Τα σχήματα του παρελθόντος

Τα σχήματα του παρελθόντος * Από τη νοσταλγία για το παρελθόν κλέος περνούμε στη νοσταλγία για τη χαμένη αυθεντικότητα Δ. ΤΖΙΟΒΑΣ Αν θέλαμε να σκιαγραφήσουμε τα βασικά σχήματα με τα οποία οι έλληνες άνθρωποι των γραμμάτων είδαν το ελληνικό παρελθόν, ιδιαίτερα το κλασικό, τους τελευταίους δύο αιώνες θα καταλήγαμε στα εξής τέσσερα. Το πρώτο σχήμα, το οποίο κυριαρχεί στα μέσα του 19ου αιώνα, θα μπορούσε

Τα σχήματα του παρελθόντος

Αν θέλαμε να σκιαγραφήσουμε τα βασικά σχήματα με τα οποία οι έλληνες άνθρωποι των γραμμάτων είδαν το ελληνικό παρελθόν, ιδιαίτερα το κλασικό, τους τελευταίους δύο αιώνες θα καταλήγαμε στα εξής τέσσερα. Το πρώτο σχήμα, το οποίο κυριαρχεί στα μέσα του 19ου αιώνα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συμβολικό ή αρχαιολογικό και προϋποθέτει, λόγω και της συνακόλουθης υποτίμησης του μεσαιωνικού παρελθόντος, τη διάσταση ανάμεσα στο κλασικό παρελθόν και στο παρόν.


Το χάσμα παρελθόντος και παρόντος μπορεί να γεφυρωθεί είτε συμβολικά με την αναβίωση του κλασικού παρελθόντος ως ιδεατού προτύπου είτε αναπαλαιωτικά μέσω μιας διαδικασίας αποκάθαρσης με την οποία τα αρχαία μνημεία, τα τοπωνύμια και η γλώσσα αποβάλλουν τις ιστορικές επιστρωματώσεις και αλλοιώσεις, είτε μηχανικά μέσω της δημιουργίας μιας τεχνητής γλώσσας, όπως η καθαρεύουσα.


Ως εκ τούτου, από την εποχή του Ελληνικού Διαφωτισμού και σε όλον σχεδόν το 19ο αιώνα ο νεοκλασικισμός είναι ιδιαίτερα έντονος, ενώ οι λέξεις «ανάσταση», «αναβίωση» ή η φράση «παλιννόστηση των μουσών» είναι επίσης συχνές.


Αν το σχήμα αυτό προϋποθέτει την αρχαιολογική αντιμετώπιση του παρελθόντος ως μνημείου και ως κάτι απόμακρου που είτε μπορεί να χρησιμεύει ως συμβολικό πρότυπο είτε ως μέσο για παραλληλισμούς και συγκρίσεις, το δεύτερο σχήμα, που μπορεί να χαρακτηριστεί οργανικό ή ρομαντικό, προϋποθέτει το παρελθόν ως ζωντανό παρόν με την έννοια ότι ίχνη του παρελθόντος μπορούν να ανιχνευθούν σε νεότερα πολιτισμικά φαινόμενα.


Από τη νοσταλγία για το παρελθόν κλέος περνούμε στη νοσταλγία για τη χαμένη αυθεντικότητα. Το μοντέλο αυτό στήριξε την ανάπτυξη της λαογραφίας στην Ελλάδα στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα αλλά και τον δημοτικισμό, προϋποθέτοντας μια σχεδόν υλική και απτή ανίχνευση του παρελθόντος στο παρόν.


Το τρίτο σχήμα που θα το ονόμαζα αισθητικό, μοντερνιστικό ή αρχετυπικό αποτελεί μια συνέχεια του προηγούμενου με το να προϋποθέτει την παρουσία του παρελθόντος στο παρόν όχι τόσο με την έννοια της ιστορικής όσο μιας αισθητικής ή υφολογικής συνέχειας ή μιας μεταφορικής αντιστοιχίας. Η σχέση δηλαδή παρελθόντος και παρόντος αισθητικοποιείται, ενώ η έννοια της συνέχειας δεν εκλαμβάνεται κατεξοχήν υλικά, ιστορικά ή γλωσσικά αλλά αισθητικά, αρχετυπικά και μεταφορικά (χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» και «Ο βασιλιάς της Ασίνης» του Σεφέρη). Η αισθητικοποίηση του παρελθόντος σημαίνει ότι και το ίδιο χάνει την άκαμπτη στερεότητά του και νοείται ως κάτι που μπορεί να αναθεωρηθεί, να ανακαταταχθεί ή ακόμη και να απορριφθεί. Εφόσον το παρελθόν ενοικεί στο παρόν υφολογικά και αισθητικά, τότε η συνέχεια είναι υποδόρια και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κάποιο κίνδυνο από την αμφισβήτηση του παρελθόντος και της παράδοσης.


