Από τη φράση στη μετάφραση

Καταπώς υποσχέθηκα την περασμένη Κυριακή, επιστρέφω στην υπεράσπιση της μετάφρασης, ειδικότερα της ενδογλωσσικής μετάφρασης, ψηλαφώντας τις οριακές της αντοχές και αρετές. Με την προϋπόθεση ότι ισχύει το υπονοούμενο αξίωμα του τίτλου, που θα μπορούσε να μεταφραστεί σε μια δίδυμη πρόκληση που λέει: μετάφραση χωρίς φράση δεν υπάρχει, αλλά και φράση χωρίς μετάφραση είναι αδιανόητη. Φτάνει οι δύο λέξεις να κρατήσουν ακέραιο όχι μόνον το αποθεματικό αλλά και το ενδιάθετο νόημά τους, που υποδηλώνεται ήδη στο όνομά τους, για το οποίο γίνεται πιο κάτω λόγος.

ΤΟ ΒΗΜΑ
Καταπώς υποσχέθηκα την περασμένη Κυριακή, επιστρέφω στην υπεράσπιση της μετάφρασης, ειδικότερα της ενδογλωσσικής μετάφρασης, ψηλαφώντας τις οριακές της αντοχές και αρετές. Με την προϋπόθεση ότι ισχύει το υπονοούμενο αξίωμα του τίτλου, που θα μπορούσε να μεταφραστεί σε μια δίδυμη πρόκληση που λέει: μετάφραση χωρίς φράση δεν υπάρχει, αλλά και φράση χωρίς μετάφραση είναι αδιανόητη. Φτάνει οι δύο λέξεις να κρατήσουν ακέραιο όχι μόνον το αποθεματικό αλλά και το ενδιάθετο νόημά τους, που υποδηλώνεται ήδη στο όνομά τους, για το οποίο γίνεται πιο κάτω λόγος.
Επιμένοντας προς το παρόν στον ολισθηρό τόπο των αποφθεγμάτων, θα πρόσθετα δυό ακόμη ομόλογες προτάσεις: χωρίς μετάφραση ο ενδιάθετος λόγος μας (αυτός που άλλως πως λέγεται: σκέψη) θα παρέμενε ανενεργός, ή θα πάθαινε ένα είδος συμφόρησης. Ανενεργός όμως και στείρος θα απέβαινε, εκτός του λόγου, και ο διάλογος, στον βαθμό που, συνομιλώντας μεταξύ μας, η ευστοχία της συνομιλίας εξαρτάται από το πόσο καλά ή άσχημα μεταφράζουμε αυτό που λέει ο συνομιλητής μας, εφόσον και ο δικός του λόγος ευνοεί την καλή μετάφραση.
Στην πρώτη περίπτωση προκύπτει ο τύπος της αυτομετάφρασης, στη δεύτερη ο τρόπος της αμοιβαίας μετάφρασης, η οποία συντελείται αυτομάτως (και υποχρεωτικώς) στις καθημερινές (και όχι μόνο) συναλλαγές μας. Κάτι που ισχύει κατεξοχήν στην περιοχή του πολιτικού λόγου (του εφήμερου προπαντός), όπου τα περισσότερα ελλείμματα και λάθη προκύπτουν από λειψή ή λαθεμένη χρήση της αμοιβαίας μετάφρασης. Ο κίνδυνος αυτός δεν αποσοβείται ούτε με την αντιγραφή ούτε με την αποστήθιση, όταν δεν προσαυξάνεται. Συμπέρασμα μάλλον εκβιαστικό: η μετάφραση, τόσο στην απλή της εκδοχή όσο και ως αυτομετάφραση ή αμοιβαία μετάφραση, ανήκει στα αναφαίρετα στοιχεία της ανθρώπινης νόησης, η οποία άλλως πως θα ήταν καταδικασμένη σε απόλυτη (εσωτερική και εξωτερική) μοναξιά και απομόνωση.
