Γιατί η Τουρκία ανησυχούσε για το Ιράν

Β'' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ Γιατί η Τουρκία ανησυχούσε για το Ιράν Το Ανατολικό Μέτωπο, η αγγλορωσική επέμβαση στην Τεχεράνη και η αναθέρμανση των κουρδικών επιδιώξεων ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΟΜΑΗ Με την εξαπόλυση της γερμανικής επιθέσεως εναντίον της Ρωσίας τον Ιούνιο του 1941, το Ιράν απέκτησε για τους Συμμάχους ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό όχι μόνο για τα πετρέλαιά του αλλά γιατί μέσω αυτού οι κυβερνήσεις Λονδίνου και

Γιατί η Τουρκία ανησυχούσε για το Ιράν

Με την εξαπόλυση της γερμανικής επιθέσεως εναντίον της Ρωσίας τον Ιούνιο του 1941, το Ιράν απέκτησε για τους Συμμάχους ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό όχι μόνο για τα πετρέλαιά του αλλά γιατί μέσω αυτού οι κυβερνήσεις Λονδίνου και Μόσχας σχεδίαζαν να μεταφέρουν στρατιωτική βοήθεια προς ενίσχυση του γερμανορωσικού μετώπου. Η παρουσία πολυάριθμων γερμανών πρακτόρων που εκινούντο ελεύθερα στην ιρανική επικράτεια χρησιμοποιώντας ως προκάλυμμα την ιδιότητά τους, των εμπορικών αντιπροσώπων (ΑΠ 2841, Ραφαήλ από Αγκυρα, 29 Αυγούστου 1941), ενίσχυε τους φόβους του συμμαχικού παράγοντα ότι το Ιράν αποτελούσε τον επόμενο στόχο του Χίτλερ. Μάταια ο πολυπράγμων, αρεσκόμενος σε εντυπωσιασμούς κατά τον έλληνα πρεσβευτή στην Αγκυρα Ρ. Ραφαήλ (ΑΠ 2882, 5 Σεπτεμβρίου 1941) γερμανός ομόλογός του Φον Πάπεν «δεν έπαυε τονίζων προς τους ενταύθα (ενν. την κυβέρνηση της Αγκυρας) ότι το ζήτημα του Ιράν ήτο δευτερευούσης διά την Κυβέρνησίν του σημασίας…» (ό.π.π.).


Η Τουρκία, διαθέτοντας το πλεονέκτημα για την ίδια να μη συμμετέχει στον πόλεμο, είχε όλον τον χρόνο να επιδίδεται απερίσπαστη στη μελέτη των στρατηγικών κινήσεων των δύο αντιπάλων στρατοπέδων πέριξ των συνόρων της. Η περίπτωση του Ιράν την προβλημάτιζε ιδιαίτερα καθ’ όσον στα ανατολικά σύνορά της, αυτά δηλαδή του Βορειοδυτικού Ιράν, διαβιούσαν συμπαγείς κουρδικοί πληθυσμοί που έδειχναν να ξεθαρρεύουν με την παρουσία στην περιοχή ρώσων πρακτόρων μετά την αγγλορωσική επέμβαση στο Ιράν, τον Ιανουάριο του 1942. «Τον αύξοντα και σοβαρόν κίνδυνον ον η εξάπλωσις προς τα ανατολικά της Τουρκίας σύνορα ενεφάνιζεν διά την χώραν των ο Φον Πάπεν επέσειε αδιαλείπτως προς τους τούρκους ιθύνοντες» πληροφορούσε ο Ραφαήλ την ελληνική κυβέρνηση. Ο ίδιος μάλιστα μετέδιδε ότι «αυτός ούτος ο Υπουργός των Εξωτερικών (ενν. τον Σαράτσογλου) μοι ανεκοίνωσεν εμπιστευτικώς ότι ο κ. Φον Πάπεν κατέλαβεν παρ’ αυτώ πάσαν προσπάθειαν όπως υποδαυλίση προς εκμετάλλευσιν τας ανησυχίας αίτινες, φυσικώς, ενυπάρχουν εις πάσαν τουρκικήν καρδίαν εκ της ρωσικής προς Ανατολάς εξαπλώσεως…» (ό.π.π.). Ωστόσο, όπως ανεφέρετο στο ίδιο έγγραφο, «η ραγδαία εξέλιξις των εν Ιράν γεγονότων και η αυστηρά τήρησις της υπό της Τουρκικής Κυβερνήσεως χαραχθείσης κατευθύνσεως εις το ιρανικόν ζήτημα έπεισαν ταχέως τον Γερμανόν Πρέσβην ότι ουδέν απολύτως ηδύνατο να επιτύχη εκ της συνεχούς επισείσεως του ρωσικού φάσματος και των δήθεν συνεπειών ας αι επερχόμεναι προς Ανατολάς μεταβολαί θα συνεπήγοντο εις βάρος των τουρκικών συμφερόντων».


