Η «κατάρα των Βαλκανίων»

Η «κατάρα των Βαλκανίων» * Από το Ανατολικό ζήτημα στο Μακεδονικό - Οι εθνικισμοί και ο ανταγωνισμός των νεογέννητων κρατών ΑΝ. ΚΑΡΑΚΟΥΣΗΣ Φωτογραφία της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ού αιώνα Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι μπορεί να έκλεισε αγωνιωδώς υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, αλλά ανέσυρε και πάλι από το μακρινό παρελθόν την «κατάρα των Βαλκανίων», εκείνον τον αιματηρό ανταγωνισμό

Η «κατάρα των Βαλκανίων»

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι μπορεί να έκλεισε αγωνιωδώς υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, αλλά ανέσυρε και πάλι από το μακρινό παρελθόν την «κατάρα των Βαλκανίων», εκείνον τον αιματηρό ανταγωνισμό που μετέφερε στη χερσόνησο του Αίμου το περιβόητο Ανατολικό ζήτημα. Τον 19ο αιώνα, στους χρόνους παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα επί αιώνες καταπιεσμένα έθνη της Βαλκανικής εξεγέρθηκαν και διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους. Κοντά στο 1860 είχαν δημιουργηθεί στην ευρύτερη γεωγραφική ζώνη τα πρώτα εθνικά κράτη. Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Ρουμανία συγκροτήθηκαν πρώτα. Η Βουλγαρία διατηρούσε ένα ιδιότυπο καθεστώς αυτονομίας και προστασίας από τη Ρωσία και μόνο η Αλβανία παρέμεινε εντός των τειχών της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ηταν όμως άπαντα μικρά και αλύτρωτα, περιορισμένα σε μικρές γεωγραφικές ζώνες και απολύτως διεκδικητικά, κυριαρχούμενα από κάποιας μορφής μεγαλοϊδεατισμό.


* Οι εθνικές διεκδικήσεις


Σε εκείνη τη χρονική συγκυρία παρέμενε προς διεκδίκηση από τα νεότευκτα εθνικά κράτη μια ευρύτατη γεωγραφική ζώνη εδαφών, η οποία εκτεινόταν από την Κωνσταντινούπολη ως την Αδριατική και από τη Θεσσαλία ως σχεδόν τις παρυφές του Δούναβη. Στην οθωμανική ακόμη ζώνη ζούσαν πληθυσμοί ελληνικοί κυρίως στον Νότο, Βούλγαροι στα βορειοανατολικά, Σλάβοι στα βορειοδυτικά και Αλβανοί δυτικά, αλλά και μαζί υπήρχαν μεγάλες περιοχές με μεικτούς πληθυσμούς, καθώς οι Βαλκάνιοι είχαν ζήσει επί αιώνες χωρίς κρατικά σύνορα και είχαν αναπτύξει σημαντικές οικονομικές σχέσεις μεταξύ τους.


Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανάμεικτους πληθυσμούς ήσαν εθνικά αδιαμόρφωτοι, δίγλωσσοι στην πλειονότητά τους και από θρησκευτική άποψη όσοι ήσαν χριστιανοί υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Το σώμα αυτών των μεικτών πληθυσμών, ελληνόφωνοι, βλαχόφωνοι, σλαβόφωνοι και αλβανόφωνοι, αποτέλεσε και τη βάση της διεκδίκησης των νέων εθνικών κρατών, τα οποία είχαν βλέψεις και άπαντα ένιωθαν εθνική υποχρέωση να ελευθερώσουν τους αλύτρωτους αδελφούς. Σε εκείνες τις συνθήκες η διεκδίκηση δεν είχε όρια, σχεδόν αναπόφευκτα προσέκρουσε σε αντίστοιχες των γειτόνων και αναγκαστικά κατέτεινε σε συγκρούσεις.


* Η αφύπνιση των Βουλγάρων


Ελαβε όμως διαστάσεις ανοιχτής σύγκρουσης, όταν το 1870 οι καθυστερημένα εθνικώς αφυπνισθέντες Βούλγαροι – επηρεασμένοι και από τον πυρετό πανσλαβισμού που τότε είχε καταλάβει τη Ρωσία – κυριαρχήθηκαν από την ιδέα της μεγάλης Βουλγαρίας και έκριναν ότι μπορούσαν να την υπηρετήσουν καλύτερα μέσω της Εκκλησίας. Τότε λοιπόν διεκδίκησαν αυτονομία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπολογίζοντας ότι η εξασφάλιση χωριστής εκκλησιαστικής και πνευματικής υπόστασης θα υπηρετούσε καλύτερα τον μεγαλοϊδεατισμό τους.


