμενε στην απόφασή της να μη δώσει παράταση πέρα από την 30ή Απριλίου αναφέρεται το γεγονός ότι δεν υπήρχε σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον από κάποιον ευυπόληπτο διεθνή τραπεζικό όμιλο. «Το ενοποιημένο μέγεθος των δύο τραπεζών είναι της τάξεως των 170 δισ. ευρώ και κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει τέτοια έκθεση στην Ελλάδα» αναφέρουν τραπεζικές πηγές. Σύμφωνα με τις ίδιες, στην ουσία δεν υπάρχουν ευρωπαϊκές τράπεζες που θα μπορούσαν να σηκώσουν τέτοιο φορτίο αν αναλογιστεί κανείς την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι γαλλικές, οι ιταλικές, οι βρετανικές, ακόμη και οι γερμανικές τράπεζες. «Με το σπάσιμο του deal η πώληση της Eurobank γίνεται ευκολότερη υπόθεση» υποστηρίζουν. Ακόμη και το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε από το καναδικό επενδυτικό κεφάλαιο Fairfax για την Εθνική, πηγές του ΤΧΣ αναφέρουν ότι ήταν «εκτός πλαισίου ανακεφαλαιοποίησης».
Η διάλυση της συμφωνίας εξυπηρετεί επίσης και τα σχέδια της τρόικας για το μέλλον των μικρότερων τραπεζών, δηλαδή του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, της Τράπεζας Αττικής, της Proton Bank κ.λπ., το συνολικό ενεργητικό των οποίων είναι της τάξεως των 20 δισ. ευρώ.
«Με την Πειραιώς μετά τις κυπριακές τράπεζες να μην μπορεί να πάρει άλλες, την Alpha Bank να προσπαθεί να “χωνέψει” την Εμπορική και το σχήμα Εθνική – Eurobank να είναι ήδη μεγάλο, το μέλλον των μικρότερων τραπεζών ήταν στον αέρα» αναφέρουν οι ίδιες πηγές. Με το σπάσιμο του deal υπάρχει χώρος κάποιες από αυτές να καταλήξουν σε Εθνική και Eurobank.
Παρασκήνιο
Εψαχναν νομική φόρμουλα από τον Μάρτιο
Το «Βήμα της Κυριακής» από τις 10 Μαρτίου, πριν από την κρίση στην Κύπρο, αποκάλυψε τα σχέδια της τρόικας να προχωρήσουν σε αύξηση κεφαλαίου μόνο οι τράπεζες οι οποίες ως τις 30 Απριλίου θα είχαν εξασφαλίσει την έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και η διαδικασία θα είχε εισέλθει σε μη αναστρέψιμη πορεία. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 17 Μαρτίου, επισήμανε την αλλαγή στάσης των πιστωτών μας.
Με τίτλο «Δεν θέλει η τρόικα τον γάμο Εθνικής – Εurobank» αποκάλυπτε τις πιέσεις που ασκούσε η τρόικα για τη διάλυση της συμφωνίας. Ηταν η εποχή που οι πιστωτές μας προετοίμαζαν τη διάσωση της Κύπρου και σχεδίαζαν να σπάσουν το deal και να φορτώσουν στις δύο ελληνικές τράπεζες τις δραστηριότητες των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα. Τότε δεν βρέθηκε νομική φόρμουλα για το σπάσιμο του γάμου, κάτι όμως που έγινε έπειτα από τρεις εβδομάδες.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