Η «χαραχθείσα κατεύθυνσις» της τουρκικής πολιτικής δεν ήταν άλλη από την ουδετερότητα τις κρίσιμες αυτές ώρες. Οπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Ραφαήλ, «η κατ’ επιφάνειαν στάσις της Τουρκίας, υπαγορευομένη εκ των υφισταμένων μετά του Ιράν φιλικών δεσμών, κυρίως όμως και πρωτίστως εκ της επιθυμίας των ενταύθα να αποφύγωσιν οιανδήποτε μετά της Γερμανίας παρεξήγησιν και περιπλοκήν», ήταν εκείνη που διαμόρφωνε την εξωτερική πολιτική της έναντι και του Ιράν και της Γερμανίας (ΑΠ 2841, Αύγουστος 1941). Και προσέθετε ο ίδιος: «Κατά βάθος η ανάληψις εκ μέρους της Αγγλίας της πρώτης τοιαύτης φύσεως πρωτοβουλίας δεν νομίζω ότι απήρεσεν αλλά δύναμαι μάλλον να είπω ότι εγένετο δεκτή εκ μέρους των Τούρκων ιθυνόντων, σαφώς αντιλαμβανομένων ότι επίτευξις επαφής και αναμενόμενη αγγλορωσική σύμπραξις προς προστασίαν του Καυκάσου απομακρύνει όντως τον σοβαρόν κίνδυνον της καθόδου των Γερμανών προς τα ανατολικά της Τουρκίας σύνορα» (ό.π.π.)


Ενδιαφέρον προκάλεσε η στάση του τουρκικού Τύπου παραμονές της αγγλορωσικής σύμπραξης στο Ιράν, που στο σύνολό του απέφευγε να επιδοκιμάσει, χωρίς όμως να καταδικάσει τις ενέργειες των Συμμάχων, προς τους οποίους αντιθέτως έκανε συστάσεις «εις τρόπον ώστε παρά τας θερμάς υπέρ του Ιράν εκφράσεις να διαφαίνεται σαφώς ότι η Τουρκία ως παρατηρητής επρόκειτο να παρακολουθήση την εξέλιξιν των αγγλορωσικών μετά του Ιράν διαφορών» (ό.π.π.)


Εύληπτον καθίσταται ότι η Τουρκία, παρά το ότι εκόπτετο και υπερθεμάτιζε υπέρ της ανεξαρτησίας της φίλης χώρας (του Ιράν), διατηρούσε επιφυλάξεις όσον αφορά το αγγλορωσικό εγχείρημα μόνο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, το ρωσικό, ως εκ της καθόδου της ρωσικής επιρροής στα ανατολικά σύνορά της και την αναθέρμανση των κουρδικών επιδιώξεων που ενισχύονταν από τους Ρώσους, την ίδια στιγμή που οι Βρετανοί διά της ανοχής και αδιαφορίας τους επέτρεπαν εμμέσως οι επιδιώξεις αυτές εν τινι μέτρω να πραγματοποιούνται. Επιδεικνύοντας τον καλύτερό της εαυτό η Τουρκία αρνείται υπό την πίεση των Βρετανών να επιτρέψει την είσοδο στην επικράτειά της των γερμανών πρακτόρων που εγκατέλειπαν άρον άρον την Τεχεράνη μετά την αναπότρεπτη εκ των πραγμάτων εκθρόνιση του σάχη Ριζά Παχλαβί που είχε προλάβει να στραφεί προς τη ναζιστική Γερμανία. Η εφημερίδα «Βατάν» μάλιστα θα γράψει ότι «η μεταβολή ήτις επήλθεν εις Ιράν και πάσαι αι λοιπαί σχετικαί συζητήσεις αποτελούσιν απλήν ενδοοικογενειακήν της χώρας υπόθεσιν» και η «Γενή Σαμπάχ» ότι «η παύσις του Σάχου δεν προήλθεν υπό την πίεσιν των Αγγλορώσων…(αλλά) αύτη είναι η μοιραία τύχη των αρχηγών των ολοκληρωτικών συστημάτων. Αυτό το τέλος αναμένει τους αρχηγούς που διοικούν την χώραν των με το ολοκληρωτικό σύστημα» (ΑΠ 3111, Ρ. Ραφαήλ από Αγκυρα, 27 Σεπτεμβρίου 1941).