Συγκεκριμένα διεκδίκησαν το δικαίωμα διορισμού επισκόπων σε σλαβόφωνες περιοχές, με σκοπό τον έλεγχο του κλήρου και κατ’ επέκταση της Παιδείας, καθώς σε εκείνα τα χρόνια οι έννοιες του παπά και του δασκάλου συγχέονταν και η εκπαίδευση αποτελούσε μέσο καλλιέργειας εθνικής συνείδησης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αρνήθηκε την αυτονομία της Βουλγαρικής Εκκλησίας και τότε εκείνοι κατέφυγαν στον Σουλτάνο υποστηριζόμενοι από τη Ρωσία.


Τον Φεβρουάριο του 1870 ο Σουλτάνος με ειδικό φιρμάνι απέδωσε αυτονομία και οι Βούλγαροι απέκτησαν ξεχωριστή αυτοκέφαλη εκκλησιαστική αρχή, που έφερε το όνομα Εξαρχία και είχε τη δυνατότητα να ιδρύει μητροπόλεις κατόπιν αιτήματος των δύο τρίτων του πληθυσμού κάθε περιοχής. Αμέσως μετά ετέθη σε εφαρμογή ένα σχέδιο κατάκτησης περιοχών με μεικτούς πληθυσμούς, με τη δημιουργία πυρήνων και κοινοτήτων, οι οποίες έχτιζαν σχολεία, επέβαλλαν τη βουλγαρική γλώσσα και δημιουργούσαν συνθήκες αποδοχής της βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στην ευρύτερη γεωγραφική ζώνη, που ακόμη παρέμενε υπό οθωμανικό ζυγό.


Το γεγονός, όπως ήταν φυσικό, ενίσχυσε τους εθνικούς ανταγωνισμούς μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στην ευρύτερη γεωγραφική ζώνη της Μακεδονίας και της Θράκης. Ουσιαστικά τότε ανεδύθη το Μακεδονικό ζήτημα.


Σε εκείνη τη συγκυρία η ελληνική πλευρά προέβαλε αρχικώς ως αντιστάθμισμα στις βουλγαρικές διεκδικήσεις την αυτονομία της Ανατολικής Ρωμυλίας, μιας σημαντικής ζώνης από τη Φιλιππούπολη ως τον Πύργο (σημερινό Μπουργκάς) με ισχυρό ελληνικό στοιχείο. Η τότε ελληνική διπλωματία δεν έτρεφε αυταπάτες. Θεωρούσε χαμένη υπόθεση τους 60.000 Ελληνες της απομονωμένης Ανατολικής Ρωμυλίας, αλλά τους έβαλε στο παιχνίδι, προκειμένου να ανακόψει τη φόρα των Βουλγάρων και έτσι να στηρίξει ευχερέστερα την ελληνική διεκδίκηση στην ιστορική Μακεδονία, την οποία προσδιόριζε κάτω από τη γραμμή Αχρίδας, Μοναστηρίου, Στρωμνίτσας και Μελενίκου.


* Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου


Η βουλγαρική εξέγερση του 1876 επιδείνωσε την κατάσταση και αργότερα, το 1878, μετά την κατάληψη της Αδριανούπολης και τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που ενσωμάτωνε πολλές ελληνικές επαρχίες της Μακεδονίας και της Θράκης και προσέφερε στο υπό ίδρυση βουλγαρικό κράτος – καθ’ υπόδειξη των Ρώσων – διέξοδο στο Αιγαίο, ξεσήκωσε αγανάκτηση στον βόρειο Ελληνισμό και βεβαίως τις αντιδράσεις άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι οποίες δεν έβλεπαν με καλό μάτι την κάθοδο της τσαρικής Ρωσίας στη Μεσόγειο.


Στο συνέδριο του Βερολίνου τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου Γερμανοί και Αγγλοι ανέτρεψαν τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και έτσι η προοπτική δημιουργίας ενός νέου βουλγαρικού κράτους που θα εκκινούσε από τον Δούναβη και θα κατέληγε στο Αιγαίο χάθηκε, αλλά η ανάμνηση έμεινε βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση των Βουλγάρων ως ανεκπλήρωτο εθνικό όνειρο.


* Η γέννηση της VMRO


Εν τω μεταξύ το 1873 είχε ιδρυθεί από Βουλγαρομακεδόνες συνδεδεμένους με τον βουλγαρικό στρατό η VMRO (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση), η οποία σκοπό είχε να κινητοποιήσει σλαβόφωνους πληθυσμούς, να τους ενσωματώσει στη βάση της αυτονομίας και αργότερα να τους εντάξει σε ένα ομοσπονδιακό μεγάλο βουλγαρικό κράτος. Η συγκρότηση της VMRO αποτελεί κομβικό σημείο στη διαμόρφωση του Μακεδονικού ζητήματος και δεν είναι τυχαίο ότι το κυβερνών κόμμα σήμερα στα Σκόπια διατηρεί τον αυτό τίτλο. Από τη μία η Εξαρχία και από την άλλη το Κομιτάτο θα πιέζουν, θα παρακινούν και θα τρομοκρατούν τους μεικτούς πληθυσμούς σε όλη τη ζώνη της Μακεδονίας.