Ετσι οδηγούμαστε στον τέταρτο τρόπο προσέγγισης του παρελθόντος που θα μπορούσαμε να τον ορίσουμε ως ειρωνικό (με τη ρητορική σημασία του όρου), κριτικό ή και μεταμοντερνιστικό. Και αυτό φαίνεται στην αντιμετώπιση της γλώσσας και του παρελθόντος. Ο Ροΐδης, για παράδειγμα, είναι ο πρώτος που δεν προβάλλει την καθαρεύουσα ως γέφυρα παρελθόντος – παρόντος αλλά αποστασιοποιείται ειρωνικά απέναντί της.


Χωρίς να πιστεύει σε αυτή, τη χρησιμοποιεί ως μάσκα απομυθοποίησης. Αν στον τομέα της γλώσσας δεν αναζητείται η καθαρότητα ή η λαϊκή αυθεντικότητα, στη θεώρηση του παρελθόντος υποχωρεί η μνημειακότητα και η ακαμψία. Το παρελθόν σε αυτό το σχήμα δεν νοείται ως κάτι δεδομένο και αδιαφιλονίκητο αλλά επιδέχεται συνεχείς ερμηνείες και αναθεωρήσεις, ώστε να αναδειχθούν οι αποσιωπημένες πτυχές του ή να αποκτήσουν μια άλλη διάσταση.


Σε αυτή την περίπτωση η ιστορική συνέχεια παραμερίζεται και το ενδιαφέρον στρέφεται προς τη σκεπτικιστική ανασκαφή και ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Τούτο έχει ως συνέπεια η κλασική αρχαιότητα, ως λιγότερο προβληματική περίοδος, να παραγκωνίζεται και να αναδεικνύονται οι πιο αποσιωπημένες ή επίμαχες εποχές όπως η Ελληνιστική, η Βυζαντινή και η Οθωμανική, κάτι που διακρίνουμε σε σύγχρονα μυθιστορήματα.


Τα δύο πρώτα σχήματα δεν φιλοδοξούν να δημιουργήσουν έναν δυναμικό ελληνικό «μύθο» αλλά λειτουργούν είτε παθητικά, υιοθετώντας τον έτοιμο μύθο που είχε κατασκευάσει η Ευρώπη για το μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας, είτε αμυντικά, φιλοτεχνώντας το δόγμα της εθνικής συνέχειας, όταν αμφισβητείται η φυλετική καθαρότητα. Το τρίτο σχήμα, το αισθητικό-αρχετυπικό, αναγνωρίζει μεν την Ευρώπη ως δημιουργό του «ευρωπαϊκού ελληνισμού», όπως λέει ο Σεφέρης, αλλά προσπαθεί για πρώτη φορά να προτείνει κάτι εναλλακτικό προς αυτή: Τον «ελληνικό ελληνισμό», δηλαδή την ελληνικότητα. Ενώ τα άλλα σχήματα συμπλέουν με την Ευρώπη αντιδρώντας σε ζητήματα που θέτει η ίδια και συνομιλώντας μαζί της με βάση τα δικά της ιδεολογικά σχήματα, στο αρχετυπικό σχήμα διακρίνουμε τη διάθεση ενός ισότιμου πολιτισμικού διαλόγου που θα συνδυάζει, για παράδειγμα, τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό με τη μακρυγιαννική απλότητα. Στόχος των δύο πρώτων σχημάτων είναι η καθαρότητα και η ομοιογένεια και ως εκ τούτου η πρόσληψη του ελληνισμού είναι κατεξοχήν οντολογική· στο τρίτο σχήμα χωρίς να εγκαταλείπεται η πίστη στην οντολογική διάρκεια του ελληνισμού, η ελληνικότητα προκύπτει διαισθητικά και υφολογικά από σχέσεις, ανασχηματισμούς και ανασυνθέσεις του παρελθόντος. Η ελληνικότητα στα δύο πρώτα σχήματα λειτουργεί αποδεικτικά, στο τρίτο αισθητικά και στο τέταρτο ειρωνικά, καθώς σε αυτό το σχήμα η ελληνικότητα σχετικοποιείται, υβριδοποιείται και διεκδικείται.


Στα τέσσερα σχήματα, παρόν και παρελθόν συνδέονται με τα αντίστοιχα εμβληματικά εργαλεία κάθε σχήματος: Αναβίωση, διαχρονικότητα, μνήμη, ειρωνεία. Θα ήθελα βέβαια να τονίσω ότι τα σχήματα αυτά δεν είναι ούτε μοναδικά ούτε πάντοτε σαφή και ευδιάκριτα. Δεν μπορούμε επίσης να τα δούμε να προκύπτουν πάντα διαδοχικά και, επομένως, δεν λειτουργούν μεμονωμένα αλλά με επικαλύψεις, συνέχειες και ποικίλες μεταμορφώσεις.


Μας δίνουν όμως έναν οδηγό για να διακρίνουμε τη διαφωτιστική, εθνικο-ρομαντική, μοντερνιστική και μεταμοντερνιστική προσέγγιση του παρελθόντος και να εντάξουμε ανάλογα τις αντικρουόμενες απόψεις που διατυπώθηκαν για το σχολικό βιβλίο της Ιστορίας.


Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής των Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version