Σημειώνονται εφεξής περιληπτικώς οι σημασίες που έχουν ή πήραν καθ’ οδόν στην αρχαία γλώσσα (ομηρική, κλασική και μεταγενέστερη) οι δύο βασικοί όροι της μεταφραστικής θεωρίας και πράξης, αρχίζοντας από το τρίπτυχο «φράζω – φράζομαι – φράσις». Στο οποίο υπόκειται καταρχήν η έννοια της «υπόδειξης» και της «φανέρωσης», μεσολαβεί η σημασία του «συλλογισμού» και της «προφύλαξης», και ακολουθεί η «ομιλία» ως «εξαγγελία», με το δικό της κάθε φορά ύφος. «Φράζω» και «φράζομαι» επομένως σημαίνει διαδοχικά και παράλληλα: δείχνω, φανερώνω, συλλογίζομαι, μιλώ, εξαγγέλλω.
Παράλληλα το δίπτυχο «μεταφράζω – μεταφράζομαι» (και τα παράγωγα «μετάφρασις – μεταφράστης – μεταφραστικός») περιστρέφεται αρχικά γύρω από την γενικότερη έννοια της «εξήγησης», της «ερμηνείας» και της «επανεξέτασης» προτού προσγειωθεί στην οψιμότερη και σύγχρονη σημασία του. Ανάμεσα εξάλλου στη «φράση» και στη «μετάφραση» παρεμβάλλεται συχνά η «παράφραση» ως δείχτης υποκειμενικής πρόσληψης και αναμετάδοσης δοσμένου λόγου. Δεν θα επιμείνω.
Καθυστερώντας όμως λίγο ακόμη στην πολύτροπη «μετάφραση», θυμίζω στοιχειωδώς το γραμματολογικό της φορτίο, προκειμένου να υπερασπιστώ την άλλη Κυριακή την ευστοχία του όρου, σε σύγκριση προς την ξενόγλωσση όσο και την εναλλακτική ημεδαπή ορολογία.
Προέχουν δύο βασικές διαιρέσεις: προφορική και γραπτή μετάφραση αφενός, διαγλωσσική και ενδογλωσσική μετάφραση αφετέρου. Οσο ξέρω, υποτιμάται κατά κανόνα η αξία τόσο της προφορικής μετάφρασης (ως πρόχειρης και αμέσως αναλώσιμης), όσο και της ενδογλωσσικής μετάφρασης (εξαιτίας του περιορισμένου, γεωγραφικού και ιστορικού πλαισίου της). Προσωπικά, αμφισβητώ και μάχομαι τη διπλή αυτή μονομέρεια.
Διαιρετική εμφανίζεται, ως προς τη μέθοδο και τα κριτήριά της, και η αξιολόγηση της μετάφρασης. Η οποία κινήθηκε άνισα (και ενμέρει εξακολουθεί να κινείται) μεταξύ υποτίμησης και ισοτιμίας έναντι του πρωτότυπου κειμένου. Με αυξομειούμενη εξάλλου ένταση κυκλοφόρησε (και κυκλοφορεί) και το δίλημμα της πιστής ή της άπιστης μετάφρασης. Για να θυμηθούμε τους Ρωμαίους, που δικαίως τους αναγνωρίζεται η ιδρυτική προτεραιότητα της μεταφρασεολογίας (θεωρητικής και εφηρμοσμένης), το μεταφραστικό έργο εξαρτά την τύχη του από το αν το βάρος της μετάφρασης πέφτει περισσότερο στο γράμμα ή το πνεύμα του μεταφραζόμενου κειμένου.
Ως προς το πρώτο δίλημμα τάσσομαι υπέρ της ακατόρθωτης ισοτιμίας μετάφρασης και κειμένου, ομολογώντας ευθαρσώς το οξύμωρο σχήμα της. Στο δεύτερο δίλημμα αποφασιστικότερο ρόλο παίζουν, κατά τη γνώμη μου, οι αποχρώσεις. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι το γράμμα πατά (στο χαρτί), ενώ το πνεύμα πετά (στον αέρα). Θα συνεχίσω.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version