Τη σταθερότητα στη συγκεκριμένη γραμμή πλεύσης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής επανέλαβε ο τούρκος Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά την ομιλία του την 1η Νοεμβρίου, ημέρα ενάρξεως της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου (ΑΠ 3498, Ραφαήλ προς Τσουδερό, 3 Νοεμβρίου 1941) στην οποία αναφερόταν «εις επαγρύπνισίν μας και επιθυμίαν της ειρήνης διασφαλίζουσαν την τιμήν και την ασφάλειάν μας εφαρμοζόμενην εντός του πλαισίου των υποχρεώσεών μας και της πίστεως προς τας φιλίας μας. Αύτη αποτελεί την βάσιν της πολιτικής μας…». Την ίδια ημέρα η εφημερίδα «Ουλούς» δημοσίευε άρθρο του βουλευτή και δημοσιογράφου Ατάη στο οποίο με τίτλο «Περί το γείτον Ιράν» ο αρθρογράφος υποστήριζε ότι τα αγγλορωσικά μέτρα ήταν απλώς προσωρινά και αναγκαία.


Το κλίμα υποχρεωτικής ευφορίας της Τουρκίας δεν διήρκεσε για πολύ. Στις 24 Ιανουαρίου 1942, ώρα 8 το πρωί, ο έλληνας πρεσβευτής Π. Πιπινέλης από το Κιουιμπίσεφ μετέδιδε (απόρρητον Δ/ΜΒ) για την άσχημη τροπή που έπαιρναν τα πράγματα από την εξέγερση των Κούρδων στην παραμεθόρια περιοχή του Καυκάσου τη υποκινήσει ρώσων πρακτόρων με αποτέλεσμα να αποκοπεί η προς Καρς σιδηροδρομική γραμμή. Ακουλούθησε δριμύτατη δις διαμαρτυρία της τουρκικής κυβερνήσεως, άνευ όμως αποτελέσματος (ΑΠ 403 Ραφαήλ από Αγκυρα, 28 Ιανουαρίου 1942). Για να καθησυχάσει τότε τα πράγματα ο Στάλιν έκανε κάτι ασυνήθιστο: «Απέστειλε τηλεγράφημα προς Πρωθυπουργόν Ιράν δι’ ου συγχαίρει αυτόν επί υπογραφή συμφωνίας… Ολως ασυνήθης χειρονομία αύτη Κυρίου Στάλιν προυξένησεν ικανήν εντύπωσιν και θεωρείται ως νέα ένδειξις Σοβιετικής Κυβερνήσεως να τονίση σεβασμόν της διά ανεξαρτησίαν μικροτέρων χωρών» (κρυπτοτηλεγράφημα Πιπινέλη Ε/Ε από Κιουιμπίσεφ, 4 Φεβρουαρίου 1942). Μάλιστα, προκειμένου να γίνει πιο σαφής η σοβιετική πολιτική, δεν θα διστάσει η Μόσχα να διατάξει να συλληφθούν οι ρώσοι πράκτορες στο Περσικό Κουρδιστάν και να απομακρυνθούν από την περιοχή. «Τελευταίον τούτο αποτελεί νέαν σοβαράν και ουσιαστικήν χειρονομίαν μαρτυρούσαν συμβιβαστικάς διαθέσεις Σοβιετικής Κυβερνήσεως έναντι γειτονικών κρατών» επεσήμαινε στις 10 Φεβρουαρίου με κρυπτοτηλεγράφημά του (Ε/Ι) ο Πιπινέλης.


«Εντυπη» επίθεση στους Αγγλους


Η παρατεινόμενη ανησυχία της Τουρκίας κάλλιον άλλου αντικατοπτρίζεται στον Τύπο της που, πλην της Ρωσίας, θα στραφεί έστω και δειλά, τον Μάιο του 1942, και κατά των Αγγλων, «οίτινες ως απαθείς μάρτυρες εξακολουθούσι παρακολουθούντες τα γενόμενα χωρίς ουδέν να λαμβάνωσιν μέτρον προς επαναφοράν της διασαλευθείσης τάξεως και προστασίαν των πληθυσμών…» (ΑΠ 2314 Ραφαήλ προς Αγκυρα, 15 Μαΐου 1942). Παρά τις διαβεβαιώσεις Μολότοφ στον πέρση πρεσβευτή προτού αναχωρήσει εκ Μόσχας ότι «ο πόλεμος μας εδίδαξε πολλά και επιθυμούμεν σεβασθώμεν την ανεξαρτησίαν των γειτόνων μας» (κρυπτό Θ/ΣΤ, Τζιράς από Κιουιμπίσεφ, 26 Μαΐου 1942), ο έλληνας επιτετραμμένος Δ. Λάμπρος μετέδιδε από Τεχεράνη ότι κυβερνητικοί κύκλοι, ακόμη και ο επιτετραμμένος της Αγγλίας, «σχετικήν μόνον αξίαν αποδίδουν εις λόγους Μολότωφ» και ότι «ο πρεσβευτής της Τουρκίας κατ’ αρχήν δυσπιστεί προς πάσαν ρωσικήν διαβεβαίωσιν» (κρυπτό 168 από Τεχεράνη, 30 Μαΐου 1942).


Είναι γεγονός ότι η δυσπιστία υπερίσχυε πάσης άλλης αρχής εν καιρώ πολέμου.


Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version