Οι Βούλγαροι θέλοντας μάλιστα να καθαρίσουν τη δική τους ζώνη κατέλυσαν το 1885 με τη βία τη διαθέτουσα σχετική αυτονομία ελληνική ηγεμονία της Ανατολικής Ρωμυλίας, επιβάλλοντας σχέδιο εκβουλγαρισμού όλης της περιοχής.


Λίγα χρόνια αργότερα, το 1890, εκμεταλλευόμενοι τη δυσαρέσκεια του Αβδούλ Χαμίτ για τον ξεσηκωμό της Κρήτης πέτυχαν τον διορισμό εξαρχικών επισκόπων στις μητροπόλεις της Αχρίδας και των Σκοπίων και τέσσερα χρόνια μετά στο Νευροκόπι και στα Βελεσά. Είναι η εποχή κατά την οποία η Ελλάδα δεν περνά την καλύτερη περίοδό της. Το 1893 θα δηλωθεί το ατιμωτικό «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», για να ακολουθήσει ο ατυχής πόλεμος του 1897 και να βυθίσει προσωρινά τη χώρα σε κατάσταση παρακμής. Ευτυχώς για τα ελληνικά συμφέροντα την αντίστοιχη περίοδο θα επικρατήσουν εσωτερικοί ανταγωνισμοί στη Βουλγαρία και οι Ρώσοι θα απορροφηθούν με τις διεκδικήσεις των Ιαπώνων στη Σιβηρία και έτσι θα ανασταλεί κάπως η δραστηριότητά τους.


Η εξέγερση του Ιλιντεν


Οι ανυπόμονοι της VMRO, που έδρευαν στη Θεσσαλονίκη, μη αντέχοντας την τουρκική κατοχή και την υποτελή στην Υψηλή Πύλη βουλγαρική ηγεσία, θα αυτονομηθούν. Επηρεασμένοι μάλιστα από την επιτευχθείσα το 1897 αυτονομία της Κρήτης θα αρχίσουν να διεκδικούν ανάλογη λύση για τη Μακεδονία. Το 1902 η VMRO άλλαξε το καταστατικό της, απέβαλε τον βουλγαρικό χαρακτήρα της και κάλεσε σε συστράτευση τους πάντες, ανεξαρτήτως εθνότητας, σε αγώνα επαναστατικό με σκοπό την αυτονομία της Μακεδονίας. Είχαν προηγηθεί το 1901 συλλήψεις ηγετικών στελεχών της από τους Οθωμανούς και τον πρώτο λόγο πια είχαν βερχοβιστές αξιωματικοί, που υποστήριζαν τη διεθνοποίηση του Μακεδονικού διά της μεθόδου των κατά τόπους ένοπλων εξεγέρσεων. Ετσι στις 20 Ιουλίου του 1903 επιχείρησαν ένοπλη εξέγερση, την επονομαζόμενη του Ιλιντεν, η οποία απέτυχε μεν, αλλά εμπέδωσε σε αρκετούς αυτό που σήμερα αντιμετωπίζουμε ως εθνική μακεδονική συνείδηση, την οποία ουδέποτε αναγνώρισαν, ούτε και τώρα οι Βούλγαροι. Για τους Σκοπιανούς η εξέγερση του Ιλιντεν ισοδυναμεί με εθνεγερσία και κατά τα φαινόμενα ήταν αυτή που αφύπνισε εκ νέου τον Ελληνισμό.


Υπό την πίεση εκείνων των γεγονότων κινητοποιήθηκαν οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις. Οι έλληνες πρόξενοι στη Μακεδονία, ο Ιων Δραγούμης από το Μοναστήρι, ο Λάμπρος Κορομηλάς από τη Θεσσαλονίκη, ο επίσκοπος Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης και άλλοι μετέφεραν ανησυχητικά μηνύματα στην Αθήνα για την κατάσταση που έτεινε να διαμορφωθεί στη Μακεδονία. Ετσι στα τέλη του 1903 ιδρύθηκε στην Αθήνα το «Μακεδονικό Κομιτάτο» και στο πλαίσιο αυτού μυστικά συγκροτήθηκαν από εθελοντές νεαρούς αξιωματικούς – αρκετούς Κρητικούς – ένοπλα τμήματα, τα οποία συγκρούονταν στην τουρκοκρατούμενη ακόμη Μακεδονία με αντίστοιχα βουλγαρομακεδονικά. Ο ελληνικός μακεδονικός αγώνας κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Κόστισε τη ζωή 2.000 ενόπλων και άλλων περίπου 1.300 ελλήνων δασκάλων και ιερωμένων στην περιοχή, αλλά έπληξε καίρια τα βουλγαρικά σχέδια και εκείνα των αυτονομημένων της VMRO.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version