Το προβλεπόµενο στα προηγούµενα εδάφια πρόστιµο επιβάλλεται και στις περιπτώσεις που προκύπτει το ύψος της συνολικής αποκρυβείσας αξίας, χωρίς να προσδιορίζεται το πλήθος των συναλλαγών ως και η αξία µιας εκάστης ξεχωριστά.
Οταν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισµός της αξίας µιας εκάστης συναλλαγής ή της συνολικής αξίας επιβάλλεται πρόστιµο που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 8. β. Η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και η λήψη εικονικών, η νόθευση αυτών, καθώς και η καταχώριση στα βιβλία αγορών ή εξόδων που δεν έχουν πραγµατοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο, συνιστά ιδιάζουσα φορολογική παράβαση και επισύρει πρόστιµο ίσο µε το τριάντα τοις εκατό (30%) της αξίας κάθε στοιχείου ή καταχώρισης, µη συµπεριλαµβανοµένου του ΦΠΑ εφόσον αυτή είναι µεγαλύτερη των 5.000 ευρώ. Σε αντίθετη περίπτωση θεωρείται ιδιαίτερη κατηγορία αυτοτελούς παράβασης και επιβάλλεται το πρόστιµο κατ’ εφαρµογή των διατάξεων των παραγράφων 8 και 9. Το πρόστιµο του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης (β) επιβάλλεται και επί πολλαπλών εγγραφών µε το ίδιο παραστατικό ή εγγραφών µε αξία διαφορετική αυτής, που αφορά το παραστατικό, καθώς και αθροιστικών λαθών, εφόσον επηρεάζουν αρνητικά το οικονοµικό αποτέλεσµα και αφορούν αξία µεγαλύτερη των 5.000 ευρώ, ανά περίπτωση, σε διαφορετική περίπτωση ισχύουν τα οριζόµενα στο προηγούµενο εδάφιο.
Αν η αξία του στοιχείου είναι µερικώς εικονική, το ως άνω πρόστιµο επιβάλλεται για το µέρος της εικονικής αξίας. Οµοίως πρόστιµο για το µέρος της εικονικής αξίας επιβάλλεται και όταν αυτή προκύπτει συνολικά, για περισσότερα του ενός στοιχεία, που αφορούν τους ίδιους αντισυµβαλλόµενους, χωρίς να είναι δυνατός ο προσδιορισµός της ανά στοιχείο µερικώς εικονικής αξίας. Οταν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισµός της µερικώς εικονικής αξίας το πρόστιµο της περίπτωσης αυτής είναι ίσο µε το 25% της αξίας του στοιχείου της καταχώρισης ή της εγγραφής, κατά περίπτωση.
Το πρόστιµο του προηγούµενου εδαφίου επιβάλλεται και για τον λήπτη εικονικού στοιχείου στην περίπτωση που η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη.
Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση έκδοσης αποδείξεων από Φορολογικό Ηλεκτρονικό Μηχανισµό (ΦΗΜ) του ν. 1809/1988, στις οποίες τα εκτυπούµενα ατοµικά στοιχεία του εκδότη δεν ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα, επιβάλλεται πρόστιµο σύµφωνα µε τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 2, εφόσον οι εκδοθείσες αποδείξεις έχουν καταχωρηθεί εµπρόθεσµα στα τηρούµενα βιβλία του κατόχου-χρήστη επιτηδευµατία, ο δε Φορολογικός Ηλεκτρονικός Μηχανισµός (ΦΗΜ) έχει δηλωθεί από αυτόν στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 1809/1988.
Το συνολικό ανώτατο πρόστιµο που επιβάλλεται κατ’ εφαρµογή των διατάξεων της παραγράφου 8 και της περίπτωσης α’ της παραγράφου 10 δεν µπορεί να υπερβεί για το σύνολο των, κατά περίπτωση, διαπιστούµενων παραβάσεων, το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, για δε την περίπτωση β’ της παραγράφου 10, το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, που αφορά την ίδια διαχειριστική περίοδο. Το κατά το ανωτέρω εδάφιο προβλεπόµενο ανώτατο όριο για παραβάσεις των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 10, προσαυξάνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), σε περίπτωση υποτροπής και εφαρµογής του συντελεστή υποτροπής, που ορίζεται σε περίπτωση υποτροπής και εφαρµογής του συντελεστή υποτροπής, που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της προαναφερόµενης παραγράφου 10.
Για την ολική ή µερική διαγραφή ή τον αναπροσδιορισµό των προστίµων, σύµφωνα µε τα αναφερόµενα στο προηγούµενο εδάφιο, αρµόδιος είναι, σε κάθε περίπτωση, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της κύριας φορολογίας.
Σε περίπτωση µερικής διαγραφής των προστίµων µε διοικητικό ή δικαστικό συµβιβασµό, το ποσό που τυχόν αποµένει για βεβαίωση, µετά την καταβολή της πρώτης δόσης, βεβαιώνεται µέχρι το τέλος του επόµενου µήνα από τη διοικητική επίλυση της διαφοράς ή τον δικαστικό συµβιβασµό, κατά περίπτωση.
Τα πρόστιµα που βεβαιώνονται µε βάση τις πράξεις επιβολής προστίµου ή µετά από διοικητικό ή δικαστικό συµβιβασµό, καταβάλλονται σε 10 ίσες µηνιαίες δόσεις, µε τον περιορισµό ότι κάθε δόση δεν είναι µικρότερη των 300 ευρώ, εκτός της τελευταίας. Κατά την εµπρόθεσµη καταβολή των προστίµων, εφάπαξ ή σε δόσεις παρέχεται έκπτωση ως εξής:
α. Για την εφάπαξ καταβολή 60%.
β. Για την καταβολή σε δόσεις, για κάθε δόση, εκτός της πρώτης για την οποία δεν παρέχεται έκπτωση, 40%.
∆εν είναι δυνατή η πληρωµή µε έκπτωση επόµενης δόσης, αν δεν έχει εξοφληθεί η προηγούµενη αυτής.
Μετά τη συνολική καταβολή προστίµου του άρθρου 5 του ν. 2523/1997 επιστρέφεται ποσοστό 30% του καταβληθέντος ποσού ως επιβράβευση της φορολογικής συνέπειας του επιτηδευµατία κατά τη διαχειριστική περίοδο επιβολής του προστίµου και των δύο επόµενων αυτής, εφόσον πρόκειται για ενεργή επιχείρηση που δεν τελεί σε ουσιαστική ή τυπική αδράνεια.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
