Για τον Λεωνίδα Κύρκο, τον κομμουνιστή, τον αγωνιστή, τον πολιτικό, τον κυνηγημένο, φυλακισμένο, τον καταδικασμένο εις θάνατον, τον ιδεολόγο, τον ευρωκομμουνιστή, τον ηγέτη της Ανανεωτικής Αριστεράς, ελέχθησαν και θα λεχθούν κι άλλα πολλά. Εγώ θα ήθελα να μείνω στον άνθρωπο Λεωνίδα, έτσι όπως τον γνώρισα μετά τη Μεταπολίτευση, μέσα απ’ την Ανανεωτική Αριστερά του ΚΚΕ Εσωτερικού, σ’ εκείνη τη δεκαετία της ανάτασης, της νέας δημοκρατικής ελπίδας που αναδυόταν μετά τα μαύρα σκοτάδια της Απριλιανής Χούντας των πατριδοκάπηλων, ανεγκέφαλων, δολοφόνων και καταστροφέων της Κύπρου, συνταγματαρχών.
Τα χαμόγελα της απελευθέρωσης φώτιζαν τα πρόσωπα όλων, αλλά κυρίως των ταλαιπωρημένων, κυνηγημένων χρόνια και επιτέλους αναγνωρισμένων διά νόμου κομμουνιστών. Τέτοια πρόσωπα πανευτυχή συνάντησα στα γραφεία και στις συνελεύσεις του ΚΚΕ Εσωτερικού, με κυρίαρχο πρωταγωνιστή τον Λεωνίδα. Στην ΚΟΒΑ (τι πεπαλαιωμένη, άσφαιρη πια λέξη) των καλλιτεχνών, μια σύναξη συγγραφέων, ποιητών, ζωγράφων, σκηνοθετών, ηθοποιών _ μορφές αγαπημένες, Μανώλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος και πολλοί άλλοι, άλλοι φευγάτοι για πάντα, άλλοι όχι, όταν έμπαινε ο χαρισματικός Λεωνίδας να μας χαιρετίσει, να μας μιλήσει, η συντροφιά ζωντάνευε, απογειωνόταν. Αρχιζε πάντα χαμογελαστός, καλαμπουρίζοντας με τους παλιούς γνωστούς, σε λίγο μετά σοβάρευε, παθιαζόταν όσο ανέπτυσσε τις ιδέες, τα άμεσα ή μελλοντικά σχέδια του κόμματος, τα προβλήματα που έπρεπε να ξεπεράσουμε, τα νέα δεδομένα, την Ευρώπη του Μπερλινγκουέρ, τον ευρωκομμουνισμό.
Τι μέρες κι εκείνες! Μια αλλιώτικη Αριστερά, ανανεωμένη, με δημοκρατία, ελευθερία, με ιδέες, με πρόγραμμα μακρόπνοο, ρεαλιστικό, πραγματοποιήσιμο, με προτάσεις εποικοδομητικές.
Θυμάμαι ακόμα στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τον αυτοειρωνικό, αυτοσαρκαστικό του τόνο, την ετοιμολογία του, άμεση, καυστική, το πλούσιο λεξιλόγιό του, τις γνώσεις του, απόρροια μιας πολυεπίπεδης ζωής, την περίφημη, ξακουστή του φυσαρμόνικα, που κυριολεκτικά το γλεντούσε όταν έπαιζε.
Η μνήμη κρατάει ακόμα δύο μεγάλες συγκεντρώσεις προεκλογικές, στην Ομόνοια και στο Σύνταγμα, τη δεκαετία του ’80. Προετοιμασία, αγωνία από μέσα, έβγαινα και τον παρουσίαζα απ’ το μπαλκόνι: «Ελληνίδες, Ελληνες…», έμπαινε η μουσική και εμφανιζόταν ο Λεωνίδας με τα χέρια ψηλά σε χαιρετισμό, καταχειροκροτούμενος, με ιαχές χαράς. Η άλλη στο Σύνταγμα, με την Καλή κουρνιασμένη στο βάθος του ξύλινου βήματος να κρατάει το κείμενο της ομιλίας. Ισως για να του υπενθυμίζει τα κεφάλαια ή κάποιες φράσεις κι εκείνος να μιλάει εν εξάρσει απευθείας στον κόσμο με πάθος απαράμιλλο, εκτός κειμένου, σαν να μιλούσε σε φίλους.
Το ίδιο με συμβούλευε να κάνω κι εγώ, ομιλία εκτός κειμένου, στις συγκεντρώσεις. Κάπως δύσκολο βεβαίως, αν όχι αδύνατο για όλους. Θυμάμαι ακόμα κάποιες φράσεις του σημαδιακές. Μιλώντας για την κατάσταση στη Σοβιετική Ενωση, έλεγε βαθύτατα πικραμένος: «Δυστυχώς η Επανάσταση υπέρ του προλεταριάτου κατέληξε «επί» του προλεταριάτου». Και μια άλλη, όταν το 1981 το ΚΚΕ Εσωτερικού δεν έβγαλε βουλευτή στις εκλογές, σχολίαζε αυτοσαρκαστικά: «μας ερωτεύονται, αλλά δυστυχώς δεν μας παντρεύονται». Οταν ήμασταν στη Βουλή το 1989 με τον ενιαίο Συνασπισμό, ο ευφυής αλλά πάντα ακράτητος Θεόδωρος Πάγκαλος απευθύνοντας τον λόγο, τον αποκάλεσε: «Δούρειο Ιππο της Αριστεράς». Ο εξ ίσου ευφυής, ετοιμόλογος Λεωνίδας, του ανταπάντησε πάραυτα: «Κι εσύ είσαι ο Δούρειος γάιδαρος». Τέζα ο άλλος.
Δεν ξεχνιέται εύκολα ο Λεωνίδας Κύρκος των αγώνων, του ήθους, της πίστης στον άνθρωπο, στις ιδέες της Αριστεράς.
Μέχρι το τέλος της ζωής του έβλεπε πάντα μπροστά, πάλευε για πρόοδο και αλήθεια. Εγραψε ιστορία πολυαίμακτη, πλούσια σε αγώνες, θυσίες, προσφορές. Αγαπήθηκε, εκτιμήθηκε, αναγνωρίστηκε από εχθρούς και φίλους. Εκανε σφάλματα; Εκανε. Το παραδέχθηκε άλλωστε και ο ίδιος. Μόνο όμως όποιος πράττει, μπορεί και να σφάλει.
Ηταν ένας γενναίος, ξεχωριστός, σπάνιος άνθρωπος κι αυτοί οι άνθρωποι δεν ξεχνιούνται ποτέ, μένουν εις αεί στις μνήμες όλων και στις σελίδες της ιστορίας.
